Ὀρθόδοξη Θεολογία

 
Έκδοσις ακριβὴς της ορθοδόξου πίστεως.

του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

 
 
 
 
 
7η σελίδα
 
||

και στη σύνθεσή του από τέσσερα στοιχεία· με τα φυτά έχει κοινά στοιχεία τη

θρεπτικὴν καὶ αὐξητικὴν καὶ σπερματικὴν, ἤγουν γεννητικὴν δύναμιν,

θρεπτική δυνατότητα, την αυξητική και την σπερματική, δηλαδή την

τοῖς δὲ ἀλόγοις καὶ ἐν τούτοις μέν, ἐξ ἐπιμέτρου δὲ κατὰ τὴν ὄρεξιν,

αναπαραγωγική· με τα άλογα ζώα έχει και τα παραπάνω, αλλά επιπλέον και

ἤγουν θυμὸν καὶ ἐπιθυμίαν καὶ κατὰ τὴν αἴσθησιν καὶ κατὰ τὴν καθ᾿

τον πόθο, δηλαδή το θυμό και την επιθυμία, και ακόμη την αίσθηση και την

ὁρμὴν κίνησιν.  

ορμέμφυτη κίνηση.

 

Αἰσθήσεις μὲν οὖν εἰσι πέντε· ὅρασις, ἀκοή, ὄσφρησις, γεῦσις, ἁφή. Τῆς

Οι αισθήσεις βέβαια είναι πέντε· η όραση, η ακοή, η όσφρηση, η γεύση, η αφή.

δὲ καθ᾿ ὁρμὴν κινήσεώς ἐστι τὸ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον μεταβατικὸν καὶ

Στην ορμέμφυτη όμως κίνηση ανήκει η ικανότητα να μεταβαίνει από τόπο σε

τὸ κινητικὸν ὅλου τοῦ σώματος καὶ τὸ φωνητικὸν καὶ ἀναπνευστικόν·

σε τόπο, η ικανότητα της κινήσεως όλου του σώματος και η ικανότητα της

ταῦτα γὰρ ἐν ἡμῖν ἐστι ποιεῖν καὶ μὴ ποιεῖν.     

φωνής και της αναπνοής· διότι από μας εξαρτάται να τα κάνουμε ή να μην τα

κάνουμε.

 

Συνάπτεται δὲ διὰ τοῦ λογικοῦ ταῖς ἀσωμάτοις καὶ νοεραῖς φύσεσι

Ο άνθρωπος συνδέεται με το λογικό του με τις ασώματες και νοερές φύσεις,

λογιζόμενος καὶ νοῶν καὶ κρίνων ἕκαστα καὶ τὰς ἀρετὰς μεταδιώκων

διότι συλλογίζεται, σκέφτεται και κρίνει το καθετί· επιδιώκει τις αρετές και

καὶ τῶν ἀρετῶν τὸν κολοφῶνα, τὴν εὐσέβειαν, ἀσπαζόμενος· διὸ καὶ

ποθεί την κορωνίδα των αρετών, εννοώ την ευσέβεια· γι αυτό και ο

μικρὸς κόσμος ὁ ἄνθρωπός ἐστιν.  

άνθρωπος είναι ένας μικρός κόσμος.

 

Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὡς ἴδια μὲν τοῦ σώματος μόνου τομὴ καὶ ῥεῦσις καὶ

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι αποκλειστικά χαρακτηριστικές ιδιότητες του

μεταβολή. Μεταβολὴ μὲν ἡ κατὰ ποιότητα, ἤγουν θερμασίαν καὶ

σώματος είναι η τομή, η ρεύση και η μεταβολή. Μεταβολή βέβαια είναι αυτή

ψύξιν καὶ τὰ τοιαῦτα. ῾Ρεῦσις δὲ ἡ κατὰ κένωσιν· κενοῦται γὰρ ξηρὰ

που γίνεται σχετικά με την ποιότητα, δηλαδή η θέρμανση, η ψύξη και τα

παρόμοια. Ρεύση πάλι είναι αυτή που γίνεται με το άδειασμα· αδειάζουν

καὶ ὑγρὰ καὶ πνεύματα, ὧν χρῄζει τῆς ἀναπληρώσεως· ὥστε φυσικά

δηλαδή τα στερεά, τα υγρά και τα αέρια, και χρειάζεται η αναπλήρωσή τους·

εἰσι πάθη ἥ τε πεῖνα καὶ ἡ δίψα· τομή δέ ἡ τῶν χυμῶν ἀπ ἀλλήλων

επομένως, η πείνα και η δίψα είναι φυσιολογικές μεταβολές. Τομή πάλι είναι

διαχώρισις καί ὁ εἰς εἶδος καί ὕλην μερισμός. 

ο διαχωρισμός των χυμών μεταξύ τους και η διαίρεσή τους σύμφωνα με τη

μορφή και την υλική τους σύσταση.

 

῎Ιδια δὲ τῆς ψυχῆς ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ νόησις. Κοινὰ δὲ ψυχῆς καὶ

Χαρακτηριστικές πάλι ιδιότητες της ψυχής είναι η ευσέβεια και η νόηση. Ενώ

σώματος αἱ ἀρεταί, ἐχουσῶν καὶ τούτων ἐπὶ τὴν ψυχὴν τὴν

οι αρετές αποτελούν κοινές ιδιότητες της ψυχής και του σώματος·

ἀναφοράν, οἷον ψυχῆς προσχρωμένης σώματι.  

αποδίδονται όμως στην ψυχή, διότι η ψυχή κυβερνά το σώμα.

 

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τὸ λογικὸν φύσει κατάρχει τοῦ ἀλόγου·

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το λογικό από τη φύση του κυβερνά το άλογο·

διαιροῦνται γὰρ αἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἰς λογικὸν καὶ ἄλογον.

διότι οι δυνάμεις της ψυχής διαιρούνται σε λογικό και άλογο. Τα μέρη

Τοῦ δὲ ἀλόγου μέρη εἰσὶ δύο· τὸ μὲν ἀνήκοόν ἐστι λόγου, ἤγουν οὐ

μάλιστα του αλόγου είναι δύο· το ένα είναι κουφό στη φωνή του λογικού,

πείθεται λόγῳ, τὸ δὲ κατήκοόν ἐστι καὶ ἐπιπειθὲς λόγῳ. ᾿Ανήκοον μὲν

δεν υπακούει δηλαδή στη λογική, ενώ το άλλο είναι προσεκτικό και

υπάκουο στη λογική. Ανυπάκουο βέβαια και απείθαρχο στη λογική

οὖν καὶ μὴ πειθόμενον λόγῳ ἐστὶ τὸ ζωτικόν, ὃ καὶ σφυγμικὸν

είναι το ζωτικό μέρος της ψυχής, το οποίο ονομάζεται και σφυγμικό· επίσης

καλεῖται, καὶ τὸ σπερματικὸν, ἤγουν γεννητικὸν καὶ τὸ φυτικόν, ὃ καὶ

και το σπερματικό μέρος, δηλαδή το αναπαραγωγικό και το φυτικό, το οποίο

θρεπτικὸν καλεῖται· τούτου δέ ἐστι καὶ τὸ αὐξητικόν, τὸ καὶ

λέγεται και θρεπτικό· σ αυτό ανήκει και το αυξητικό μέρος, το οποίο και

διαπλάσσον τὰ σώματα. Ταῦτα γὰρ οὐ λόγῳ κυβερνῶνται, ἀλλὰ τῇ

διαπλάθει το σώμα. Αυτά δεν τα εξουσιάζει η λογική, αλλά η φύση. Το μέρος

φύσει. Τὸ δὲ κατήκοον καὶ ἐπιπειθὲς λόγῳ διαιρεῖται εἰς ἐπιθυμίαν καὶ

πάλι της ψυχής που είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική διαιρείται σε

θυμόν. Καλεῖται δὲ κοινῶς τὸ ἄλογον μέρος τῆς ψυχῆς παθητικὸν καὶ

επιθυμία και θυμό. Μάλιστα, το άλογο μέρος της ψυχής ονομάζεται παθητικό

ὀρεκτικόν. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τοῦ ἐπιπειθοῦς λόγῳ ἐστὶ καὶ ἡ καθ᾿

και ορεκτικό (αυθόρμητο). Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ορμέμφυτη κίνηση

ὁρμὴν κίνησις.  

ανήκει στο μέρος της ψυχής που υπακούει στη λογική.

 

Τοῦ δέ μή πειθομένου λόγῳ ἐστί τό θρεπτικόν καί γεννητικόν καί

Σ αυτό όμως που δεν υπακούει στη λογική ανήκει το θρεπτικό, το γεννητικό

σφυγμικόν· καλεῖται δέ φυτικόν μέν τό αὐξητικόν καί τό θρεπτικόν

και το σφυγμικό. Το αυξητικό, το θρεπτικό και το γεννητικό ονομάζονται

καί τό γεννητικόν, ζωτικόν δέ τό σφυγμικόν.

"φυτικό", ενώ το σφυγμικό καλείται "ζωτικό".

 

Τοῦ μέν οὖν θρεπτικοῦ δυνάμεις εἰσί τέσσαρες· ἑλκτική ἡ ἕλκουσα τήν

Το θρεπτικό έχει τέσσερις δυνάμεις: την ελκτική, που έλκει την τροφή·

τροφήν, καθεκτική ἡ κατέχουσα τήν τροφήν καί μή ἐῶσα αὐτήν

την καθεκτική που κρατεί την τροφή και δεν της επιτρέπει να αποβληθεί

εὐθέως ἐκκριθῆναι, ἀλλοιωτική ἡ ἀλλοιοῦσα τήν τροφήν εἰς τούς

αμέσως· την αλλοιωτική, που μεταβάλλει την τροφή σε χυμούς· την

χυμούς, ἀποκριτική ἡ τό περίττωμα διά τοῦ ἀφεδρῶνος ἐκκρίνουσα

αποκριτική, η οποία αποβάλλει τα περιττώματα μέσω του αφεδρώνα και τα

καί ἐκβάλλουσα.

απορρίπτει από τον οργανισμό.

 

Χρή δέ εἰδέναι, ὅτι τῶν κατά τό ζῶον δυνάμεων αἱ μέν εἰσι ψυχικαί,

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι από τις δυνάμεις που υπάρχουν στα όντα άλλες

αἱ δέ φυσικαί, αἱ δέ ζωτικαί. Καί ψυχικαί μέν αἱ κατά προαίρεσιν,

είναι ψυχικές, άλλες φυσικές και άλλες ζωτικές. Ψυχικές είναι αυτές που

ἤγουν ἡ καθ ὁρμήν κίνησις καί ἡ αἴσθησις. Τῆς δέ καθ ὁρμήν κινήσεως

ανήκουν στην προαίρεση, δηλαδή η επιθυμία και η αίσθηση. Στην επιθυμία

ἐστι τό τε κατά τόπον μεταβατικόν καί κινητικόν ὅλου τοῦ σώματος

ανήκει η ικανότητα μεταβάσεως από τόπο σε τόπο, η κίνηση όλου του

καί φωνητικόν καί ἀναπνευστικόν· ἐν ἡμῖν γάρ ἐστι τό ποιῆσαι καί

σώματος, η φωνητική και αναπνευστική ικανότητα· από μας εξαρτάται να τα

τό μή ποιῆσαι ταῦτα. Φυσικαί δέ καί ζωτικαί αἱ ἀπροαίρετοι. Καί

ενεργούμε αυτά ή να μην τα ενεργούμε. Φυσικές και ζωτικές δυνάμεις είναι

φυσικαί μέν ἡ θρεπτική καί αὐξητική καί σπερματική, ζωτική δέ ἡ

αυτές που ενεργούν χωρίς τη θέλησή μας. Φυσικές είναι η θρεπτική, η

σφυγμική· αὗται γάρ καί θελόντων ἡμῶν καί μή θελόντων ἐνεργοῦσι.

αυξητική και η αναπαραγωγική· ζωτική είναι η σφυγμική. Αυτές ενεργούν

είτε το θέλουμε είτε όχι.

 

Δεῖ δέ γινώσκειν, ὅτι τῶν πραγμάτων τὰ μέν ἐστιν ἀγαθά, τὰ δὲ

Επίσης, πρέπει να γνωρίζουμε ότι άλλα από τα πράγματα είναι αγαθά και άλλα

φαῦλα. Προσδοκώμενον μὲν οὖν ἀγαθὸν ἐπιθυμίαν συνιστᾷ, παρὸν

κακά. Το αγαθό που προσδοκάμε γεννά την επιθυμία, ενώ αυτό που έχει

δὲ ἡδονήν· ὁμοίως δὲ πάλιν προσδοκώμενον κακὸν φόβον, παρὸν δὲ

πραγματοποιηθεί γεννά την ευχαρίστηση. Παρόμοια, το προσδοκώμενο κακό

λύπην. Δεῖ δὲ εἰδέναι, ὅτι ἀγαθὸν ἐνταῦθα εἰπόντες ἢ τὸ ὄντως

δημιουργεί φόβο, ενώ τα πραγματοποιημένο λύπη. Και να γνωρίζουμε ότι

ἀγαθὸν ἢ τὸ δοκοῦν ἀγαθὸν εἴπομεν· ὁμοίως καὶ κακόν.

λέγοντας αγαθό εννοούμε και το αληθινό αγαθό και το θεωρούμενο· το ίδιο

εννούμε και με το κακό.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27. Περὶ ἡδονῶν.

Για τις ηδονές.

 

 

Τῶν ἡδονῶν αἱ μέν εἰσι ψυχικαί, αἱ δὲ σωματικαί. Καὶ ψυχικαὶ μέν,

Από τις ηδονές άλλες είναι ψυχικές και άλλες σωματικές. Ψυχικές βέβαια

ὅσαι μόνης εἰσὶ τῆς ψυχῆς αὐτῆς καθ᾿ αὑτὴν ὡς αἱ περὶ τὰ μαθήματα

είναι όσες ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια την ψυχή, όπως οι σχετικές με τις

καὶ τὴν θεωρίαν. Σωματικαὶ δὲ αἱ μετὰ κοινωνίας τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ

επιστήμες και τη γνώση. Σωματικές πάλι είναι αυτές που απολαμβάνει από

σώματος γινόμεναι καὶ διὰ τοῦτο σωματικαὶ καλούμεναι ὡς αἱ περὶ

κοινού η ψυχή με το σώμα και γι αυτό ονομάζονται σωματικές, όπως είναι

τροφὰς καὶ συνουσίας καὶ τὰ τοιαῦτα. Μόνου δὲ τοῦ σώματος οὐκ

οι σχετικές με την τροφή, τη συνουσία και τα παρόμοια. Αποκλειστικά μόνον

ἂν εὕροι τις ἡδονάς.  

σωματικές ηδονές δεν συναντάς.

 

Πάλιν τῶν ἡδονῶν αἱ μέν εἰσιν ἀληθεῖς, αἱ δὲ ψευδεῖς· καὶ αἱ μὲν τῆς

Άλλες πάλι ηδονές είναι πραγματικές και άλλες ψεύτικες· οι ηδονές

διανοίας μόνης κατ᾿ ἐπιστήμην καὶ θεωρίαν, αἱ δὲ μετὰ σώματος κατ᾿

αποκλειστικά του νου προέρχονται από τις επιστήμες και τη γνώση, ενώ οι

αἴσθησιν. Καὶ τῶν μετὰ σώματος ἡδονῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ ἅμα καὶ

σωματικές από τις αισθήσεις. Από τις σωματικές ηδονές άλλες είναι

ἀναγκαῖαι, ὧν χωρὶς ζῆν ἀδύνατον, ὡς αἱ τροφαὶ αἱ τῆς ἐνδείας

φυσιολογικές και αναγκαίες, διότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτές· τέτοιες είναι

ἀναπληρωτικαὶ, καὶ τὰ ἐνδύματα ἀναγκαῖα, αἱ δὲ φυσικαὶ μέν, οὐκ

οι τροφές που χορταίνουν την πείνα και η απαραίτητη ένδυση. Άλλες είναι

ἀναγκαῖαι δέ, ὡς αἱ κατὰ φύσιν καὶ κατὰ νόμον μίξεις (αὗται γὰρ εἰς

φυσιολογικές, όχι όμως απαραίτητες, όπως οι φυσικές και νόμιμες σαρκικές

μὲν τὴν διαμονὴν τοῦ παντὸς γένους συντελοῦσι, δυνατὸν δὲ καὶ

επαφές (διότι αυτές συντελούν στην αναπαραγωγή όλου του ανθρώπινου

χωρὶς αὐτῶν ἐν παρθενίᾳ ζῆν)· αἱ δὲ οὔτε ἀναγκαῖαι οὔτε φυσικαὶ,

γένους· μπορεί όμωςνα ζήσει κάποια και με παρθενία). Άλλες πάλι ηδονές δεν

ὡς μέθη καὶ λαγνεία καὶ πλησμοναὶ τὴν χρείαν ὑπερβαίνουσαι· οὔτε

είναι απαραίτητες ούτε φυσιολογικές, όπως η μέθη, η ακολασία και το

γὰρ εἰς σύστασιν τῆς ζωῆς ἡμῶν συντελοῦσιν οὔτε εἰς διαδοχὴν τοῦ

υπερβολικό φαγητό· διότι δεν συντελούν ούτε στη διατήρηση της ζωής μας

γένους, τοὐναντίον δέ καὶ βλάπτουσιν. Τὸν τοίνυν κατὰ Θεὸν ζῶντα

ούτε στην αναπαραγωγή του γένους· το αντίθετο, και βλάπτουν. Αυτός,

δεῖ μετέρχεσθαι τὰς ἀναγκαίας ἅμα καὶ φυσικάς, ἐν δευτέρᾳ δὲ τάξει

λοιπόν, που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει ν απολαμβάνει τις

τὰς φυσικὰς καὶ οὐκ ἀναγκαίας τίθεσθαι μετὰ τοῦ προσήκοντος

απαραίτητες και φυσιολογικές ηδονές, να βάζει σε δεύτερη μοίρα τις

καιροῦ καὶ τρόπου καὶ μέτρου γινομένας, τὰς δὲ ἄλλας χρὴ πάντως

φυσιολογικές αλλά όχι απαραίτητες ηδονές, στον κατάλληλο χρόνο, με τον

παραιτεῖσθαι.  

ορθό τρόπο και μέτρο, και ν αποφεύγει τελείως τις άλλες.

 

Καλὰς δὲ ἡδονὰς χρὴ ἡγεῖσθαι τὰς μὴ συμπεπλεγμένας λύπῃ, μήτε

Πρέπει να θεωρούμε καλές ηδονές αυτές που δεν συνδέονται με την λύπη·

μεταμέλειαν ἐμποιούσας, μηδὲ ἑτέρας βλάβης γεννητικάς, μήτε τοῦ

αυτές που δεν προξενούν μεταμέλεια, ούτε δημιουργούν άλλη βλάβη, ούτε

μετρίου πέραν χωρούσας, μηδέ τῶν σπουδαίων ἔργων ἡμᾶς

προχωρούν πέρα από το κανονικό, ούτε μας αποσπούν πολύ χρόνο από τις

ἀφελκούσας ἐπὶ πολὺ ἢ καταδουλούσας.

σοβαρές ασχολίες ούτε μας κάνουν δούλους.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28. Περὶ λύπης

Για την λύπη.

 

 

Τῆς δὲ λύπης εἴδη τέσσαρα· ἄχος, ἄχθος, φθόνος, ἔλεος. ῎Αχος μὲν οὖν

Τά είδη της λύπης είναι τέσσερα· η κατάθλιψη, η στενοχώρια, ο φθόνος και η

ἐστι λύπη ἀφωνίαν ἐμποιοῦσα, ἄχθος δὲ λύπη βαρύνουσα, φθόνος δὲ

συμπάθεια. Κατάθλιψη είναι η λύπη που μας αφαιρεί τη φωνή· στενοχώρια 

λύπη ἐπὶ ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς, ἔλεος δὲ λύπη ἐπὶ ἀλλοτρίοις κακοῖς.

είναι η λύπη που βαραίνει την ψυχή· φθόνος είναι η λύπη για τα αγαθά των

άλλων· και συμπάθεια είναι η λύπη για τη ξένη δυστυχία.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29. Περὶ φόβου.

Για το φόβο.

 

 

Διαιρεῖται δὲ καὶ ὁ φόβος εἰς ἕξ· εἰς ὄκνον, εἰς αἰδῶ, εἰς αἰσχύνην, εἰς

Και ο φόβος διαιρείται σε έξι είδη: στο δισταγμό, την ντροπή, την αισχύνη,

κατάπληξιν, εἰς ἔκπληξιν, εἰς ἀγωνίαν. ῎Οκνος μὲν οὖν ἐστι φόβος

την κατάπληξη, την έκπληξη και την αγωνία. Δισταγμός λοιπόν είναι ο φόβος

μελλούσης ἐνεργείας. Αἰδὼς δὲ φόβος ἐπὶ προσδοκίᾳ ψόγου·

για μια μελλοντική μας πράξη. Ντροπή είναι ο φόβος για προσδοκώμενη σε

κάλλιστον δὲ τοῦτο τὸ πάθος. Αἰσχύνη δὲ φόβος ἐπὶ αἰσχρῷ

βάρος μας κατηγορία· αυτό το συναίσθημα μάλιστα είναι πολύ καλό. Αισχύνη

πεπραγμένῳ· οὐδὲ τοῦτο δὲ ἀνέλπιστον εἰς σωτηρίαν. Κατάπληξις

είναι ο φόβος για αισχρές πράξεις· και αυτό το συναίσθημα καλλιεργεί τη

δὲ φόβος ἐκ μεγάλης φαντασίας. ῎Εκπληξις δὲ φόβος ἐξ ἀσυνήθους

σωτηρία μας. Κατάπληξη είναι ο φόβος απο μεγάλη φαντασίωση. Έκπληξη

φαντασίας. ᾿Αγωνία δὲ φόβος διαπτώσεως, ἤγουν ἀποτυχίας·

είναι ο φόβος από ασυνήθιστη φαντασία. Αγωνία είναι ο φόβος της πτώσεως,

φοβούμενοι γὰρ ἀποτυχεῖν τῆς πράξεως ἀγωνιῶμεν.

δηλαδή της αποτυχίας· έχουμε αγωνία από φόβο μήπως αποτύχουμε στις

πράξεις μας.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30. Περὶ θυμοῦ

Για το θυμό.

 

 

Θυμὸς δέ ἐστι ζέσις τοῦ περὶ καρδίαν αἵματος ἐξ ἀναθυμιάσεως τῆς

Ο θυμός είναι ο βρασμός του αίματος γύρω από την καρδιά και προέρχεται

χολῆς ἢ ἀναθολώσεως γινομένη. Διὸ καὶ χολὴ λέγεται καὶ χόλος.

από ερεθισμό ή αναταραχή της χολής. Γι αυτό ονομάζεται και χολή και χόλος.

῎Εστι δέ, ὅτε ὁ θυμὸς καὶ ὄρεξίς ἐστιν ἀντιτιμωρήσεως· ἀδικούμενοι

Κάποτε ο θυμός είναι επιθυμία αντεκδικήσεως· όταν μας αδικούν ή νομίζουμε

γὰρ ἢ νομίζοντες ἀδικεῖσθαι θυμούμεθα, καὶ γίνεται τότε μικτὸν τὸ

ότι μας αδικούν, τότε θυμώνουμε· στην περίπτωση αυτή έχουμε ανάμεικτο

πάθος ἐξ ἐπιθυμίας καὶ θυμοῦ.  

πάθος, από επιθυμία και θυμό.

 

Εἴδη δὲ τοῦ θυμοῦ τρία· ὀργή, ἥτις καλεῖται χολὴ καὶ χόλος, καὶ μῆνις

Τρία είναι τα είδη του θυμού: η οργή, που λέγεται και χολή και χόλος, η μήνη

καὶ κότος. Θυμὸς μὲν γὰρ ἀρχὴν καὶ κίνησιν ἔχων, ὀργὴ καὶ χολὴ καὶ

και ο κότος. Διότι ο θυμός που έχει αρχή και κίνηση, λέγεται και χολή και

χόλος λέγεται. Μῆνις δὲ χολὴ ἐπιμένουσα, ἤγουν μνησικακία· εἴρηται

χόλος. Μήνη είναι θυμός που κρατάει, δηλαδή μνησικακία· λέγεται έτσι από

δὲ παρὰ τὸ μένειν καὶ τῇ μνήμῃ παραδίδοσθαι. Κότος δὲ ὀργὴ

το γεγονός ότι παραμένει και διατηρείται στη μνήμη. Κότος είναι η οργή που

ἐπιτηροῦσα καιρὸν εἰς τιμωρίαν· εἴρηται δὲ καὶ οὗτος παρὰ τὸ

καιροφυλακτεί να εκδικηθεί· και έχει πάρει αυτή την ονομασία από το

κεῖσθαι. 

"κείσθαι" (έχει καθίσει).

 

῎Εστι δὲ ὁ θυμὸς τὸ δορυφορικὸν τοῦ λογισμοῦ, ἔκδικος τῆς ἐπιθυμίας·

Είναι μάλιστα ο θυμός υπηρέτης του λογισμού, υπερασπιστής της επιθυμίας·

ὅταν γὰρ ἐπιθυμήσωμεν πράγματος καὶ κωλυθῶμεν ὑπό τινος,

όταν, δηλαδή, επιθυμήσουμε κάποιο πράγμα και κάποιος μας εμποδίσει,

θυμούμεθα κατ᾿ αὐτοῦ ὡς ἀδικηθέντες, τοῦ λογισμοῦ δηλονότι

θυμώνουμε εναντίον του ότι μας αδίκησε· ο λογισμός, δηλαδή, βγάζει την

κρίναντος ἄξιον ἀγανακτήσεως τὸ γινόμενον ἐπὶ τῶν φυλαττόντων

απόφαση ότι αυτό που έγινε είναι άξιο να προκαλέσει αγανάκτηση σ αυτούς

κατὰ φύσιν τὴν οἰκείαν τάξιν.  

που από τη φύση τους προστατεύουν τη σχετική τάξη.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31. Περὶ τοῦ φανταστικοῦ

Για τη φαντασία.

 

 

Φανταστικόν ἐστι δύναμις τῆς ἀλόγου ψυχῆς διὰ τῶν αἰσθητηρίων

Το φανταστικό είναι ικανότητα του αλόγου μέρους της ψυχής, που ενεργεί με

ἐνεργοῦσα, ἥτις λέγεται αἴσθησις. Φανταστὸν δὲ καὶ αἰσθητὸν τὸ τῇ

τις αισθήσεις και λέγεται αίσθηση. Φανταστό και αισθητό είναι αυτό που

φαντασίᾳ καὶ τῇ αἰσθήσει ὑποπῖπτον· ὡς ὅρασις μὲν αὐτὴ ἡ ὀπτικὴ

υποπίπτει στη φαντασία και την αίσθηση· όπως όραση είναι η ίδια η οπτική

δύναμις, ὁρατὸν δὲ τὸ ὑποπῖπτον τῇ ὁράσει, λίθος τυχὸν ἤ τι τῶν

δύναμη, και ορατό είναι αυτό που υποπίπτει στην όραση, για παράδειγμα

τοιούτων. Φαντασία δέ ἐστι πάθος τῆς ἀλόγου ψυχῆς ὑπὸ

κάποια πέτρα ή κάτι παρόμοιο. Φαντασία πάλι είναι πάθος του αλόγου

φανταστοῦ τινος γινόμενον, φάντασμα δὲ πάθος διάκενον ἐν τοῖς

μέρους της ψυχής που την προκαλεί κάποιο φανταστό· φάντασμα πάλι είναι

ἀλόγοις τῆς ψυχῆς ἀπ᾿ οὐδενὸς φανταστοῦ γινόμενον. ῎Οργανον δὲ

πάθος χωρίς περιεχόμενο, στο χώρο του αλόγου μέρους της ψυχής, που δεν

το προκαλεί κάποιο φανταστό. Όργανο του φανταστικού μέρους της ψυχής

τοῦ φανταστικοῦ ἡ ἐμπρόσθιος κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου.

είναι η κοιλότητα στο μπροστά μέρος του εγκεφάλου.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32. Περὶ αἰσθήσεως

Για την αίσθηση.

 

 

Αἴσθησίς ἐστι δύναμις τῆς ψυχῆς ἀντιληπτικὴ τῶν ὑλῶν, ἤγουν

Η αίσθηση είναι δύναμη της ψυχής ικανή ν αντιλαμβάνεται τα υλικά

διαγνωστική· αἰσθητήρια δὲ τὰ ὄργανα, ἤγουν τὰ μέλη, δι᾿ ὧν

πράγματα, δηλαδή διαγνωστική ικανότητα. Αισθητήρια πάλι είναι τα όργανα,

αἰσθανόμεθα· αἰσθητὰ δὲ τὰ τῇ αἰσθήσει ὑποπίπτοντα· αἰσθητικὸν δὲ

δηλαδή τα μέλη του σώματος, με τα οποία αισθανόμαστε. Αισθητά είναι αυτά

τὸ ζῷον τὸ ἔχον τὴν αἴσθησιν. Εἰσὶ δὲ αἰσθήσεις πέντε, ὁμοίως καὶ

που υποπίπτουν στις αισθήσεις. Αισθητικό ον είναι αυτό που έχει αισθήσεις.

αἰσθητήρια πέντε.  

Οι αισθήσεις είναι πέντε και τα αισθητήρια πέντε.

 

Πρώτη αἴσθησις ὅρασις. Αἰσθητήρια δὲ καὶ ὄργανα τῆς ὁράσεως τὰ

Πρώτη αίσθηση είναι η όραση· αισθητήρια και όργανα της οράσεως είναι τα

ἐξ ἐγκεφάλου νεῦρα καὶ οἱ ὀφθαλμοί. Αἰσθάνεται δὲ ἡ ὄψις κατὰ

νεύρα του εγκεφάλου και τα μάτια. Η όραση πρώτα αντιλαμβάνεται το

πρῶτον μὲν λόγον τοῦ χρώματος, συνδιαγινώσκει δὲ τῷ χρώματι

χρώμα, διακρίνει στη συνέχεια και το χρωματισμένο σώμα,

καὶ τὸ κεχρωσμένον σῶμα καὶ τὸ μέγεθος αὐτοῦ καὶ τὸ σχῆμα καὶ

το μέγεθος και το σχήμα του, τον τόπο όπου βρίσκεται,

τὸν τόπον, ἔνθα ἐστί, καὶ τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ καὶ τὸν ἀριθμὸν,

το ενδιάμεσο διάστημα, την ποσότητα,

κίνησίν τε καὶ στάσιν καὶ τὸ τραχὺ καὶ λεῖον καὶ ὁμαλὸν καὶ

την κίνηση και τη στάση, το τραχύ και το λείο, το ομαλό και

ἀνώμαλον καὶ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ ἀμβλὺ καὶ τὴν σύστασιν, εἴτε ὑδατώδης

το ανώμαλο, το κοφτερό και το αμβλύ, τη σύνθεση, αν είναι υδάτινη ή

ἐστίν, εἴτε γεώδης ἤγουν ὑγρὰ ἢ ξηρά.  

χωματένια, δηλαδή ξερή ή υγρή.

 

Δευτέρα αἴσθησίς ἐστιν ἀκοὴ, τῶν φωνῶν καὶ τῶν ψόφων οὖσα

Δεύτερη αίσθηση είναι η ακοή, η οποία αντιλαμβάνεται τις φωνές και τους

αἰσθητική. Διαγινώσκει δὲ αὐτῶν τὴν ὀξύτητα καὶ τὴν βαρύτητα,

θορύβους. Διακρίνει τον οξύ ή βαρύ τόνο τους, την απαλότητα,

λειότητά τε καὶ τραχύτητα καὶ μέγεθος. ῎Οργανα δὲ αὐτῆς τὰ νεῦρα

την σκληρότητα και την ένταση. Όργανά της είναι τα μαλακά νεύρα του

τὰ ἐξ ἐγκεφάλου τὰ μαλακὰ καὶ τῶν ὤτων ἡ κατασκευή. Μόνος δὲ

εγκεφάλου και η ιδιοσυστασία της κατασκευής των αυτιών. Μόνον ο

ἄνθρωπος καὶ πίθηκος οὐ κινοῦσι τὰ ὦτα.  

άνθρωπος και ο πίθηκος δεν κινούν τα αυτιά τους.

 

Τρίτη αἴσθησις ὄσφρησις, ἥτις γίνεται μὲν διὰ τῶν ῥινῶν

Τρίτη αίσθηση είναι η όσφρηση, η οποία παράγεται μέσα από τα ρουθούνια,

ἀναπεμπουσῶν τοὺς ἀτμοὺς ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον, περαίνεται δὲ εἰς τὰ

τα οποία στέλνουν τις αναπνοές στον εγκέφαλο· η όσφρηση καταλήγει στα

πέρατα τῶν προσθίων κοιλιῶν τοῦ ἐγκεφάλου. ῎Εστι δὲ αἰσθητικὴ

άκρα των εμπροσθίων κοιλοτήτων του εγκεφάλου. Η όσφρηση αισθάνεται

καὶ ἀντιληπτικὴ τῶν ἀτμῶν. Τῶν δὲ ἀτμῶν ἡ γενικωτάτη διαφορά

και αντιλαμβάνεται τις οσμές. Η βασική διάκριση των οσμών είναι η ευωδία,

ἐστιν εὐωδία καὶ δυσωδία καὶ τὸ μέσον τούτων, ὃ μήτε εὐῶδές ἐστι

η δυσωδία και το ενδιάμεσό τους, το οποίο δεν μυρίζει ούτε ωραία ούτε

μήτε δυσῶδες. Γίνεται δὲ εὐωδία τῶν ὑγρῶν τῶν ἐν τοῖς σώμασιν

άσχημα. Ευωδία έχουμε, όταν τα υγρά που υπάρχουν στα σώματα

ἀκριβῶς πεφθέντων, μέσως δὲ μέση διάθεσις· καταδεέστερον δὲ ἢ μηδὲ

εξατμίζονται αμέσως· ενδιάμεση κατάσταση, όταν εξατμίζονται μέτρια· και

ὅλως πεφθέντων ἡ δυσωδία γίνεται.  

δυσωδία υπάρχει, όταν δεν εξατμίζονται καθόλου ή πολύ λίγο.

 

Τετάρτη αἴσθησις ἡ γεῦσις. ῎Εστι δὲ τῶν χυμῶν ἀντιληπτικὴ, ἤγουν

Τέταρτη αίσθηση είναι η γεύση. Αυτή έχει την ιδιότητα ν αντιλαμβάνεται

αἰσθητική. ῎Οργανα δὲ αὐτῆς ἡ γλῶσσα καὶ ταύτης πλέον τὸ ἄκρον

τους χυμούς, δηλαδή να τους αισθάνεται. Έχει ως όργανα τη γλώσσα και

καὶ ἡ ὑπερῴα, ἣν καλοῦσί τινες οὐρανίσκον, ἐν οἷς ἐστι τὰ ἐξ

περισσότερο το άκρο της και την υπερώα, που ορισμένοι την ονομάζουν

ἐγκεφάλου φερόμενα νεῦρα πεπλατυσμένα καὶ ἀπαγγέλλοντα τῷ

ουρανίσκο· σ αυτά βρίσκονται τα νεύρα που έρχονται από τον εγκέφαλο,

τα οποία καταλαμβάνουν πολύ χώρο και ειδοποιούν τον ηγεμόνα νου

ἡγεμονικῷ τὴν γενομένην ἀντίληψιν, ἤγουν αἴσθησιν. Αἱ δὲ

για ό,τι αντιλήφθηκαν, δηλαδή αισθάνθηκαν. Οι ονομαζόμενες πάλι

καλούμεναι γευστικαὶ ποιότητες τῶν χυμῶν εἰσιν αὗται· γλυκύτης,

γευστικές ποιότητες των χυμών είναι οι εξής: η γλυκύτητα, η καυστικότητα,

δριμύτης, ὀξύτης, στρυφνότης, αὐστηρότης, πικρότης, ἁλμυρότης,

η οξύτητα, η αψάδα, η στυφότητα, η πικρότητα, η αλμυρότητα, η λιπαρότητα,

λιπαρότης, γλισχρότης· τούτων γάρ ἐστιν ἡ γεῦσις διαγνωστική.

η κολλητικότητα. Η γεύση έχει τη δυνατότητα όλες αυτές να τις διακρίνει.

Τὸ δὲ ὕδωρ ἄποιόν ἐστι κατὰ ταύτας τὰς ποιότητας· οὐδεμίαν γὰρ

Το νερό όμως είναι δεν έχει σχέση με αυτές τις ποιότητες· διότι δεν έχει καμία

αὐτῶν ἔχει. ῾Η δὲ στρυφνότης ἐπίτασις καὶ πλεονασμός ἐστι τῆς

απ αυτές. Η αψάδα πάλι είναι αύξηση και πλεονασμός της στυφότητος.

αὐστηρότητος.  

 

Πέμπτη αἴσθησίς ἐστιν ἡ ἁφή, ἥτις κοινή ἐστι πάντων τῶν ζῴων·

Πέμπτη αίσθηση είναι η αφή, την οποία έχουν όλα τα ζώα. Αυτή σχηματίζεται

ἥτις γίνεται ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου πεμπομένων νεύρων εἰς ὅλον τὸ σῶμα.

από τα νεύρα που ο εγκέφαλος στέλνει σε όλο το σώμα. Γι αυτό και όλο το

Διὸ καὶ ὅλον τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα αἰσθητήρια τὴν τῆς ἁφῆς

σώμα αλλά και τα υπόλοιπα αισθητήρια έχουν την αίσθηση της αφής.

ἔχουσιν αἴσθησιν. ῾Υπόκειται δὲ τῇ ἁφῇ τὸ ψυχρὸν καὶ θερμόν, τό τε

Η αφή αντιλαμβάνεται το ψυχρό και το θερμό, το μαλακό και το σκληρό

μαλακὸν καὶ σκληρὸν καὶ γλίσχρον καὶ κραῦρον, βαρύ τε καὶ κοῦφον·

το κολλώδες και το ξηρό, το βαρύ και το ελαφρό· αυτά γίνονται αντιληπτά

διὰ μόνης γὰρ ἁφῆς ταῦτα γνωρίζεται. Κοινὰ δὲ ἁφῆς καὶ ὄψεως τό

μόνον με την αφή. Κοινά αισθήματα της αφής και της οράσεως είναι το

τε τραχὺ καὶ λεῖον, τό τε ξηρὸν καὶ ὑγρόν, παχύ τε καὶ λεπτόν, ἄνω

τραχύ και το λείο, το ξηρό και το υγρό, το παχύ και το λεπτό, το πάνω και

τε καὶ κάτω καὶ ὁ τόπος καὶ τὸ μέγεθος, ὅταν ᾖ τοιοῦτον, ὡς κατὰ

το κάτω, η θέση και η ποσότητα, όταν υπάρχει τέτοια που η αφή να την

μίαν προσβολὴν τῆς ἁφῆς περιλαμβάνεσθαι· καὶ τὸ πυκνόν τε καὶ

αντιλαμβάνεται με μία ενέργειά της· ακόμη κοινά είναι το πυκνό και το

μανὸν, ἤγουν ἀραιὸν καὶ τὸ στρογγύλον, ὅταν ᾖ μικρόν, καὶ ἄλλα

μανό, δηλαδή το αραιό και το στρόγγυλο, όταν είναι μικρό, και κάποια άλλα

τινὰ σχήματα. ῾Ομοίως δὲ καὶ τοῦ πλησιάζοντος σώματος

σχήματα. Παρόμοια η αφή αισθάνεται και το σώμα που πλησιάζει, με τη

αἰσθάνεται, σὺν τῇ μνήμῃ δὲ καὶ τῇ διανοίᾳ· ὡσαύτως δὲ καὶ ἀριθμοῦ

συνεργασία βέβαια της μνήμης και του νου. Το ίδιο αντιλαμβάνεται και την

μέχρι δύο ἢ τριῶν καὶ τούτων μικρῶν καὶ ῥᾳδίως περιλαμβανομένων.

ποσότητα μέχρι δύο ή τρία σώματα και εφόσον αυτά είναι μικρά και εύκολα

Τούτων δὲ μᾶλλον τῆς ἁφῆς ἡ ὅρασις ἀντιλαμβάνεται.  

γίνονται αντιληπτά. Αυτά όμως, περισσότερο από την αφή, τα αντιλαμβάνεται

η όραση.

 

Χρὴ γινώσκειν, ὡς ἕκαστον τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων διπλοῦν ὁ

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Δημιουργός κατασκεύασε το καθένα από τα

Δημιουργὸς κατεσκεύασεν, ἵνα τοῦ ἑνὸς βλαπτομένου τὸ ἕτερον

άλλα αισθητήρια διπλό, ώστε, όταν το ένα καταστρέφεται, το άλλο ν

ἀναπληροῖ τὴν χρείαν· δύο γὰρ ὀφθαλμοὺς καὶ δύο ὦτα καὶ δύο

αναπληρώνει το χαλασμένο· έτσι έφτιαξε δύο μάτια, δύο αυτιά, δύο

πόρους τῆς ῥινὸς καὶ δύο γλώσσας, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μὲν τῶν ζῴων

ρουθούνια της μύτης, δύο γλώσσες, οι οποίες σε κάποια ζώα, όπως στα φίδια,

διῃρημένας, ὡς ἐν τοῖς ὄφεσιν, ἐν τοῖς δὲ ἡνωμένας, ὡς ἐν τῷ

υπάρχουν χωριστά, και σ άλλα όντα, όπως στον άνθρωπο, είναι ενωμένες σε

ἀνθρώπῳ· τὴν δὲ ἁφὴν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι πλὴν ὀστέων καὶ νεύρων,

μία. Την αφή όμως την σκόρπισε σε όλο το σώμα, εκτός από τα οστά, τα

ὀνύχων τε καὶ κεράτων καὶ τριχῶν καὶ συνδέσμων καὶ ἄλλων τινῶν

τα νύχια, τα κέρατα, τις τρίχες, τις αρθρώσεις και σε μερικά άλλα τέτοια.

τοιούτων.  

 

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν ὄψις κατ᾿ εὐθείας γραμμὰς ὁρᾷ, ἡ δὲ

Να γνωρίζουμε ακόμη ότι η όραση βλέπει σε ευθεία γραμμή, η όσφρηση όμως

ὄσφρησις καὶ ἡ ἀκοὴ οὐ κατ᾿ εὐθεῖαν μόνον, ἀλλὰ πανταχόθεν. ῾Η δὲ

και η ακοή αντιλαμβάνονται όχι μόνο σε ευθεία αλλά από παντού. Η αφή πάλι

ἁφὴ καὶ ἡ γεῦσις οὐδὲ κατ᾿ εὐθεῖαν οὐδὲ πανταχόθεν γνωρίζουσιν,

και η γεύση δεν αντιλαμβάνονται ούτε σε ευθεία γραμμή ούτε από παντού,

ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν αὐτοῖς πλησιάσωσι τοῖς ἰδίοις αἰσθητοῖς.

αλλά τότε μόνον, όταν έλθουν κοντά στα ίδια τα αισθητά.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33. Περὶ τοῦ διανοητικοῦ

Για το διανοητικό.

 

 

Τοῦ δὲ διανοητικοῦ εἰσιν αἵ τε κρίσεις καὶ αἱ συγκαταθέσεις καὶ αἱ

Στο διανοητικό ανήκουν οι κρίσεις, οι συγκαταθέσεις, οι επιθυμίες που

ὁρμαὶ αἱ πρὸς τὴν πρᾶξιν καὶ αἱ ἀφορμαὶ καὶ αἱ ἀποφυγαὶ τῆς

οδηγούν στις πράξεις, οι αιτίες και οι αποφυγές των πράξεων.

πράξεως· ἰδικῶς δὲ αἵ τε νοήσεις τῶν νοητῶν καὶ αἱ ἀρεταὶ καὶ αἱ

Ειδικά ανήκουν σ αυτό η νόηση των νοητών, οι αρετές, οι επιστήμες,

ἐπιστῆμαι καὶ τῶν τεχνῶν οἱ λόγοι καὶ τὸ βουλευτικὸν καὶ τὸ

οι θεωρίες των τεχνών, η ικανότητα της σκέψεως και της προαιρέσεως.

προαιρετικόν. Τούτου δέ ἐστι τὸ καὶ διὰ τῶν ὀνείρων θεσπίζον ἡμῖν

Αυτό είναι εκείνο που με όνειρα καθορίζει το μέλλον μας και το οποίο οι

τὸ μέλλον, ἥνπερ μόνην ἀληθῆ μαντείαν οἱ Πυθαγόρειοι λέγουσιν

Πυθαγόρειοι, αφού ακολούθησαν τους Εβραίους, λένε ότι αποτελεί την

εἶναι, τοῖς ῾Εβραίοις ἀκολουθήσαντες. ῎Οργανον δὲ καὶ τούτου ἡ

μόνη πραγματική τέχνη της μαντείας. Όργανο και του διανοητικού είναι η

μέση κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τὸ ψυχικὸν πνεῦμα τὸ ἐν αὐτῇ.

μεσαία κοιλότητα του εγκεφάλου και το ψυχικό πνεύμα που υπάρχει σ αυτήν.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34. Περὶ τοῦ μνημονευτικοῦ

Για το μνημονικό.

 

 

Τὸ δὲ μνημονευτικόν ἐστι μνήμης καὶ ἀναμνήσεως αἴτιόν τε καὶ

Το μνημονικό είναι η αιτία και το ταμείο της μνήμης και της αναμνήσεως.

ταμιεῖον· μνήμη γάρ ἐστι φαντασία ἐγκαταλελειμμένη ἀπό τινος

Διότι μνήμη είναι φαντασία που έχει μείνει μέσα μας από κάποια αίσθηση, που

αἰσθήσεως τῆς κατ᾿ ἐνέργειαν φαινομένης ἢ σωτηρία αἰσθήσεώς τε

ενεργεί και παρουσιάζεται, ή είναι διατήρηση της αισθήσεως και της νοήσεως.

καὶ νοήσεως. ῾Η γὰρ ψυχὴ τῶν μὲν αἰσθητῶν διὰ τῶν αἰσθητηρίων

Η ψυχή αντιλαμβάνεται, δηλαδή αισθάνεται, τα αισθητά με τα αισθητήρια

ἀντιλαμβάνεται, ἤγουν αἰσθάνεται, καὶ γίνεται δόξα, τῶν δὲ νοητῶν

όργανα, και δημιουργεί την παράσταση· ενώ με το νου αντιλαμβάνεται τα

διὰ τοῦ νοῦ, καὶ γίνεται νόησις· ὅταν οὖν τοὺς τύπους, ὧν τε

νοητά και δημιουργεί τη νόηση. Όταν, λοιπόν, διατηρεί τις μορφές των

ἐδόξασεν, ὧν τε ἐνόησεν, διασῴζῃ, μνημονεύειν λέγεται.  

παραστάσεων ή των σκέψεων, τότε λέμε ότι θυμάται.

 

Δεῖ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ τῶν νοητῶν ἀντίληψις οὐ γίνεται, εἰ μὴ ἐκ

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η αντίληψη των νοητών δεν αποκτάται παρά

μαθήσεως ἢ φυσικῆς ἐννοίας, οὐ γὰρ ἐξ αἰσθήσεως· τὰ μὲν γὰρ

μόνον με τη μάθηση ή με την έννοια που σχηματίζεται από τη φύση και όχι

αἰσθητὰ καθ᾿ ἑαυτὰ μνημονεύεται· τὰ δὲ νοητά, εἴ τι μὲν ἐμάθομεν,

από τις αισθήσεις. Διότι τα αισθητά διατηρούνται στη μνήμη από τη μορφή

μνημονεύομεν, τῆς δὲ οὐσίας αὐτῶν μνήμην οὐκ ἔχομεν. 

τους· ενώ τα νοητά, εάν τα γνωρίσαμε, τα θυμόμαστε, αλλά δεν μπορούμε να

έχουμε στη μνήμη σχηματισμένη την ουσία τους.

 

᾿Ανάμνησις δὲ λέγεται μνήμης ἀπολλυμένης ὑπὸ λήθης ἀνάκτησις.

Ανάμνηση, επίσης, λέγεται η ανάκτηση της μνήμης που χάθηκε από τη λήθη

Λήθη δέ ἐστι μνήμης ἀποβολή. Τὸ μὲν οὖν φανταστικὸν διὰ τῶν

(λησμονιά). Λήθη πάλι είναι η απώλεια της μνήμης. Το φανταστικό, λοιπόν,

αἰσθήσεων ἀντιλαμβανόμενον τῶν ὑλῶν παραδίδωσι τῷ

που αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις τα υλικά όντα, μεταδίδει την αντίληψή

διανοητικῷ ἢ διαλογιστικῷ· ταὐτὸν γὰρ ἀμφότερα· ὃ παραλαβὸν

τους στη διάνοια ή στο νου· διότι και τα δύο αυτά είναι το ίδιο. Αυτά, αφού

καὶ κρῖναν παραπέμπει τῷ μνημονευτικῷ. ῎Οργανον δὲ τοῦ

παραλάβουν την εντύπωση και σχηματίσουν γνώμη, την παραπέμπουν στο

μνημονευτικοῦ ἡ ὄπισθεν κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου, ἣν καὶ

μνημονικό. Όργανο πάλι του μνημονικού είναι η εμπρόσθια κοιλότητα του

παρεγκεφαλίδα καλοῦσι, καὶ τὸ ἐν αὐτῇ ψυχικὸν πνεῦμα.

εγκεφάλου, την οποία ονομάζουν και παρεγκεφαλίδα, και το ψυχικό πνεύμα

που υπάρχει εκεί.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35. Περὶ ἐνδιαθέτου λόγου καὶ προφορικοῦ  

Για τον ενδιάθετο και προφορικό λόγο.

 

 

Πάλιν δὲ διαιρεῖται τὸ λογικὸν τῆς ψυχῆς εἴς τε τὸν ἐνδιάθετον λόγον

Διαιρείται ακόμη το λογικό της ψυχής σε ενδιάθετο και προφορικό λόγο.

καὶ εἰς τὸν προφορικόν. ῎Εστι δὲ ἐνδιάθετος μὲν λόγος κίνημα ψυχῆς

Ο ενδιάθετος λόγος είναι κίνηση της ψυχής που συμβαίνει μέσα στο νου,

ἐν τῷ διαλογιστικῷ γινόμενον ἄνευ τινὸς ἐκφωνήσεως· ὅθεν πολλάκις

χωρίς όμως να ειπωθεί τίποτε με το στόμα· γι αυτό, πολλές φορές, ενώ

καί σιωπῶντες λόγον ὅλον παρ᾿ ἑαυτοῖς διεξερχόμεθα καὶ ἐν τοῖς

σιωπάμε, κάνουμε ολόκληρη συνομιλία μέσα μας και συζητάμε στα όνειρά

ὀνείροις διαλεγόμεθα. Κατὰ τοῦτο δὲ μάλιστα λογικοὶ πάντες ἐσμέν·

μας. Και αυτό το γεγονός πιστοποιεί τη λογικότητά μας· μάλιστα, όσοι είναι

καὶ γὰρ οἱ ἐκ γεννετῆς κωφοὶ ἢ οἱ διά τι νόσημα ἢ πάθος τὴν φωνὴν

από τη γέννησή τους κουφοί ή, εξαιτίας κάποιας αρρώστιας ή δυστυχήματος,

ἀποβαλόντες οὐδὲν ἧττον λογικοί εἰσιν. ῾Ο δὲ προφορικὸς λόγος ἐν

έχασαν τη  φωνή τους, είναι εξίσου λογικοί. Ο προφορικός λόγος πάλι δείχνει

τῇ φωνῇ καὶ ταῖς διαλέκτοις τὴν ἐνέργειαν ἔχει, ἤγουν ὁ διὰ γλώσσης

την ενέργειά του με τη φωνή και τις γλωσσικές διαλέκτους· είναι, δηλαδή, ο

καὶ στόματος προφερόμενος λόγος· διὸ καὶ προφορικὸς λέγεται.

λόγος που εκφέρεται με τη γλώσσα και το στόμα· γι αυτό και ονομάζεται

῎Εστι δὲ ἄγγελος νοήματος.  Κατὰ τοῦτο δέ καὶ λαλητικοὶ λεγόμεθα.

προφορικός. Είναι μάλιστα αγγελιαφόρος της σκέψεως.  Και για το λόγο αυτό

λεγόμαστε ομιλητικοί.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36. Περὶ πάθους καὶ ἐνεργείας

Για το πάθος και την ενέργεια.

 

 

Τὸ πάθος ὁμωνύμως λέγεται· λέγεται γὰρ πάθος καὶ τὸ σωματικὸν

Το πάθος είναι λέξη με πολλές σημασίες· πάθος ονομάζουμε και αυτό που

ὡς τὰ νοσήματα καὶ τὰ ἕλκη, λέγεται πάλιν πάθος καὶ τὸ ψυχικόν, ἥ

συμβαίνει στο σώμα, όπως αρρώστιες και πληγές, και αυτό που γίνεται στην

τε ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμός. ῎Εστι δὲ κοινῶς μὲν καὶ γενικῶς πάθος ζῴου,

ψυχή, όπως η επιθυμία και ο θυμός. Γενικά και το ίδιο για όλα, πάθος ενός

ᾧ ἕπεται ἡδονὴ καὶ λύπη· ἕπεται γὰρ τῷ πάθει λύπη. Καὶ οὐκ αὐτὸ

όντος είναι αυτό που έχει επακόλουθο την ηδονή και τη λύπη· διότι η λύπη

τὸ πάθος ἐστὶ λύπη· τὰ γὰρ ἀναίσθητα πάσχοντα οὐκ ἀλγεῖ. Οὐκ

ακολουθεί το πάθος. Και δεν είναι η λύπη το ίδιο το πάθος· διότι αυτά που

δεν έχουν αισθήσεις, όταν πάσχουν, δεν πονούν. Επομένως, το πάθος

ἄρα τὸ πάθος ἐστὶν ἄλγημα, ἀλλ᾿ ἡ τοῦ πάθους αἴσθησις. Δεῖ δὲ

δεν είναι πόνος, αλλά (πόνος είναι) η αντίληψη του πάθους. Και πρέπει το

τοῦτο ἀξιόλογον εἶναι, ἤγουν μέγα, ἵνα τῇ αἰσθήσει ὑποπέσῃ.  

πάθος να είναι αξιόλογο, δηλαδή μεγάλο, για να το αντιληφθούν οι αισθήσεις.

 

Τῶν δὲ ψυχικῶν παθῶν ὅρος ἐστὶν οὗτος· πάθος ἐστὶ κίνησις τῆς

Ο ορισμός των ψυχικών παθών είναι ο εξής: πάθος είναι η αισθητή κίνηση της

ὀρεκτικῆς δυνάμεως αἰσθητὴ ἐπὶ φαντασίᾳ ἀγαθοῦ ἢ κακοῦ. Καὶ

επιθυμητικής δυνάμεως της ψυχής για να φαντασθούμε κάτι καλό ή κακό. Και

ἄλλως· πάθος ἐστὶ κίνησις ἄλογος τῆς ψυχῆς δι᾿ ὑπόληψιν καλοῦ ἢ

αλλιώς: πάθος είναι άλογη κίνηση της ψυχής για να κατανοήσει το καλό ή το

κακοῦ. ῾Η μὲν ὑπόληψις τοῦ καλοῦ τὴν ἐπιθυμίαν κινεῖ, ἡ δὲ τοῦ κακοῦ

κακό. Η κατανόηση βέβαια του καλού διεγείρει την επιθυμία, ενώ του κακού

ὑπόληψις τὸν θυμόν. Τὸ δὲ γενικὸν, ἤγουν κοινὸν πάθος, οὕτως

το θυμό. Το γενικό, δηλαδή το κοινό πάθος, έχει τον ακόλουθο ορισμό: πάθος

ὁρίζεται· πάθος ἐστὶ κίνησις ἐν ἑτέρῳ ἐξ ἑτέρου. ᾿Ενέργεια δέ ἐστι

είναι κίνηση που προκαλείται από τον έναν στον άλλον. Ενέργεια πάλι είναι

κίνησις δραστική· δραστικὸν δὲ λέγεται τὸ ἐξ αὑτοῦ κινούμενον.

δραστική κίνηση· και δραστικό ονομάζεται αυτό που κινείται από μόνο του.

Οὕτως καὶ ὁ θυμὸς ἐνέργεια μέν ἐστι τοῦ θυμοειδοῦς, πάθος δὲ τῶν

Έτσι βέβαια και ο θυμός αποτελεί ενέργεια του θυμοειδούς, αλλά είναι πάθος

δύο μερῶν, τῆς ψυχῆς καὶ προσέτι παντὸς τοῦ σώματος, ὅταν ὑπὸ

και των δύο μερών, δηλαδή της ψυχής και προπαντός όλου του σώματος,

τοῦ θυμοῦ βιαίως ἄγηται πρὸς τὰς πράξεις· ἐξ ἑτέρου γὰρ ἐν ἑτέρῳ

όταν ο θυμός το εξωθεί με βία σε πράξεις· το ένα δηλαδή προξένηση κίνηση

γέγονεν ἡ κίνησις, ὅπερ λέγεται πάθος.

στο άλλο, γεγονός που ονομάζεται πάθος.

 

Καὶ καθ᾿ ἕτερον δὲ τρόπον ἡ ἐνέργεια πάθος λέγεται· ἐνέργεια μὲν

Και με διαφορετικό τρόπο η ενέργεια ονομάζεται πάθος· ενέργεια δηλαδή

γάρ ἐστι κατὰ φύσιν κίνησις, πάθος δὲ, παρὰ φύσιν. Κατὰ τοῦτον οὖν

είναι η φυσική κίνηση, ενώ πάθος η παρά φύση. Σύμφωνα λοιπόν μ αυτά,

τὸν λόγον ἡ ἐνέργεια πάθος λέγεται, ὅταν μὴ κατὰ φύσιν κινῆται,

η ενέργεια λέγεται πάθος, όταν δεν κινείται φυσικά, είτε από τον εαυτό της

εἴτε ἐξ ἑαυτοῦ, εἴτε ἐξ ἑτέρου. Τῆς οὖν καρδίας ἡ μὲν κατὰ τοὺς

είτε από κάποιον άλλον. Για παράδειγμα, η κίνηση της καρδιάς με τους

σφυγμοὺς κίνησις φυσικὴ οὖσα ἐνέργειά ἐστιν, ἡ δὲ κατὰ τοὺς

σφυγμούς αποτελεί φυσική κίνηση, ενώ η κίνηση της με τους παλμούς,

παλμοὺς ἄμετρος οὖσα καὶ οὐ κατὰ φύσιν πάθος ἐστὶ καὶ οὐκ

επειδή είναι ακονόνιστη και αφύσικη, αποτελεί πάθος και όχι ενέργεια.

ἐνέργεια.  

 

Οὐ πᾶσα δὲ κίνησις τοῦ παθητικοῦ πάθος καλεῖται, ἀλλ᾿ αἱ

Κάθε κίνηση όμως του παθητικού μέρους της ψυχής δεν ονομάζεται πάθος,

σφοδρότεραι καὶ εἰς αἴσθησιν προβαίνουσαι· αἱ γὰρ μικραὶ καὶ

αλλά οι πιο δυνατές που γίνονται αντιληπτές· οι μικρές και ανεπαίσθητες

ἀνεπαίσθητοι οὐδέπω πάθη εἰσί· δεῖ γὰρ ἔχειν τὸ πάθος καὶ μέγεθος

κινήσεις δεν είναι ακόμη πάθη· πρέπει δηλαδή το πάθος να έχει και αξιόλογο

ἀξιόλογον. Διὸ πρόσκειται τῷ ὅρῳ τοῦ πάθους κίνησις αἰσθητή·

μέγεθος. Γι αυτό προσθέτουμε στον ορισμό του πάθους και τον

αἱ γὰρ μικραὶ κινήσεις λανθάνουσαι τὴν αἴσθησιν οὐ ποιοῦσι πάθος.  

προσδιορισμό "αισθητή κίνηση"· καθώς οι μικρές κινήσεις, επειδή διαφεύγουν

την αντίληψή μας, δεν δημιουργούν πάθος.

 

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ ἡμετέρα ψυχὴ διττὰς ἔχει τὰς δυνάμεις, τὰς μὲν

Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι η ψυχή μας έχει δύο ειδών δυνάμεις, τις

γνωστικάς, τὰς δὲ ζωτικάς. Καὶ γνωστικαὶ μέν εἰσι νοῦς, διάνοια,

γνωστικές και τις ζωτικές. Γνωστικές είναι ο νους, η διάνοια, η γνώμη,

δόξα, φαντασία, αἴσθησις, ζωτικαὶ δὲ, ἤγουν ὀρεκτικαὶ, βούλησις καὶ

η φαντασία και η αίσθηση. Ζωτικές, δηλαδή επιθυμητικές, είναι η βούληση

προαίρεσις. ῞Ινα δὲ σαφέστερον γένηται τὸ λεγόμενον,

και η προαίρεση. Για να κάνουμε μάλιστο πιο συγκεκριμένο αυτό που λέμε,

λεπτολογήσωμεν τὰ περὶ τούτων. Καὶ πρῶτον περὶ τῶν γνωστικῶν

ας αναφερθούμε με λεπτομέρειες σ αυτές. Και πρώτα να μιλήσουμε για τις

εἴπωμεν.  

γνωστικές δυνάμεις.

 

Περὶ μὲν οὖν φαντασίας καὶ αἰσθήσεως ἱκανῶς ἤδη ἐν τοῖς

Αρκετά ήδη είπαμε προηγουμένως για την φαντασία και την αίσθηση.

προλελεγμένοις εἴρηται. Διὰ τῆς αἰσθήσεως τοίνυν ἐν τῇ ψυχῇ

Με την αίσθηση, λοιπόν, δημιουργείται στην ψυχή πάθος,

συνίσταται πάθος, ὃ καλεῖται φαντασία· ἐκ δὲ τῆς φαντασίας γίνεται

το οποίο ονομάζουμε φαντασία· και από τη φαντασία δημιουργείται η ιδέα.

δόξα. Εἶτα ἡ διάνοια ἀνακρίνασα τὴν δόξαν, εἴτε ἀληθής ἐστιν, εἴτε

Στη συνέχεια, η διάνοια, αφού εξετάσει την ιδέα, αν είναι αληθής ή ψευδής,

ψευδής, κρίνει τὸ ἀληθές· ὅθεν καὶ διάνοια λέγεται ἀπὸ τοῦ διανοεῖν

καταλήγει στην αλήθεια· γι αυτό λέγεται και διάνοια, επειδή εξετάζει και

καὶ διακρίνειν. Τὸ οὖν κριθὲν καὶ ὁρισθὲν ἀληθὲς νοῦς λέγεται. 

ξεχωρίζει (την αλήθεια). Εκείνο, λοιπόν, που αποδείχθηκε και βρέθηκε

αληθινό ονομάζεται νους (διανόημα).

 

῎Αλλως δέ· Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν πρώτη τοῦ νοῦ κίνησις νόησις

Και με άλλη διατύπωση· πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πρώτη κίνηση του νου

λέγεται· ἡ δὲ περί τι νόησις ἔννοια λέγεται, ἥτις ἐπιμείνασα καὶ

λέγεται νόηση· η νόηση πάλι για κάτι λέγεται λογισμός, ο οποίος, αν

τυπώσασα τὴν ψυχὴν πρὸς τὸ νοούμενον ἐνθύμησις προσαγορεύεται.

παραμείνει και σχηματίσει στην ψυχή παράσταση σχετική με το νοούμενο,

῾Η δὲ ἐνθύμησις ἐν ταὐτῷ μείνασα καὶ ἑαυτὴν βασανίσασα καὶ

καλείται σκέψη. Η σκέψη πάλι, αν μείνει προσηλωμένη στο ίδιο και ελέγξει

ἀνακρίνασα φρόνησις ὀνομάζεται. ῾Η δὲ φρόνησις πλατυνθεῖσα ποιεῖ

και εξετάσει τον εαυτό της, λέγεται φρόνηση. Η φρόνηση πλέον, αν

τὸν διαλογισμὸν, ἐνδιάθετον λόγον ὀνομαζόμενον, ὃν ὁριζόμενοί

διευρυνθεί, σχηματίζει διαλογισμό, που τον ονομάζουμε ενδιάθετο λόγο και

φασι, κίνημα ψυχῆς πληρέστατον, ἐν τῷ διαλογιστικῷ γινόμενον,

τον ορίζουμε ως πλήρη κίνηση της ψυχής που συμβαίνει στο μέρος του

ἄνευ τινὸς ἐκφωνήσεως, ἐξ οὗ τὸν προφορικὸν λόγον φασὶ

διανοητικού, χωρίς τίποτε να εκφωνείται· αυτός, λένε, δημιουργεί τον

προέρχεσθαι τὀν διὰ γλώσσης λαλούμενον. 

προφορικό λόγο, ο οποίος ομιλείται με τη γλώσσα.

 

Εἰπόντες τοίνυν περὶ τῶν γνωστικῶν δυνάμεων εἴπωμεν καὶ περὶ

Αφού, λοιπόν, είπαμε για τις γνωστικές δυνάμεις, ας μιλήσουμε και για τις

τῶν ζωτικῶν, ἤγουν ὀρεκτικῶν.  

ζωτικές, δηλαδή τις επιθυμητικές.

 

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τῇ ψυχῇ ἐνέσπαρται φυσικῶς δύναμις ὀρεκτικὴ

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι κάποια δύναμη έχει σπαρεί μέσα στην ψυχή από τη

τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος καὶ πάντων τῶν οὐσιωδῶς τῇ φύσει

φύση· αυτή επιθυμεί αυτό που είναι φυσικό και συγκρατεί όλα όσα ανήκουν

προσόντων συνεκτική, ἥτις λέγεται θέλησις· ἡ μὲν γὰρ οὐσία τοῦ τε

κατ ουσίαν στη φύση μας· λέγεται θέληση. Η ύπαρξή μας, δηλαδή, επιθυμεί

εἶναι καὶ ζῆν καὶ κινεῖσθαι κατὰ νοῦν τε καὶ αἴσθησιν ὀρέγεται, τῆς

να υπάρχει με το νου και την αίσθηση· να ζει και να κινείται ποθώντας τη

οἰκείας ἐφιεμένη φυσικῆς καὶ πλήρους ὀντότητος. Διόπερ καὶ οὕτως

δική της φυσική και τέλεια ύπαρξη. Γι αυτό και ο ορισμός του φυσικού

ὁρίζονται τοῦτο τὸ φυσικὸν θέλημα· θέλημά ἐστιν ὄρεξις λογική τε

θελήματος είναι ο εξής: θέλημα είναι λογική επιθυμία των ζωτικών, που

καὶ ζωτικὴ ἐκ μόνων ἠρτημένη τῶν φυσικῶν. ῞Ωστε ἡ μὲν θέλησίς

εξαρτάται μόνον απ όσα ανήκουν στη φύση μας. Επομένως, η θέληση είναι

ἐστιν αὐτὴ ἡ φυσικὴ καὶ λογικὴ ὄρεξις πάντων τῶν τῆς φύσεως

η ίδια η φυσική και λογική επιθυμία όλων των συστατικών της φύσεώς μας,

συστατικῶν, ἡ ἁπλῆ δύναμις· ἡ γὰρ τῶν ἀλόγων ὄρεξις μὴ οὖσα

η απλή δύναμη· αντίθετα, η επιθυμία των άλογων όντων, επειδή δεν είναι

λογικὴ οὐ λέγεται θέλησις.  

λογική, δεν λέγεται θέληση.

 

Βούλησις δέ ἐστι ποιὰ φυσικὴ θέλησις, ἤγουν φυσικὴ καὶ λογικὴ ὄρεξίς

Η βούληση είναι κάποια φυσική θέληση, δηλαδή φυσική και λογική επιθυμία

τινος πράγματος. ῎Εγκειται μὲν γὰρ τῇ τοῦ ἀνθρώπου ψυχῇ δύναμις

κάποιου πράγματος. Υπάρχει, δηλαδή, μέσα στην ψυχή του ανθρώπου δύναμη

τοῦ λογικῶς ὀρέγεσθαι. ῞Οτε οὖν φυσικῶς κινηθῇ αὕτη ἡ λογικὴ

της λογικής επιθυμίας. Όταν, λοιπόν, η λογική επιθυμία κινηθεί φυσικά προς

ὄρεξις πρός τι πρᾶγμα, λέγεται βούλησις· βούλησις γάρ ἐστιν ὄρεξις

κάποιο πράγμα, λέγεται βούληση· βούληση, δηλαδή, είναι η λογική επιθυμία

καὶ ἔφεσίς τινος πράγματος λογική.  

και ο πόθος κάποιου πράγματος.

 

Λέγεται δὲ βούλησις καὶ ἐπὶ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν,

Η βούληση χρησιμοποιείται και για όσα εξαρτώνται από μας και για όσα δεν

τουτέστι καὶ ἐπὶ τῶν δυνατῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀδυνάτων. Βουλόμεθα

εξαρτώνται, δηλαδή και γι αυτά που είναι δυνατόν να γίνουν και γι αυτά

δεν είναι. Επιθυμούμε, για παράδειγμα,

γὰρ πολλάκις πορνεῦσαι ἢ σωφρονῆσαι ἢ ὑπνῶσαι ἤ τι τῶν

πολλές φορές να πορνεύσουμε ή να εγκρατευθούμε ή να κοιμηθούμε ή κάτι

τοιούτων· καὶ ταῦτα τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν εἰσι καὶ δυνατά. Βουλόμεθα δὲ καὶ

παρόμοιο· αυτά εξαρτώνται από μας και μπορούν να γίνουν. Θέλουμε, ακόμη,

βασιλεῦσαι· τοῦτο οὐκ ἔστι τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν. Βουλόμεθα δὲ τυχὸν καὶ

να γίνουμε βασιλιάδες· αυτό όμως δεν εξαρτάται από μας. Επιθυμούμε τέλος

μηδέποτε ἀποθανεῖν· τοῦτο τῶν ἀδυνάτων ἐστίν. 

να μην πεθάνουμε ποτέ· αυτό όμως είναι από τα αδύνατα.

 

῎Εστι δὲ ἡ βούλησις τοῦ τέλους, οὐ τῶν πρὸς τὸ τέλος. Τέλος μὲν οὖν

Η βούληση αναφέρεται στον σκοπό, όχι σ αυτά που οδηγούν στον σκοπό.

ἐστι τὸ βουλητὸν ὡς τὸ βασιλεῦσαι, ὡς τὸ ὑγιᾶναι· πρὸς τὸ τέλος δὲ

Σκοπός βέβαια είναι το αντικείμενο της βουλήσεως, όπως να βασιλεύσουμε ή


 

 
||
 
7η σελίδα
 

Για να επικοινωνήσετε μαζί μας, κάντε αριστερό κλικ με το ποντίκι σας εδώ.

 

Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας

 

Επιστροφή στο κεντρικό μενού.