Ὀρθόδοξη Θεολογία

 
Έκδοσις ακριβὴς της ορθοδόξου πίστεως.

του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

 
 
 
 
 
8η σελίδα
 
||

τὸ βουλευτὸν, ἤγουν ὁ τρόπος, δι᾿ οὗ ὀφείλομεν ὑγιᾶναι ἢ

να γίνουμε υγιείς. Στον σκοπό οδηγεί η σκέψη, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο

βασιλεῦσαι· εἶτα μετὰ τὴν βούλησιν ζήτησις καὶ σκέψις. Καὶ μετὰ

πρέπει να γίνουμε υγιείς ή να βασιλέψουμε. Έπειτα, μετά από τη βούληση,

ακολουθεί η έρευνα και η εξέταση. Και μετά απ αυτά, αν εξαρτάται από μας,

ταῦτα, εἰ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι, γίνεται βουλὴ, ἤγουν βούλευσις. Βουλὴ

ακολουθεί βουλή, δηλαδή απόφαση. Και "βουλή" είναι επιθυμία για να

δέ ἐστιν ὄρεξις ζητητικὴ περὶ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν πρακτῶν γινομένη·

ερευνήσουμε αυτά που πρέπει να πράξουμε. Σκέφτεται, δηλαδή, κάποιος,

βουλεύεται γάρ, εἰ ὤφειλε μετελθεῖν τὸ πρᾶγμα ἢ οὔ. Εἶτα κρίνει τὸ

αν πρέπει ν ασχοληθεί με την υπόθεση ή όχι. Έπειτα σκέφτεται το καλύτερο,

κρεῖττον, καὶ λέγεται κρίσις. Εἶτα διατίθεται καὶ ἀγαπᾷ τὸ ἐκ τῆς

και αυτό λέγεται διάκριση. Στη συνέχεια, αποδέχεται και αγαπά αυτό που

βουλῆς κριθέν, καὶ λέγεται γνώμη· ἐὰν γὰρ κρίνῃ καὶ μὴ διατεθῇ πρὸς

έκρινε με τη σκέψη του, και αυτό ονομάζεται συγκατάθεση. Αν βέβαια δεν

τὸ κριθὲν, ἤγουν ἀγαπήσῃ αὐτό, οὐ λέγεται γνώμη. Εἶτα μετὰ τὴν

αποφασίσει ν αποδεχθεί την κρίση του, δηλαδή δεν την αγαπήσει, τότε

δεν ονομάζεται συγκατάθεση. Έπειτα, μετά την αποδοχή, έρχεται

διάθεσιν γίνεται προαίρεσις, ἤγουν ἐπιλογή· προαίρεσις γάρ ἐστι δύο

η προαίρεση, δηλαδή η επιλογή· προαίρεση δηλαδή είναι η εκλογή του ενός

προκειμένων τὸ αἱρεῖσθαι καὶ ἐκλέγεσθαι τοῦτο πρὸ τοῦ ἑτέρου.

μεταξύ δύο πραγμάτων, να προτιμήσουμε αυτό αντί για το άλλο. Κατόπιν,

Εἶτα ὁρμᾷ πρὸς τὴν πρᾶξιν, καὶ λέγεται ὁρμή. Εἶτα κέχρηται, καὶ

σπεύδει να το κάνει πράξη, και αυτό ονομάζεται ορμή. Έπειτα, εκπληρώνει

λέγεται χρῆσις. Εἶτα παύεται τῆς ὀρέξεως μετὰ τὴν χρῆσιν.

την επιθυμία, και αυτό λέγεται χρήση. Τέλος, μετά τη χρήση, η επιθυμία

σταματά.

 

᾿Επὶ μὲν οὖν τῶν ἀλόγων ὄρεξις γίνεταί τινος, καὶ εὐθέως ὁρμὴ πρὸς

Στην περίπτωση βέβαια των αλόγων ζώων, όταν έχουν επιθυμία κάποιου

τὴν πρᾶξιν· ἄλογος γάρ ἐστιν ἡ ὄρεξις τῶν ἀλόγων, καὶ ἄγονται

πράγματος, αμέσως ορμούν να την πραγματοποιήσουν· διότι η επιθυμία

των αλόγων ζώων είναι άλογη και κατευθύνεται

ὑπὸ τῆς φυσικῆς ὀρέξεως. Διὸ οὐδὲ θέλησις λέγεται ἡ τῶν ἀλόγων

από τη φυσική επιθυμία. Γι αυτό η επιθυμία των αλόγων ζώων δεν

ὄρεξις, οὐδὲ βούλησις· θελήσις γάρ ἐστι λογικὴ καὶ αὐτεξούσιος

ονομάζεται θέληση ούτε βούληση· διότι η θέληση είναι λογική και αυτεξούσια

φυσικὴ ὄρεξις. ᾿Επὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων λογικῶν ὄντων ἄγεται

φυσική επιθυμία. Στους ανθρώπους όμως, οι οποίοι έχουν λογική, η φυσική

μᾶλλον ἡ φυσικὴ ὄρεξις ἤπερ ἄγει· αὐτεξουσίως γὰρ καὶ μετὰ λόγου

τους επιθυμία μάλλον κατευθύνεται παρά κατευθύνει· διότι αυτή κινείται

κινεῖται, ἐπειδὴ συνεζευγμέναι εἰσὶν αἱ γνωστικαὶ καὶ ζωτικαὶ

ελεύθερα και λογικά, επειδή μέσα στον άνθρωπο οι γνωστικές και ζωτικές

δυνάμεις ἐν αὐτῷ. Αὐτεξουσίως οὖν ὀρέγεται καὶ αὐτεξουσίως

δυνάμεις επικοινωνούν μεταξύ τους. (Ο άνθρωπος), λοιπόν, ελεύθερα

βούλεται καὶ αὐτεξουσίως ζητεῖ καὶ σκέπτεται καὶ αὐτεξουσίως

επιθυμεί, ελεύθερα θέλει, ελεύθερα ερευνά και εξετάζει, ελεύθερα σκέφτεται,

βουλεύεται καὶ αὐτεξουσίως κρίνει καὶ αὐτεξουσίως διατίθεται καὶ

ελεύθερα διακρίνει, ελεύθερα παίρνει θέση απέναντι στα πράγματα,

αὐτεξουσίως προαιρεῖται καὶ αὐτεξουσίως ὁρμᾷ καὶ αὐτεξουσίως

ελεύθερα εκλέγει, ελεύθερα σπεύδει (για εκπλήρωση των επιθυμιών) και

πράττει ἐπὶ τῶν κατὰ φύσιν ὄντων.  

ελεύθερα ενεργεί σ αυτά που είναι σύμφωνα με τη φύση του.

 

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἐπὶ Θεοῦ βούλησιν μὲν λέγομεν, προαίρεσιν δὲ

Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι στο Θεό αποδίδουμε βούληση και όχι

κυρίως οὐ λέγομεν· οὐ γὰρ βουλεύεται ὁ Θεός. ᾿Αγνοίας γάρ ἐστι τὸ

προαίρεση· διότι ο Θεός δεν σκέφτεται. Η σκέψη αποτελεί γνώρισμα της

βουλεύεσθαι· περὶ γὰρ τοῦ γινωσκομένου οὐδεὶς βουλεύεται. Εἰ δὲ ἡ

άγνοιας· κανείς όμως δεν σκέφτεται για κάτι που το γνωρίζει. Εάν, λοιπόν,

βουλὴ ἀγνοίας, πάντως καὶ ἡ προαίρεσις. ῾Ο δὲ Θεὸς πάντα εἰδὼς

η σκέψη είναι γνώρισμα της αγνοίας, οπωσδήποτε είναι και η προαίρεση.

ἁπλῶς οὐ βουλεύεται.  

Αλλά ο Θεός, ο οποίος τα γνωρίζει όλα απολύτως, δεν σκέφτεται.

 

Οὔτε δὲ ἐπὶ τῆς τοῦ Κυρίου ψυχῆς φαμεν βουλὴν ἢ προαίρεσιν· οὐ

Αλλά ούτε στην ψυχή του Κυρίου αποδίδουμε σκέψη ή προαίρεση· διότι δεν

γὰρ εἶχεν ἄγνοιαν. Εἰ γὰρ καὶ τῆς ἀγνοούσης τὰ μέλλοντα φύσεως

είχε άγνοια. Αν και η (ανθρώπινη) φύση του αγνοούσε τα μέλλοντα να

ἦν, ἀλλ᾿ ὅμως καθ᾿ ὑπόστασιν ἑνωθεῖσα τῷ Θεῷ Λόγῳ πάντων τὴν

συμβούν, όμως, επειδή ενώθηκε υποστατικά με το Θεό Λόγο, είχε τη γνώση

γνῶσιν εἶχεν οὐ χάριτι, ἀλλ᾿, ὡς εἴρηται, διὰ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν

όλων όχι χαριστικά αλλά, όπως λέγεται, εξαιτίας της υποστατικής ενώσεώς

ἕνωσιν· ὁ αὐτὸς γὰρ ἦν καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Διὸ οὐδὲ γνωμικὸν

της· διότι ο ίδιος ήταν και Θεός και άνθρωπος. Γι αυτό και δεν είχε γνωμικό

εἶχε θέλημα. Θέλησιν μὲν γὰρ εἶχε τὴν φυσικὴν, τὴν ἁπλῆν, τὴν ἐν

θέλημα. Είχε βέβαια απλή φυσική θέληση, την ίδια που συναντάμε

πάσαις ταῖς ὑποστάσεσι τῶν ἀνθρώπων ὁμοίως θεωρουμένην, τὴν

σε κάθε ανθρώπινη υπόσταση· αλλά η αγία του ψυχή δεν είχε γνώμη,

δὲ γνώμην, ἤγουν τὸ θελητὸν, οὐκ εἶχεν ἡ ἁγία αὐτοῦ ψυχὴ ἐναντίον

δηλαδή επιθυμητό, το οποίο (να μπορεί να είναι) αντίθετο στο θείο του

τοῦ θείου αὐτοῦ θελήματος οὐδὲ ἄλλο παρὰ τὸ θεῖον αὐτοῦ θέλημα.

θέλημα ή κάτι το διαφορετικό από το θείο του θέλημα.

῾Η γὰρ γνώμη συνδιαιρεῖται ταῖς ὑποστάσεσι πλὴν τῆς ἁγίας καὶ

Διότι η γνώμη χωρίζεται μαζί με τις υποστάσεις (πρόσωπα), εκτός από τα

ἁπλῆς καὶ ἀσυνθέτου καὶ ἀδιαιρέτου θεότητος· ἐκεῖ γὰρ τῶν

πρόσωπα της αγίας, απλής, ασύνθετης και αδιαίρετης Θεότητος· επειδή

ὑποστάσεων μὴ εἰς ἅπαν διαιρουμένων καὶ διισταμένων, οὐδὲ τὸ

οι υποστάσεις της Θεότητος είναι αδιαίρετες και αχώριστες, ούτε και η

θελητὸν διαιρεῖται. Κἀκεῖ μέν, ἐπειδὴ μία ἡ φύσις, μία καὶ ἡ φυσικὴ

θέλησή τους χωρίζεται. Και στη θεότητα βέβαια, επειδή η φύση είναι μία, μία

θέλησις· ἐπειδὴ δὲ καὶ αἱ ὑποστάσεις ἀδιάστατοί εἰσιν, ἓν καὶ τὸ

είναι και η φυσική τους θέληση. Και επειδή οι υποστάσεις είναι αχώριστες,

θελητὸν καὶ μία ἡ κίνησις τῶν τριῶν ὑποστάσεων.

είναι και μία η θέλησή και η κίνηση (ενέργεια) των τριών υποστάσεων.

 

᾿Επὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ μὲν ἡ φύσις μία, μία καὶ ἡ φυσικὴ

Στην περίπτωση των ανθρώπων μάλιστα, επειδή μία είναι η φύση, μία είναι

θέλησις· ἐπειδὴ δὲ αἱ ὑποστάσεις κεχωρισμέναι εἰσὶ καὶ διεστήκασιν

και η θέληση· επειδή όμως τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι χωριστά και

ἀλλήλων κατά τε τόπον καὶ χρόνον καὶ τὴν πρὸς τὰ πράγματα

διαφέρουν μεταξύ τους στον τόπο, το χρόνο, τη σχέση τους προς τα

διάθεσιν καὶ ἕτερα πλεῖστα, τούτου ἕνεκα διάφορα τὰ θελήματα καὶ

πράγματα και άλλα πολλά, εξαιτίας αυτού έχουμε και διαφορετικά θελήματα

αἱ γνῶμαι. ᾿Επὶ δὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ  Χριστοῦ, ἐπειδὴ μὲν

και γνώμες. Σχετικά όμως με το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού,

διάφοροι αἱ φύσεις, διάφοροι καὶ αἱ θελήσεις αἱ φυσικαὶ τῆς αὐτοῦ

επειδή οι φύσεις διαφέρουν, διαφέρουν και οι φυσικές θελήσεις της θείας

θεότητος καὶ τῆς αὐτοῦ ἀνθρωπότητος, ἤγουν αἱ θελητικαὶ δυνάμεις·

και της ανθρωπίνης φύσεώς του, δηλαδή οι θελητικές δυνάμεις. Επειδή όμως

ἐπειδὴ δὲ μία ἡ ὑπόστασις καὶ εἷς ὁ θέλων, ἓν καὶ τὸ θελητὸν, ἤγουν

μία είναι η υπόσταση του προσώπου του και ένας αυτός που θέλει, ένα είναι

τὸ γνωμικὸν θέλημα, τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ θελήσεως ἑπομένης

και αυτό που θέλει, δηλαδή το γνωμικό του θέλημα· διότι η ανθρώπινη

δηλαδὴ τῇ θείᾳ αὐτοῦ θελήσει καὶ ταῦτα θελούσης, ἃ ἡ θεία αὐτοῦ

θέλησή του ακολουθεί τη θεία του θέληση και θέλει αυτά, τα οποία η θεία του

ἤθελε θέλησις θέλειν αὐτήν.  

θέληση ήθελε να θέλει αυτή (η ανθρώπινη).

 

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἕτερον μέν ἐστιν ἡ θέλησις, ἕτερον δὲ βούλησις,

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι άλλο είναι η θέληση και άλλο η βούληση,

ἕτερον δὲ τὸ θελητὸν καὶ ἕτερον τὸ θελητικὸν καὶ ἕτερον ὁ θέλων.

άλλο το θελητό, άλλο το θελητικό και άλλο ο θέλων.

Θέλησις μὲν γάρ ἐστιν αὐτὴ ἡ ἁπλῆ δύναμις τοῦ θέλειν, βούλησις δὲ

Θέληση, δηλαδή, είναι η ίδια η απλή δύναμη να θέλουμε, ενώ βούληση είναι

ἡ περί τι θέλησις, θελητὸν δὲ τὸ ὑποκείμενον τῇ θελήσει πρᾶγμα,

η θέληση για κάτι· θελητό πάλι είναι το αντικείμενο της θελήσεως, δηλαδή

ἤγουν ὅπερ θέλομεν· οἷον κινεῖται ἡ ὄρεξις πρὸς βρῶσιν· ἡ μὲν ἁπλῶς

αυτό που θέλουμε· για παράδειγμα, η επιθυμία κινείται για φαγητό· η απλή

ὄρεξις ἡ λογικὴ θέλησίς ἐστιν, ἡ δὲ πρὸς βρῶσιν ὄρεξις βούλησίς ἐστιν,

επιθυμία είναι λογική θέληση, ενώ η επιθυμία για φαγητό είναι βούληση·

αὐτὴ δὲ ἡ βρῶσις θελητόν ἐστι, θελητικὸν δὲ τὸ ἔχον τὴν θελητικὴν

η ίδια η τροφή είναι το θελητό, ενώ θελητικό είναι αυτό που έχει τη δύναμη

δύναμιν, οἷον ὁ ἄνθρωπος. Θέλων δὲ αὐτὸς ὁ κεχρημένος τῇ θελήσει.

της θελήσεως, για παράδειγμα ο άνθρωπος. Θέλων πάλι είναι αυτός που

χρησιμοποιεί τη θέληση.  

 

Δεῖ εἰδέναι, ὡς τὸ θέλημα, ποτὲ μὲν τὴν θέλησιν δηλοῖ, ἤτοι τὴν

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το θέλημα άλλοτε σημαίνει τη θέληση, δηλαδή τη

θελητικὴν δύναμιν καὶ λέγεται θέλημα φυσικόν, ποτὲ δὲ τὸ θελητὸν

θελητική δύναμη και ονομάζεται φυσικό θέλημα· άλλοτε πάλι σημαίνει το

καὶ λέγεται θέλημα γνωμικόν.   

επιθυμητό και ονομάζεται γνωμικό θέλημα.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37. Περὶ ἐνεργείας.

Για την ενέργεια.

 

 

Χρὴ γινώσκειν, ὡς πᾶσαι αἱ δυνάμεις αἱ προειρημέναι, αἵ τε

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι δυνάμεις που έχουμε αναφέρει, οι

γνωστικαὶ αἵ τε ζωτικαὶ καὶ αἱ φυσικαὶ καὶ αἱ τεχνικαί, ἐνέργειαι

γνωστικές, οι ζωτικές, οι φυσικές και οι τεχνικές, ονομάζονται ενέργειες.

λέγονται· ἐνέργεια γάρ ἐστιν ἡ φυσικὴ ἑκάστης οὐσίας δύναμίς τε καὶ

Ενέργεια είναι η φυσική δύναμη και κίνηση κάθε ουσίας. Και επίσης·

κίνησις. Καὶ πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ ἡ πάσης οὐσίας ἔμφυτος

φυσική ενέργεια είναι η έμφυτη κίνηση κάθε ουσίας. Γι αυτό είναι φανερό

κίνησις. ῞Οθεν δῆλον, ὅτι, ὧν ἡ οὐσία ἡ αὐτή, τούτων καὶ ἡ ἐνέργεια

ότι όποια όντα έχουν την ίδια ουσία, αυτά έχουν και την ίδια ενέργεια· όποια

ἡ αὐτή, ὧν δὲ αἱ φύσεις διάφοροι, τούτων καὶ αἱ ἐνέργειαι διάφοροι·

όμως έχουν διαφορετικές φύσεις, αυτά έχουν και διαφορετικές ενέργειες·

ἀμήχανον γὰρ οὐσίαν ἄμοιρον εἶναι φυσικῆς ἐνεργείας. 

διότι είναι αδύνατο η ουσία να είναι αμέτοχη στη φυσική ενέργεια.

 

᾿Ενέργεια πάλιν ἐστὶ φυσικὴ, ἡ δηλωτικὴ ἑκάστης οὐσίας δύναμις.

Φυσική ενέργεια πάλι είναι η δύναμη που φανερώνει κάθε ουσία. Και επίσης·

Καὶ πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ καὶ πρώτη ἡ ἀεικίνητος δύναμις τῆς

φυσική και πρώτη ενέργεια είναι η αεικίνητη δύναμη της νοερής ψυχής,

νοερᾶς ψυχῆς, τουτέστιν ὁ ἀεικίνητος αὐτῆς λόγος φυσικῶς ἐξ αὐτῆς

δηλαδή η αεικίνητη δύναμη της διάνοιάς της, η οποία από τη φύση της

ἀεὶ πηγαζόμενος. Καί πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ ἡ ἑκάστης οὐσίας

πηγάζει πάντοτε απ αυτήν. Και ακόμη· φυσική ενέργεια είναι η δύναμη και η

δύναμίς τε καὶ κίνησις, ἧς χωρὶς μόνον τὸ μὴ ὄν.  

κίνηση κάθε ουσίας, χωρίς την οποία υπάρχει μόνο αυτό που δεν έχει ύπαρξη.

 

Λέγονται δὲ ἐνέργειαι καὶ αἱ πράξεις ὡς τὸ λαλεῖν, τὸ περιπατεῖν,

Ενέργειες ονομάζονται και οι πράξεις, όπως το να ομιλεί κανείς, να περπατά,

τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ τὰ πάθη δὲ τὰ φυσικὰ

να τρώει, να πίνει και τα παρόμοια. Και ακόμη, τα φυσικά πάθη λέγονται

πολλάκις ἐνέργειαι λέγονται, οἷον πεῖνα, δίψα καὶ τὰ τοιαῦτα.

πολλές φορές ενέργειες, όπως η πείνα, η δίψα και τα παρόμοια. Ενέργεια

Λέγεται πάλιν ἐνέργεια καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δυνάμεως.  

ονομάζεται τέλος και το αποτέλεσμα της δυνάμεως.

 

Διττῶς δὲ λέγεται καὶ τὸ δυνάμει καὶ τὸ ἐνεργείᾳ. Λέγομεν γὰρ τὸν

Με διπλή σημασία λέγονται και οι εκφράσεις "δυνάμει" και "ενεργεία". Το

παῖδα τὸν θηλάζοντα δυνάμει γραμματικόν· ἔχει γὰρ ἐπιτηδειότητα

παιδί που θηλάζει το ονομάζουμε δυνάμει γραμματοδιδάσκαλο· διότι έχει την

διὰ μαθήσεως γενέσθαι γραμματικός. Λέγομεν πάλιν τὸν

ικανότητα με τη μάθηση να γίνει γραμματοδιδάσκαλος. Το

γραμματικὸν καὶ δυνάμει γραμματικὸν καὶ ἐνεργείᾳ· ἐνεργείᾳ μέν,

γραμματοδιδάσκαλο πάλι τον λέμε και δυνάμει και ενεργεία

ὅτι ἔχει τὴν γνῶσιν τῆς γραμματικῆς, δυνάμει δέ, ὅτι δύναται

γραμματοδιδάσκαλο· ενεργεία, διότι γνωρίζει τη γραμματική τέχνη, και

ἐξηγεῖσθαι, οὐκ ἐνεργεῖ δὲ τὴν ἐξήγησιν. Λέγομεν πάλιν ἐνεργείᾳ

δυνάμει, διότι μπορεί να την διδάξει, αλλά δεν διδάσκει. Τον καλούμε πάλι

γραμματικόν, ὅτε ἐνεργεῖ, ἤγουν ἐξηγεῖται.  

ενεργεία γραμματοδιδάσκαλο, όταν εργάζεται, δηλαδή διδάσκει.

 

Χρὴ οὖν γινώσκειν, ὅτι ὁ δεύτερος τρόπος κοινός ἐστι τοῦ δυνάμει καὶ

Πρέπει λοιπόν να γνωρίζουμε ότι η δεύτερη περίπτωση ανήκει από κοινού

τοῦ ἐνεργείᾳ· δεύτερος μὲν τοῦ δυνάμει, πρῶτος δὲ τοῦ ἐνεργείᾳ. 

και στο δυνάμει και στο ενεργεία· κατά δεύτερο λόγο ανήκει στο δυνάμει,

ενώ κατά πρώτο ανήκει στο ενεργεία.

 

᾿Ενέργεια φύσεώς ἐστι πρώτη καὶ μόνη καὶ ἀληθὴς, ἡ αὐθαίρετος,

Πρώτη, μοναδική και αληθινή ενέργεια της φύσεώς μας είναι η ανεξάρτητη,

ἤτοι λογικὴ καὶ αὐτεξούσιος ζωὴ καὶ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς εἴδους συστατική·

δηλαδή η λογική και ελεύθερη ζωή, που είναι συστατική της ανθρωπίνης

ἧς οἱ ἀποστεροῦντες τὸν Κύριον, οὐκ οἶδα ὅπως αὐτὸν Θεὸν

φύσεώς μας· αυτοί που αρνούνται αυτή τη φύση (ανθρώπινη) για τον Κύριο,

ἐνανθρωπήσαντα λέγουσιν. ᾿Ενέργειά ἐστι φύσεως κίνησις δραστική·

δεν ξέρω πώς τον ονομάζουν ενανθρωπήσαντα Θεό. Η ενέργεια είναι

δραστικὸν δὲ λέγεται τὸ ἐξ ἑαυτοῦ κινούμενον.

δραστική κίνηση της φύσεως· και ονομάζεται δραστικό αυτό που κινείται

από τον εαυτό του.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38. Περὶ ἑκουσίου καὶ ἀκουσίου 

Για το εκούσιο και το ακούσιο.

 

 

᾿Επειδὴ τὸ ἑκούσιον ἐν πράξει τινί ἐστι καὶ τὸ νομιζόμενον δὲ

Επειδή σε μια πράξη υπάρχει η εκούσια και σ άλλη η θεωρούμενη ακούσια

ἀκούσιον ἐν πράξει τινί ἐστι, πολλοὶ δέ τινες καὶ τὸ ὄντως ἀκούσιον

συμμετοχή και πολλοί πιστεύουν ότι υπάρχει η ακούσια συμμετοχή όχι μόνον

οὐ μόνον ἐν τῷ πάσχειν ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πράττειν τίθενται, δεῖ

όταν υποφέρουμε αλλά και όταν ενεργούμε, πρέπει να γνωρίζουμε ότι

εἰδέναι, ὅτι πρᾶξίς ἐστιν ἐνέργεια λογική, ταῖς δὲ πράξεσιν ἕπεται

η πράξη είναι λογική ενέργεια και ότι μετά τις πράξεις ακολουθεί ή έπαινος

ἔπαινος ἢ ψόγος· καὶ αἱ μὲν αὐτῶν μεθ᾿ ἡδονῆς, αἱ δὲ μετὰ λύπης

ή κατηγορία. Και άλλες πράξεις γίνονται με ευχαρίστηση και άλλες με λύπη.

πράττονται· καὶ αἱ μὲν αὐτῶν εἰσιν αἱρεταὶ τῷ πράττοντι, αἱ δὲ

Αυτός που τίς κάμει, άλλες τις προτιμά και άλλες τις αποφεύγει· και απ αυτές

φευκταί· καὶ τῶν αἱρετῶν αἱ μὲν ἀεὶ αἱρεταί, αἱ δὲ κατά τινα χρόνον.

που προτιμά, άλλες τις προτιμά για πάντα, ενώ άλλες πρόσκαιρα· το ίδιο και

Ὁμοίως καὶ τῶν φευκτῶν. Καὶ πάλιν· αἱ μὲν τῶν πράξεων ἐλεοῦνται,

αυτές που αποφεύγει. Επίσης, άλλες από τις πράξεις κινούν την συμπάθεια,

αἱ δὲ συγγνώμης ἀξιοῦνται, αἱ δὲ μισοῦνται καὶ κολάζονται. Τῷ μὲν

άλλες θεωρούνται άξιες συγχωρήσεως, άλλες είναι μισητές και άλλες άξιες

οὖν ἑκουσίῳ πάντως ἐπακολουθεῖ ἔπαινος ἢ ψόγος καὶ τὸ μεθ᾿ ἡδονῆς

τιμωρίας. Στην εκούσια, λοιπόν, συμμετοχή ακολουθεί οπωσδήποτε έπαινος

πράττεσθαι καὶ τὸ αἱρετὰς εἶναι τὰς πράξεις τοῖς πράττουσιν ἢ ἀεὶ ἢ

ή κατηγορία και ότι αυτός που τις κάμει τις προτιμά ή για πάντα ή για κάποιο

τότε, ὅτε πράττονται. Τῷ δὲ ἀκουσίῳ τὸ συγγνώμης ἢ ἐλέους

χρονικό διάστημα που γίνονται. Στην ακούσια όμως συμμετοχή  ακολουθεί

ἀξιοῦσθαι, καὶ τὸ μετὰ λύπης πράττεσθαι καὶ τὸ μὴ εἶναι αἱρετὰς

η συγχώρεση ή η συμπάθεια, ότι γίνονται με λύπη και ότι δεν τις επιλέγει ούτε

μηδὲ δι᾿ ἑαυτοῦ τελεῖν τὸ πραττόμενον, εἰ καὶ βιάζοιτο.  

τις ενεργεί από τον εαυτό του αυτός που τις κάμει, ακόμη κι αν πιέζεται.

 

Τοῦ δὲ ἀκουσίου τὸ μέν ἐστι κατὰ βίαν, τὸ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν· κατὰ βίαν

Η ακούσια συμμετοχή οφείλεται από τη μια στη βία κι από την άλλη στην

μέν, ὅταν ἡ ποιητικὴ ἀρχὴ, ἤγουν αἰτία ἔξωθέν ἐστιν, ἤγουν ὅταν

άγνοια· στη βία βέβαια οφείλεται, όταν η δημιουργική αρχή, δηλαδή η αιτία

ὑφ᾿ ἑτέρου βιαζώμεθα, μηδ᾿ ὅλως πειθόμενοι, μηδὲ συμβαλλώμεθα

της βρίσκεται έξω απο μας, όταν δηλαδή άλλος μας πιέζει, χωρίς καθόλου να

κατ᾿ οἰκείαν ὁρμὴν, μηδὲ ὅλως συμπράττωμεν ἢ δι᾿ ἑαυτῶν τὸ

μας πείθει και χωρίς να συμμετέχουμε αυθόρμητα ή να συμπράττουμε ή να

βιασθὲν ποιῶμεν· ὃ καὶ ὁριζόμενοί φαμεν· ἀκούσιόν ἐστιν οὗ ἡ ἀρχὴ

κάνουμε από μόνοι μας αυτό για το οποίο μας πιέζουν. Ο ορισμός αυτού

ἔξωθεν μηδὲν συμβαλλομένου κατ᾿ οἰκείαν ὁρμὴν τοῦ βιασθέντος.

είναι: ακούσια συμμετοχή είναι αυτή της οποίας η αρχή βρίσκεται έξω από

μας, χωρίς καθόλου να συμμετέχει με τον εαυτό του αυτός που δέχθηκε

᾿Αρχὴν δέ φαμεν τὴν ποιητικὴν αἰτίαν. Τὸ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν ἀκούσιόν

πίεση. Αρχή πάλι ονομάζουμε τη δημιουργική αιτία. Η ακούσια όμως

ἐστιν, ὅταν μὴ αὐτοὶ παρέχωμεν αἰτίαν τῆς ἀγνοίας, ἀλλ᾿ οὕτω

συμμετοχή οφείλεται στην άγνοια, όταν οι ίδιοι δεν γινόμαστε αίτιοι της

συμβῇ. Εἰ γὰρ μεθύων τις φόνον ποιήσει, ἀγνοῶν ἐφόνευσεν, οὐ μὴν

άγνοιας, αλλά όταν έτσι συμβεί. Για παράδειγμα, αν κάποιος μεθυσμένος

ἀκουσίως· τὴν γὰρ αἰτίαν τῆς ἀγνοίας, ἤγουν τὴν μέθην, αὐτὸς

κάνει φόνο, σκότωσε από άγνοια, αλλά όχι άθελα· διότι ο ίδιος προξένησε

ἔπραξεν. Εἰ δέ τις ἐν τῷ συνήθει τόπῳ τοξεύων τὸν πατέρα

την αιτία της άγνοιας, δηλαδή τη μέθη. Αν όμως κάποιος ρίχνοντας το τόξο

παριόντα ἀπέκτεινε, δι᾿ ἄγνοιαν λέγεται ἀκουσίως τοῦτο πεποιηκέναι.  

του σε συνηθισμένο τόπο, σκότωσε τον πατέρα του που περνούσε τυχαία,

τότε λέμε ότι χωρίς τη θέλησή του το έπραξε, από άγνοια.

 

Τοῦ οὖν ἀκουσίου διττοῦ ὄντος, τοῦ μὲν κατὰ βίαν, τοῦ δὲ δι᾿

Ενώ, λοιπόν, η ακούσια συμμετοχή είναι δύο ειδών, ένα είδος με πίεση και

ἄγνοιαν, τὸ ἑκούσιον ἀμφοτέροις ἀντίκειται· ἔστι γὰρ ἑκούσιον τὸ

άλλο από άγνοια, η εκούσια συμμετοχή είναι αντίθετη και στα δύο· διότι

μήτε κατὰ βίαν μήτε δι᾿ ἄγνοιαν γινόμενον. ῾Εκούσιον τοίνυν ἐστίν,

εκούσια συμμετοχή είναι εκείνη που γίνεται χωρίς πίεση και χωρίς άγνοια.

οὗ ἡ ἀρχὴ, τουτέστιν ἡ αἰτία, ἐν αὑτῷ εἰδότι τὰ καθ᾿ ἕκαστα, δι᾿ ὧν

Εκούσια, λοιπόν, συμμετοχή είναι αυτή που η αρχή της, δηλαδή η αιτία,

υπάρχει σ αυτόν τον ίδιο που γνωρίζει τις σχετικές λεπτομέρειες, με τις

καὶ ἐν οἷς ἡ πρᾶξις. "Καθ᾿ ἕκαστα" δέ ἐστιν, ἃ καλεῖται παρὰ τοῖς

οποίες συντελείται η πράξη. Σχετικές λεπτομέρειες είναι αυτές που οι ρήτορες

ῥήτορσι περιστατικὰ μόρια· οἷον τίς, ἤγουν ὁ πράξας, τίνα, ἤγουν

ονομάζουν παραμέτρους: όπως "ποιος", δηλαδή ο δράστης, "ποιο", δηλαδή

τὸν παθόντα, τί, ἤγουν αὐτὸ τὸ πραχθέν, τυχὸν ἐφόνευσε· τίνι,

το θύμα, "ποιά", δηλαδή η πράξη, αν τυχόν διέπραξε φόνο· "με τι", δηλαδή με

ἤγουν ὀργάνῳ, ποῦ, ἤγουν τόπῳ, πότε, ἤγουν ἐν ποίῳ χρόνῳ, πῶς,

ποιο όργανο, "που", δηλαδή σε ποιό τόπο, "πότε", δηλαδή σε ποιο χρόνο,

ὁ τρόπος τῆς πράξεως, διὰ τί, ἤγουν διὰ ποίαν αἰτίαν. 

"πως", δηλαδή με ποιο τρόπο έγινε η πράξη, "γιατί", δηλαδή για ποια αιτία.

 

᾿Ιστέον, ὥς εἰσί τινα μέσα ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, ἅτινα ἀηδῆ καὶ

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ορισμένες ενέργειές μας ενδιάμεσες

λυπηρὰ ὄντα διὰ μεῖζον κακὸν καταδεχόμεθα, ὡς διὰ ναυάγιον

μεταξύ εκουσίων και ακουσίων, τις οποίες δεχόμαστε, αν και είναι

δυσάρεστες και λυπηρές, για ν αποφύγουμε μεγαλύτερο κακό, όπως στην

ἀποβάλλομεν τὰ ἐν τῷ πλοίῳ. 

περίπτωση του ναυαγίου ρίχνουμε στη θάλασσα τα εμπορεύματα του πλοίου.

 

᾿Ιστέον, ὡς τὰ παιδία καὶ τὰ ἄλογα ἑκουσίως μὲν ποιεῖ, οὐ μὴν δὲ καὶ

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα παιδιά και τα άλογα ενεργούν με τη θέλησή τους,

προαιρούμενα, καὶ ὅσα διὰ θυμὸν πράττομεν μὴ προβουλευσάμενοι,

αλλά χωρίς να προαποφασίσουν· και ότι, όσα κάνουμε εξαιτίας της οργής,

ἑκουσίως ποιοῦμεν, οὐ μὴν καὶ κατὰ προαίρεσιν. Καὶ ὁ φίλος

χωρίς προηγουμένως να σκεφθούμε, το κάνουμε με τη θέλησή μας, αλλά όχι

και με προηγούμενη απόφαση. Και ο φίλος μας

αἰφνιδίως ἐπέστη ἑκουσίως μὲν ἡμῖν, οὐ μὴν καὶ προαιρούμενος. Καὶ

παρουσιάστηε ξαφνικά με τη θέλησή μας, χωρίς όμως να προαποφασίσουμε.

ὁ θησαυρῷ ἀνελπίστως περιτυχὼν ἑκουσίως περιέτυχεν, οὐ μὴν καὶ

Κι αυτός που βρήκε ανέλπιστα θησαυρό, τον βρήκε με τη θέλησή του, αλλά

προαιρούμενος. Πάντα ταῦτα ἑκούσια μὲν διὰ τὸ ἐπ᾿ αὐτοῖς ἥδεσθαι,

χωρίς να προαποφασίσει. Όλα αυτά είναι εκούσια, διότι μας προκαλούν  

οὐ μὴν καὶ κατὰ προαίρεσιν, διότι οὐκ ἀπὸ βουλῆς· δεῖ δὲ πάντως

ευχαρίστηση, αλλά δεν γίνονται με προηγούμενη απόφαση, διότι δεν τα

βουλὴν προηγεῖσθαι τῆς προαιρέσεως, καθὼς εἴρηται.

έχουμε σκεφθεί. Πρέπει, επίσης, όπως είπαμε, η σκέψη να προηγείται από την

απόφαση.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39. Περὶ τοῦ ἐφ᾿ ἡμῖν, τουτέστι τοῦ αὐτεξουσίου.

Για την εξουσία της βουλήσεώς μας, δηλαδή για το αυτεξούσιο.

 

 

῾Ο περὶ τοῦ αὐτεξουσίου λόγος, τουτέστι τοῦ ἐφ᾿ ἡμῖν, πρώτην μὲν

Ο λόγος για το αυτεξούσιο, δηλαδή για την εξουσία της βουλήσεώς μας, έχει

ἔχει ζήτησιν, εἰ ἔστι ἐφ᾿ ἡμῖν· πολλοὶ γὰρ οἱ πρὸς τοῦτο

πρώτο στόχο, αν υπάρχει κάτι που εξαρτάται από μας· διότι πολλοί είναι που

ἀντιβαίνοντες.  Δευτέραν δέ, τίνα ἐστὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν καὶ τίνων

διαφωνούν μ αυτό. Δεύτερο στόχο έχει, ποια είναι αυτά που εξαρτώνται από

ἐξουσίαν ἔχομεν. Τρίτην τὴν αἰτίαν ἐξετάσαι, δι᾿ ἣν ὁ ποιήσας ἡμᾶς

μας και στα οποία έχουμε εξουσία. Και τρίτο στόχο, να βρούμε για ποια αιτία

Θεὸς αὐτεξουσίους ἐποίησεν. ᾿Αναλαβόντες οὖν περὶ τοῦ πρώτου,

ο Δημιουργός μας Θεός μας έκανε αυτεξούσιους. Αναλύοντας τον πρώτο

πρῶτον εἴπωμεν ἀποδεικνύντες, ὅτι ἔστι τινὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, ἐκ τῶν παρ᾿

στόχο, ας αποδείξουμε πρώτα ότι υπάρχουν ορισμένα απ αυτά που δέχονται

ἐκείνοις ὁμολογουμένων, καὶ εἴπωμεν οὕτως.

εκείνοι (που διαφωνούν) που εξαρτώνται από μας, κι έτσι ν αρχίσουμε το

λόγο.

 

Τῶν γινομένων πάντων ἢ Θεόν φασιν αἴτιον εἶναι ἢ ἀνάγκην ἢ

Λένε ότι αιτία όλων αυτών που συμβαίνουν είναι ή ο Θεός ή η ανάγκη ή η

εἱμαρμένην ἢ φύσιν ἢ τύχην ἢ τὸ αὐτόματον. ᾿Αλλὰ τοῦ μὲν Θεοῦ

μοίρα ή η φύση ή η τύχη ή ο αυτοματισμός. Αλλά, έργο του Θεού είναι η

ἔργον οὐσία καὶ πρόνοια, τῆς δὲ ἀνάγκης τῶν ἀεὶ ὡσαύτως ἐχόντων

ύπαρξη και η πρόνοια, ενώ της ανάγκης έργο είναι η κίνηση όσων βρίσκονται

ἡ κίνησις· τῆς δὲ εἱμαρμένης τὸ ἐξ ἀνάγκης τὰ δι᾿ αὐτῆς ἐπιτελεῖσθαι

στην ίδια κατάσταση αιώνια· έργο πάλι της μοίρας είναι να γίνονται

(καὶ γὰρ αὕτη τῆς ἀνάγκης ἐστί)· τῆς δὲ φύσεως γένεσις, αὔξησις,

υποχρεωτικά όσα η ίδια φέρει (διότι και η ίδια αποτελεί έργο της ανάγκης)·

φθορά, φυτὰ καὶ ζῷα· τῆς δὲ τύχης τὰ σπάνια καὶ ἀπροσδόκητα·

έργο της φύσεως πάλι είναι η δημιουργία, η αύξηση, η φθορά, τα φυτά και τα

ὁρίζονται γὰρ τὴν τύχην σύμπτωσιν καὶ συνδρομὴν δύο αἰτίων

ζώα· της τύχης πάλι είναι τα σπάνια και απροσδόκητα· διότι δίνουν ορισμό

ἀπὸ προαιρέσεως τὴν ἀρχὴν ἐχόντων, ἄλλο τι, παρ᾿ ὃ πέφυκεν,

στην τύχη ως σύμπτωση και συνεργασία δύο αιτιών, που ξεκινούν από την

ἀποτελούντων, ὡς τάφρον ὀρύσσοντα θησαυρὸν εὑρεῖν· οὔτε γὰρ ὁ

προαίρεση, αλλά έχουν διαφορετικό αποτέλεσμα από το φυσιολογικό· όπως

συμβαίνει μ αυτόν που σκάβει τάφρο και βρίσκει θησαυρό· διότι ούτε αυτός

θεὶς τὸν θησαυρὸν οὕτως ἔθηκεν, ὥστε ἄλλον τοῦτον εὑρεῖν, οὔτε ὁ

που έκρυψε το θησαυρό, τον τοποθέτησε για να τον βρει άλλος, ούτε αυτός

εὑρὼν οὕτως ὤρυξεν, ὡς εὑρεῖν θησαυρόν, ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἵν᾿ ὅταν θέλῃ,

που τον βρήκε έσκαψε για να βρει θησαυρό· το αντίθετο, ο ένας έσκαψε για

ἀνέληται, ὁ δὲ ἵνα τάφρον ὀρύξῃ· συνέπεσε δὲ ἄλλο τι, παρ᾿ ὃ

να τον βρει όποτε θέλει, και ο άλλος για να φτιάξει τάφρο. Συνέβη όμως κάτι

προῃροῦντο ἀμφότεροι. Τοῦ δὲ αὐτομάτου τὰ τῶν ἀψύχων ἢ

διαφορετικό απ αυτό που και οι δύο επιδίωκαν. Τέλος, έργο του

ἀλόγων συμπτώματα ἄνευ φύσεως καὶ τέχνης. Οὕτως αὐτοί φασι.

αυτοματισμού είναι τα τυχαία συμβάντα των αψύχων και αλόγων ζώων, που

συμβαίνουν χωρίς τη μεσολάβηση της φύσεως ή της τέχνης. Έτσι λένε αυτοί.

 

Τίνι τοίνυν τούτων ὑπαγάγωμεν τὰ διὰ τῶν ἀνθρώπων, εἴπερ ὁ

Σε ποιό, λοιπόν, από αυτά θα κατατάξουμε τις ανθρώπινες πράξεις, αν ο

ἄνθρωπος οὐκ ἔστιν αἴτιος καὶ ἀρχὴ πράξεως; Οὐδὲ γὰρ Θεῷ

άνθρωπος δεν είναι η αιτία και η αρχή κάποιας πράξεως; Διότι δεν είναι

θεμιτὸν ἐπιγράφειν αἰσχρὰς ἔσθ᾿ ὅτε πράξεις καὶ ἀδίκους οὐδὲ ἀνάγκῃ

δίκαιο ν αποδίνουμε συχνά αισχρές και άδικες πράξεις στο Θεό, ούτε στην

(οὐ γὰρ τῶν ἀεὶ ὡσαύτως ἐχόντων ἐστίν), οὐδὲ εἱμαρμένῃ (οὐ γὰρ

ανάγκη (διότι δεν είναι χαρακτηριστικό αυτών που βρίσκονται στην ίδια

κατάσταση), ούτε στη μοίρα (διότι λένε ότι αυτά που ανήκουν στη μοίρα

τῶν ἐνδεχομένων, ἀλλὰ τῶν ἀναγκαίων τὰ τῆς εἱμαρμένης

δεν ανήκουν στα ενδεχόμενα αλλά στα υποχρεωτικά να συμβούν), ούτε στη

λέγουσιν), οὔτε φύσει (φύσεως γὰρ ἔργα ζῷα καὶ φυτά), οὐδὲ τύχῃ

φύση (διότι έργα της φύσεως είναι τα ζώα και τα φυτά), ούτε στην τύχη (διότι

(οὐ γὰρ σπάνιοι καὶ ἀπροσδόκητοι τῶν ἀνθρώπων αἱ πράξεις), οὔτε

οι ανθρώπινες πράξεις δεν είναι σπάνιες και απροσδόκητες), ούτε στον

τῷ αὐτομάτῳ (ἀψύχων γὰρ λέγουσιν ἢ ἀλόγων συμπτώματα τοῦ

αυτοματισμό (διότι τα συμβάντα του αυτοματισμού λένε ότι γίνονται στα

αὐτομάτου).

άψυχα και άλογα ζώα).

 

Λείπεται δὴ αὐτὸν τὸν πράττοντα καὶ ποιοῦντα ἄνθρωπον ἀρχὴν

Μας απομένει, λοιπόν, να είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, που ενεργεί και

εἶναι τῶν ἰδίων ἔργων καὶ αὐτεξούσιον.  ῎Ετι, εἰ μηδεμιᾶς ἐστιν ἀρχὴ

δημιουργεί· να είναι η αιτία των έργων του και ελεύθερος στη βούλησή του.

πράξεως ὁ ἄνθρωπος, περιττῶς ἔχει τὸ βουλεύεσθαι· εἰς τί γὰρ

Επιπλέον, εάν ο άνθρωπος δεν είναι ο αίτιος καμιάς πράξεως, δεν του

χρήσεται τῇ βουλῇ μηδεμιᾶς ὢν κύριος πράξεως;  Πᾶσα γὰρ βουλὴ

χρειάζεται ν αποφασίζει· τί να την κάνει την απόφασή του, αν δεν είναι

πράξεως ἕνεκα. Τὸ δὲ κάλλιστον καὶ τιμιώτατον τῶν ἐν ἀνθρώπῳ

αίτιος καμιάς πράξεως; Η απόφαση υπάρχει για να κάνει πράξεις. Θα ήταν

περιττὸν ἀποφαίνειν τῶν ἀτοπωτάτων ἂν εἴη. Εἰ τοίνυν βουλεύεται,

όμως από τα πιο παράλογα να παρουσιάζουμε ως άχρηστη την πιο ωραία και

πράξεως ἕνεκα βουλεύεται· πᾶσα γὰρ βουλὴ πράξεως ἕνεκα καὶ διὰ

πολύτιμη ικανότητα του ανθρώπου. Αν, λοιπόν, αποφασίζει, αποφασίζει για

πρᾶξιν.

πράξεις· διότι κάθε απόφαση γίνεται για την πράξη και με σκοπό την εκτέλεσή

της.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40. Περὶ τῶν γινομένων

Γι αυτά που συμβαίνουν.

 

 

Τῶν γινομένων τὰ μέν εἰσιν ἐφ᾿ ἡμῖν, τὰ δὲ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν. ᾿Εφ᾿ ἡμῖν μὲν

Απ αυτά που συμβαίνουν, άλλα εξαρτώνται από μας και άλλα όχι. Από μας

οὖν εἰσιν, ὧν ἡμεῖς ἐσμεν αὐτεξούσιοι ποιεῖν τε καὶ μὴ ποιεῖν,

εξαρτώνται αυτά τα οποία εμείς είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ή όχι, δηλαδή

τουτέστι πάντα τὰ δι᾿ ἡμῶν ἑκουσίως πραττόμενα (οὐ γὰρ ἑκουσίως

όλα αυτά που εκτελούμε με τη θέλησή μας (διότι δεν θα λέγαμε ότι κάνουμε

ἐλέγετο πράττεσθαι τῆς πράξεως οὐκ οὔσης ἐφ᾿ ἡμῖν) καὶ ἁπλῶς, οἷς

κάτι με τη θέλησή μας, αν η πράξη δεν εξαρτάται από μας)· μ ένα λόγο, από

ἕπεται ψόγος ἢ ἔπαινος καὶ ἐφ᾿ οἷς ἐστι προτροπὴ καὶ νόμος. Κυρίως

μας εξαρτώνται όσα έχουν ως συνέπεια κατάκριση ή έπαινο και για όσα

δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι τὰ ψυχικὰ πάντα καὶ περὶ ὧν βουλευόμεθα· ἡ δὲ

υπάρχει παραίνεση ή νόμος. Κυρίως εξαρτώνται από μας όσα ανήκουν στην

βουλὴ τῶν ἐπίσης ἐνδεχομένων ἐστίν. ᾿Επίσης δὲ ἐνδεχόμενόν ἐστιν,

ψυχή και για όσα αποφασίζουμε· διότι παίρνουμε απόφαση για τα ενδεχόμενα

ὃ αὐτό τε δυνάμεθα, καὶ τὸ ἀντικείμενον αὐτῷ· ποιεῖται δὲ τούτου

να συμβούν. Εξίσου ενδεχόμενο είναι αυτό που και το ίδιο μπορούμε να

τὴν αἵρεσιν ὁ νοῦς ὁ ἡμέτερος, καὶ οὗτός ἐστιν ἀρχὴ πράξεως.

κάνουμε και το αντίθετό του· το επιλέγει όμως η διάνοιά μας και αποτελεί την

αιτία της πράξεως.

 

Ταῦτα τοίνυν ἐστὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, τὰ ἐπίσης ἐνδεχόμενα, οἷον τὸ

Αυτά, λοιπόν, είναι εκείνα που εξαρτώνται από μας, τα οποία είναι εξίσου

κινεῖσθαι καὶ μὴ κινεῖσθαι, ὁρμᾶν καὶ μὴ ὁρμᾶν, ὀρέγεσθαι τῶν μὴ

ενδεχόμενα να συμβούν, όπως να κινούμαστε ή όχι, να σπεύδουμε ή όχι, να

ἀναγκαίων καὶ μὴ ὀρέγεσθαι, ψεύδεσθαι καὶ μὴ ψεύδεσθαι, διδόναι

επιθυμούμε τα μη απαραίτητα ή όχι, να λέμε ψέματα ή όχι, να δίνουμε ή όχι,

καὶ μὴ διδόναι, χαίρειν ἐφ᾿ οἷς δεῖ καὶ μὴ χαίρειν ὁμοίως, καὶ ἐφ᾿ οἷς

να χαιρόμαστε για όσα πρέπει, αλλά και το ίδιο να μην χαιρόμαστε για όσα δεν

οὐ δεῖ, καὶ ὅσα τοιαῦτα, ἐν οἷς ἐστι τὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας

πρέπει, και όλα τα παρόμοια, στα οποία υπάγονται τα έργα της αρετής και της

ἔργα· τούτων γάρ ἐσμεν αὐτεξούσιοι. Τῶν δὲ ἐπίσης ἐνδεχομένων

κακίας. Διότι όλα αυτά εξαρτώνται από την ελευθερία μας. Στα ενδεχόμενα,

εἰσὶ καὶ αἱ τέχναι· ἐφ᾿ ἡμῖν γάρ ἐστι μετελθεῖν, ἣν ἂν θελήσωμεν,

επίσης, να συμβούν ανήκουν και οι τέχνες· από μας εξαρτάται να ασκήσουμε

καὶ μὴ μετελθεῖν.  

όποια τέχνη θελήσουμε ή να μην ασκήσουμε.

 

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἡ μὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἀεὶ ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστιν·

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που είναι δυνατόν να

ἡ δὲ πρᾶξις πολλάκις κωλύεται κατά τινα τρόπον τῆς προνοίας.

γίνουν πράξη εξαρτάται από μας· αλλά την πράξη εμποδίζει πολλές φορές

κάποιο σχέδιο της θείας πρόνοιας.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 41. Διὰ ποίαν αἰτίαν αὐτεξούσιοι γεγόναμεν

Για ποιό λόγο δημιουργηθήκαμε αυτεξούσιοι.  

 

 

Φαμὲν τοίνυν εὐθέως τῷ λογικῷ συνεισέρχεσθαι τὸ αὐτεξούσιον καί

Υποστηρίζουμε ότι το αυτεξούσιο εισέρχεται στον άνθρωπο αμέσως μαζί με

τοῖς γεννητοῖς συμπεφυκέναι μεταβολήν και τροπήν. Πᾶν γὰρ

το λογικό, και ότι η αλλαγή και μεταβολή είναι φυσικές ιδιότητες όσων

γεννητὸν καὶ τρεπτόν ἐστιν. ῟Ων γὰρ ἡ ἀρχὴ τῆς γενέσεως ἀπὸ

γεννιούνται. Διότι, κάθετι που γεννιέται είναι και μεταβλητό. Καθώς, αφού η

τροπῆς ἤρξατο, ἀνάγκῃ ταῦτα τρεπτὰ εἶναι. Τροπὴ δέ ἐστι τὸ ἐκ μὴ

αρχή της δημιουργίας γίνεται με μεταβολή, είναι επόμενο τα όντα να είναι

ὄντων εἰς τὸ εἶναι παραχθῆναι καὶ τὸ ἐξ ὑποκειμένης ὕλης ἕτερόν τι

μεταβλητά. Και μεταβολή σημαίνει να παραχθεί κάτι από το μηδέν και από  

γενέσθαι. Τὰ μὲν οὖν ἄψυχα καὶ ἄλογα τρέπονται κατὰ τὰς

προϋπάρχουσα ύλη να γίνει κάτι άλλο. Τα άψυχα βέβαια και τα άλογα ζώα

προειρημένας σωματικὰς ἀλλοιώσεις, τὰ δὲ λογικὰ κατὰ προαίρεσιν.

μεταβάλλονται σύμφωνα με τις σωματικές μεταβολές που προαναφέραμε, ενώ

Τοῦ γὰρ λογικοῦ τὸ μέν ἐστι θεωρητικόν, τὸ δὲ πρακτικόν.

τα λογικά όντα σύμφωνα με την προαίρεσή τους. Και από τα μέρη του

Θεωρητικὸν μὲν τὸ κατανοοῦν, ὡς ἔχει τὰ ὄντα, πρακτικὸν δὲ τὸ

λογικού, το ένα είναι θεωρητικό και το άλλο πρακτικό. Θεωρητικό είναι αυτό

που αντιλαμβάνεται σε ποιά κατάσταση είναι τα όντα, ενώ πρακτικό είναι

βουλευτικόν, τὸ ὁρίζον τοῖς πρακτοῖς τὸν ὀρθὸν λόγον. Καὶ καλοῦσι

αυτό που αποφασίζει και το οποίο ορίζει σε όσα μπορούν να γίνουν ως

τὸ μὲν θεωρητικὸν νοῦν, τὸ δὲ πρακτικὸν λόγον· καὶ τὸ μὲν

κριτήριο τον ορθό λόγο. Και ονομάζουν το θεωρητικό νου, ενώ το πρακτικό

θεωρητικὸν σοφίαν, τὸ δὲ πρακτικὸν φρόνησιν.

λόγο· επίσης, ονομάζουν το θεωρητικό σοφία, ενώ το πρακτικό σύνεση.

 

Πᾶς οὖν ὁ βουλευόμενος ὡς ἐπ᾿ αὐτῷ τῆς αἱρέσεως οὔσης τῶν

Γι αυτό καθένας που σκέφτεται, σκέφτεται με την ιδέα ότι από τον εαυτό του

πρακτέων βουλεύεται, ἵνα τὸ προκριθὲν ἐκ τῆς βουλῆς ἕληται καὶ

εξαρτάται η απόφαση γι αυτά που μπορεί να γίνουν· έτσι ώστε να εκλέξει

ἑλόμενος πράξῃ· εἰ δὲ τοῦτο, ἐξ ἀνάγκης παρυφίσταται τῷ λογικῷ

αυτό που προτίμησε με τη σκέψη, και, αφού το εκλέξει, να το πράξει. Κι αν

είναι έτσι τα πράγματα, τότε το αυτεξούσιο συνυπάρχει υποχρεωτικά με το

τὸ αὐτεξούσιον· ἢ γὰρ οὐκ ἔσται λογικόν, ἢ λογικὸν ὂν κύριον ἔσται

λογικό. Διότι, ή δεν θα υπάρχει λογικό ή το λογικό θα είναι υπεύθυνο για τις

πράξεων καὶ αὐτεξούσιον. ῞Οθεν καὶ τὰ ἄλογα οὔκ εἰσιν αὐτεξούσια·

πράξεις, και αυτεξούσιο. Γι αυτό και τα άλογα ζώα δεν είναι αυτεξούσια· η

ἄγονται γὰρ μᾶλλον ὑπὸ τῆς φύσεως ἤπερ ἄγουσι· διὸ οὐδὲ

φύση τους τα κατευθύνει μάλλον παρά τα ίδια την κατευθύνουν· και δεν

ἀντιλέγουσι τῇ φυσικῇ ὀρέξει, ἀλλ᾿, ἅμα ὀρεχθῶσί τινος, ὁρμῶσι

αντιδρούν στη φυσική επιθυμία, αλλά, όταν επιθυμήσουν κάτι, αμέσως

πρὸς τὴν πρᾶξιν. ῾Ο δὲ ἄνθρωπος, λογικὸς ὢν, ἄγει μᾶλλον τὴν

κινούνται για εκπλήρωσή της. Ενώ ο άνθρωπος, επειδή είναι λογικός, μάλλον

φύσιν, ἤπερ ἄγεται· διὸ καὶ ὀρεγόμενος, εἴπερ ἐθέλοι, ἐξουσίαν ἔχει

κατευθύνει τη φύση, παρά αυτή τον εξουσιάζει· γι αυτό, όταν επιθυμεί κάτι,

τὴν ὄρεξιν ἀναχαιτίσαι ἢ ἀκολουθῆσαι αὐτῇ. ῞Οθεν τὰ μὲν ἄλογα

μπορεί, αν θέλει, ή ν ανακόψει την επιθυμία του ή να την ακολουθήσει. Και

οὐδὲ ἐπαινεῖται οὐδὲ ψέγεται, ὁ δὲ ἄνθρωπος καὶ ἐπαινεῖται καὶ

για το λόγο αυτό, τα άλογα ζώα ούτε τα επαινούμε ούτε τα κατακρίνουμε,

ψέγεται.  

ενώ τον άνθρωπο και τον επαινούμε και τον κατακρίνουμε.

 

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι καὶ οἱ ἄγγελοι, λογικοὶ ὄντες, αὐτεξούσιοι

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι άγγελοι, επειδή είναι λογικοί, είναι αυτεξούσιοι,

ὑπάρχουσι, καὶ ὡς κτιστοὶ καὶ τρεπτοί. Καὶ ἔδειξεν ὁ μὲν Διάβολος

και σαν δημιουργήματα είναι μεταβλητοί. Και το απόδειξε αυτό ο Διάβολος,

ἀγαθὸς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ γενόμενος, αὐτεξουσίως δὲ τῆς κακίας

ο οποίος, αν και δημιουργήθηκε αγαθός από το Δημιουργό, με ελεύθερη

εὑρετὴς γεγονώς, καὶ αἱ σὺν αὐτῷ ἀποστατήσασαι δυνάμεις, ἤγουν

απόφασή του εφεύρε την κακία· το ίδιο έκαναν και οι αγγελικές δυνάμεις που

οἱ δαίμονες, τὰ δὲ λοιπὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων ἐν τῷ ἀγαθῷ

επαναστάτησαν μαζί του, δηλαδή οι δαίμονες, ενώ τα υπόλοιπα αγγελικά

διαμείναντα.

τάγματα έμειναν σταθερά στο αγαθό.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 42. Περὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν.

Γι αυτά που δεν εξαρτώνται από μας.

 

 

Τῶν δὲ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν τὰ μὲν ἐκ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἔχει τὰς ἀρχὰς, ἤτοι τὰς

Απ όσα δεν εξαρτώνται από μας, άλλα έχουν τις αρχές, δηλαδή την αιτία

αἰτίας, τουτέστιν αἱ ἀμοιβαὶ τῶν πράξεων ἡμῶν ἔν τε τῷ παρόντι

τους, σε μας, όπως οι αμοιβές των πράξεών μας στην παρούσα και μέλλουσα

καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, τὰ δὲ λοιπὰ πάντα τῆς θείας βουλῆς

ζωή, ενώ τα υπόλοιπα εξαρτώνται από τη βουλή του Θεού.

ἐξήρτηται. ῾Η μὲν γὰρ γένεσις πάντων ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἡ δὲ φθορὰ διὰ

Η δημιουργία, δηλαδή, όλων ανήκει στο Θεό, ενώ η φθορά τους εισάχθηκε

τὴν ἡμετέραν κακίαν ὑπεισήχθη πρὸς τιμωρίαν καὶ ὠφέλειαν. "Θεὸς

από τη δική μας κακία, για να τιμωρηθούμε και ωφεληθούμε. Διότι ο Θεός

γὰρ θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων"· δι᾿

δε δημιούρησε το θάνατο ούτε ευχαριστιέται από την απώλεια των ζωντανών.

ἀνθρώπου δὲ μᾶλλον θάνατος, τουτέστι τῆς τοῦ ᾿Αδὰμ παραβάσεως,

Ο θάνατος μάλλον προήλθε από τον άνθρωπο, και συγκεκριμένα από την

ὁμοίως καὶ αἱ λοιπαὶ τιμωρίαι. Τὰ δὲ λοιπὰ πάντα τῷ Θεῷ

παράβαση του Αδάμ· το ίδιο και οι υπόλοιπες τιμωρίες. Όλα όμως τα

ἀναθετέον· ἥ τε γὰρ γένεσις ἡμῶν τῆς δημιουργικῆς αὐτοῦ δυνάμεώς

υπόλοιπα πρέπει να τα αποδώσουμε στο Θεό· διότι η δημιουργία μας είναι

ἐστι, καὶ ἡ διαμονὴ τῆς συνεκτικῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ ἡ κυβέρνησις

αποτέλεσμα της δημιουργικής του δυνάμεως· η διατήρησή μας ανήκει στην

καί σωτηρία τῆς προνοητικῆς αὐτοῦ δυνάμεως καί ἡ τῶν ἀγαθῶν

συντηρητική του δύναμη· η διακυβέρνηση και η σωτηρία μας ανήκει στην

αἰωνία ἀπόλαυσις τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ, τοῖς φυλάσσουσι τό κατά

πρόνοιά του· και η απόλαυση των αιώνιων αγαθών στην αγαθότητά του, για

φύσιν, ἐφ ᾧ καί ἐπλάσθημεν.  

εκείνους που διατηρούν το "κατά φύσιν", για το οποίο και μας έπλασε.

 

᾿Επειδὴ δέ τινες ἀντιλέγουσι τῇ προνοίᾳ, εἴπωμεν λοιπὸν ὀλίγα καὶ

Επειδή όμως ορισμένοι αρνούνται τη θεία πρόνοια, ας πουμε, λοιπόν, λίγα

περὶ προνοίας.   

και για την πρόνοιά του.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 43. Περὶ προνοίας

Για την Πρόνοια

 

 

Πρόνοια τοίνυν ἐστὶν ἐκ Θεοῦ εἰς τὰ ὄντα γινομένη ἐπιμέλεια. Καὶ

Πρόνοια είναι η φροντίδα που δείχνει ο Θεός για τα δημιουργήματα. Και

πάλιν·  Πρόνοιά ἐστι βούλησις Θεοῦ, δι᾿ ἣν πάντα τὰ ὄντα τὴν

ακόμη: Πρόνοια είναι η θέληση του Θεού, εξαιτίας της οποίας όλα τα όντα

πρόσφορον διεξαγωγὴν λαμβάνει. Εἰ δὲ Θεοῦ βούλησίς ἐστιν ἡ

εκπληρώνουν τον κατάλληλο προορισμό τους. Εάν η πρόνοια είναι θέληση

πρόνοια, πᾶσα ἀνάγκη πάντα τὰ τῇ προνοίᾳ γινόμενα κατὰ τὸν

του Θεού, είναι εντελώς απαραίτητο όλα όσα κάνει η πρόνοια σύμφωνα με τη

ὀρθὸν λόγον κάλλιστά τε καὶ θεοπρεπέστατα γίνεσθαι καὶ ὡς οὐκ ἔνι

λογική, να γίνονται όλο και πιο ωραία και θεοπρεπή και όσο γίνεται καλύτερα.

κρείττω γενέσθαι. ᾿Ανάγκη γὰρ τὸν αὐτὸν εἶναι ποιητὴν τῶν ὄντων

Διότι είναι ανάγκη το ίδιο πρόσωπο να είναι και δημιουργός και προνοητής

καὶ προνοητήν· οὔτε γὰρ πρέπον οὔτε ἀκόλουθον ἄλλον μὲν ποιητὴν

των όντων. Δεν είναι πρέπον και λογικό άλλος να είναι ο δημιουργός των

εἶναι τῶν ὄντων, ἄλλον δὲ προνοητήν· οὕτω γὰρ ἐν ἀσθενείᾳ

όντων και άλλος ο προνοητής. Διότι έτσι και οι δύο θα είναι ελλιπείς,

πάντως εἰσὶν ἀμφότεροι, ὁ μὲν τοῦ ποιεῖν, ὁ δὲ τοῦ προνοεῖν.

ο ένας σχετικά με τη δημιουργικότητα και άλλος με την πρόνοια.

 

῾Ο Θεὸς τοίνυν ἐστὶν ὅ τε ποιητὴς καὶ προνοητής, καὶ ἡ ποιητικὴ δὲ

Ο Θεός, λοιπόν, είναι ο δημιουργός και προνοητής και η αγαθή θέλησή του

αὐτοῦ δύναμις καὶ ἡ συνεκτικὴ καὶ ἡ προνοητικὴ ἡ ἀγαθὴ αὐτοῦ

αποτελεί τη δημιουργική, συντηρητική και προνοητική του δύναμη·

θέλησίς ἐστι· "πάντα γάρ, ὅσα ἠθέλησεν, ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ

διότι, όλα όσα θέλησε ο Κύριος, τα δημιούργησε και στον ουρανό

οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ", καὶ τῷ θελήματι αὐτοῦ οὐδεὶς ἀνθέστηκεν.

και στη γη, και κανείς δεν αντιστάθηκε στο θέλημά του.

᾿Ηθέλησε γενέσθαι τὰ πάντα, καὶ γέγονε· θέλει συνίστασθαι τὸν

Θέλησε να γίνουν όλα, και έγιναν· θέλει να υπάρχει ο κόσμος,

κόσμον, καὶ συνίσταται, καὶ πάντα, ὅσα θέλει, γίνεται. 

και υπάρχει· όλα, όσα θέλει, γίνονται.

 

῞Οτι δὲ προνοεῖ καὶ ὅτι καλῶς προνοεῖ, ὀρθότατα σκοπήσειεν ἄν τις

Μπορεί κανείς να κάνει πολύ ορθές σκέψεις για την πρόνοια του Θεού, και

οὕτως· Μόνος ὁ Θεός ἐστι φύσει ἀγαθὸς καὶ σοφός· ὡς οὖν ἀγαθὸς

μάλιστα ότι είναι καλή. Να σκεφθεί, δηλαδή, ότι μόνον ο Θεός είναι από τη

προνοεῖ (ὁ γὰρ μὴ προνοῶν οὐκ ἀγαθός· καὶ γὰρ καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ

φύση του αγαθός και σοφός· και επειδή είναι αγαθός, προνοεί (διότι αυτός

που δεν προνοεί δεν είναι αγαθός· απόδειξη αποτελεί ότι και οι άνθρωποι και

τὰ ἄλογα τῶν οἰκείων τέκνων προνοοῦνται φυσικῶς, καὶ ὁ μὴ

τα ζώα προνοούν από τη φύση τους για τα παιδιά τους, ενώ αυτός που δεν

προνοῶν ψέγεται), ὡς δὲ σοφὸς ἄριστα τῶν ὄντων ἐπιμελεῖται.  

τα φροντίζει κατηγορείται)· και επειδή (ο Θεός) είναι σοφός, φροντίζει για τα

δημιουργήματα με τον καλύτερο τρόπο.

 

Χρὴ τοίνυν τούτοις προσέχοντας πάντα θαυμάζειν, πάντα ἐπαινεῖν,

Πρέπει, λοιπόν, έχοντας στραμμένη την προσοχή μας σ αυτά, όλα τα έργα

πάντα ἀνεξετάστως ἀποδέχεσθαι τὰ τῆς προνοίας ἔργα, κἂν

της θείας πρόνοιας να τα θαυμάζουμε, να τα επαινούμε, να τα αποδεχόμαστε

φαίνηται τοῖς πολλοῖς ἄδικα διὰ τὸ ἄγνωστον καὶ ἀκατάληπτον

χωρίς να τα εξετάζουμε, ακόμη κι αν φαίνονται στους πολλούς άδικα· διότι η

εἶναι τοῦ Θεοῦ τὴν πρόνοιαν καί τούς λογισμούς ἡμῶν καί τάς

πρόνοια του Θεού μας είναι άγνωστη και ακατανόητη, και μόνον αυτός

πράξεις καί τά μέλλοντα αὐτῷ μόνῳ γνωστά. Πάντα δὲ λέγω τὰ

γνωρίζει τους λογισμούς, τις πράξεις μας και τα μέλλοντα. Και με όλα αυτά

οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν· τὰ γὰρ ἐφ᾿ ἡμῖν οὐ τῆς προνοίας ἐστίν, ἀλλὰ τοῦ

εννοώ όσα δεν εξαρτώνται από μας· όσα εξαρτώνται από μας, δεν είναι έργο

ἡμετέρου αὐτεξουσίου.  

της προνοίας του, αλλά της ελεύθερης βουλήσεώς μας.

 

Τῆς δὲ προνοίας τὰ μὲν κατ᾿ εὐδοκίαν ἐστί, τὰ δὲ κατὰ συγχώρησιν.

Και απ αυτά που ανήκουν στην πρόνοια Του, ο Θεός άλλα τα κάνει με

Κατ᾿ εὐδοκίαν μέν, ὅσα ἀναντιρρήτως εἰσὶν ἀγαθά, κατὰ

ευχαρίστηση και άλλα με παραχώρηση. Με ευχαρίστηση κάνει όσα

συγχώρησιν δὲ ὅσα εἰσί πονηρά. Συγχωρεῖ γὰρ πολλάκις καὶ τὸν

αναντίρρητα είναι καλά, ενώ με παραχώρηση όσα είναι κακά. Επιτρέπει,

δίκαιον περιπεσεῖν συμφοραῖς, ἵνα τὴν ἐν αὐτῷ λανθάνουσαν ἀρετὴν

δηλαδή, πολλές φορές και ο δίκαιος να πέσει σε συμφορές, για να φανερώσει

δείξῃ τοῖς ἄλλοις, ὡς ἐπὶ τοῦ ᾿Ιώβ. ῎Αλλοτε συγχωρεῖ τῶν ἀτόπων

στους άλλους την αρετή που είναι κρυμμένη μέσα του, όπως συνέβη με τον

τι πραχθῆναι, ἵνα διὰ τῆς πράξεως τῆς δοκούσης ἀτόπου μέγα τι καὶ

Ιώβ. Άλλοτε επιτρέπει να συμβεί ένα παράδοξο γεγονός, για να πετύχει μ

θαυμαστὸν κατορθωθῇ ὡς διὰ τοῦ σταυροῦ τὴν σωτηρίαν τῶν

αυτό κάτι σπουδαίο και θαυμαστό, όπως με τον σταυρό πραγματοποίησε τη

ἀνθρώπων.

σωτηρία των ανθρώπων.

 

Κατ᾿ ἄλλον τρόπον συγχωρεῖ τὸν ὅσιον πάσχειν κακῶς, ἵνα μὴ ἐκ

Σε άλλη περίπτωση επιτρέπει να υποφέρει ο όσιος, για να μην ξεφύγει από

τοῦ ὀρθοῦ συνειδότος ἐκπέσῃ ἢ καὶ ἐκ τῆς δοθείσης αὐτῷ δυνάμεώς

την ορθή συνείδηση ή για να μην παρασυρθεί σε αλαζονεία από τη δύναμη

τε καὶ χάριτος εἰς ἀλαζονείαν ἐκπέσῃ ὡς ἐπὶ τοῦ Παύλου.

και τη χάρη που του δόθηκε, όπως στην περίπτωση του Παύλου.

᾿Εγκαταλείπεταί τις πρὸς καιρὸν πρὸς διόρθωσιν ἄλλου, ἵνα τὸ κατ᾿

Εγκαταλείπεται κάποιος για ορισμένο χρονικό διάστημα για να διορθωθεί

αὐτὸν σκοποῦντες οἱ ἄλλοι παιδεύωνται, ὡς ἐπὶ τοῦ  Λαζάρου καὶ

ο άλλος, για να διδάσκονται δηλαδή οι άλλοι βλέποντας τη δυστυχία του,

τοῦ πλουσίου· φυσικῶς γὰρ ὁρῶντές τινας πάσχοντας συστελλόμεθα.

όπως έγινε με το Λάζαρο και τον πλούσιο· διότι είναι από τη φύση μας, όταν

βλέπουμε κάποιους να υποφέρουν, να ζαρώνουμε από φόβο.

᾿Εγκαταλείπεταί τις καὶ εἰς ἄλλου δόξαν, οὐ δι᾿ οἰκείας ἢ γονέων

Εγκαταλείπεται κάποιος όχι εξαιτίας των αμαρτιών του ή των αμαρτιών των

ἁμαρτίας ὡς ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς εἰς δόξαν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

γονέων του, αλλά για να δοξασθεί ένας άλλος, όπως ο εκ γενετής τυφλός

εγκαταλείφθηκε για να δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου.

 

Πάλιν συγχωρεῖταί τις παθεῖν εἰς ἄλλου ζῆλον, ἵνα τῆς δόξης τοῦ

Παραχωρεί πάλι ο Θεός να κακοπαθήσει κάποιος για ν αυξηθεί ο ζήλος

παθόντος μεγαλυνθείσης ἄοκνον τὸ πάθος τοῖς ἄλλοις γένηται ἐλπίδι

άλλου, με σκοπό από το μεγαλείο της δόξας του παθόντος να γίνουν και οι

τῆς μελλούσης δόξης καὶ ἐπιθυμίᾳ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ὡς ἐπὶ

άλλοι ατρόμητοι στο μαρτύριο, με την ελπίδα της μελλοντικής δόξας και των

τῶν μαρτύρων. Παραχωρεῖταί τις καὶ εἰς αἰσχρὰν ἐμπεσεῖν πρᾶξιν

μελλοντικών αγαθών, όπως γίνεται με τους μάρτυρες. Επιτρέπει, επίσης, να

ἐνίοτε εἰς διόρθωσιν ἑτέρου χείρονος πάθους· οἷον, ἔστι τις

πέσει κάποιος ακόμη και σε αισχρή πράξη, για να διορθώσει το χειρότερο

ἐπαιρόμενος ἐπὶ ταῖς ἀρεταῖς καὶ τοῖς κατορθώμασιν αὐτοῦ·

πάθος κάποιου άλλου· για παράδειγμα, υπερηφανεύεται κάποιος για τις

παραχωρεῖ τοῦτον ὁ Θεὸς εἰς πορνείαν ἐμπεσεῖν, ὅπως διὰ τοῦ

αρετές και τα κατορθώματά του· παραχωρεί ο Θεός να πέσε σε πορνεία, ώστε

πτώματος εἰς συναίσθησιν τῆς οἰκείας ἀσθενείας ἐλθὼν ταπεινωθῇ

αφού συναισθανθεί με την πτώση την αδυναμία του, να ταπεινωθεί και να


 

 
||
 
8η σελίδα
 

Για να επικοινωνήσετε μαζί μας, κάντε αριστερό κλικ με το ποντίκι σας εδώ.

 

Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας

 

Επιστροφή στο κεντρικό μενού.