Ὀρθόδοξη Θεολογία

 
Έκδοσις ακριβὴς της ορθοδόξου πίστεως.

του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

 
 
 
 
 
9η σελίδα
 
||

καὶ προσελθὼν ἐξομολογήσηται τῷ Κυρίῳ.  

προσέλθει να εξομολογηθεί στον Κύριο.

 

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι,

Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που πρέπει να κάνουμε

τὸ δὲ τέλος τῶν μὲν ἀγαθῶν τῆς τοῦ Θεοῦ συνεργίας δικαίως

εξαρτάται από μας, αλλά η εκτέλεση των αγαθών είναι έργο της βοήθειας του

συνεργοῦντος τοῖς προαιρουμένοις τὸ ἀγαθὸν ὀρθῷ τῷ συνειδότι

Θεού, ο οποίος δίκαια βοηθεί αυτούς που προτιμούν το αγαθό με ορθή

κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ, τῶν δὲ πονηρῶν τῆς ἐγκαταλείψεως

συνείδηση, σύμφωνα με τη δική του πρόγνωση, ενώ η τέλεση των κακών

τοῦ Θεοῦ πάλιν κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ δικαίως

είναι αποτέλεσμα της εγκαταλείψεως του Θεού, ο οποίος, σύμφωνα με την

ἐγκαταλιμπάνοντος.  

πρόγνωσή του, δίκαια εγκαταλείπει.

 

Τῆς δὲ ἐγκαταλείψεώς εἰσιν εἴδη δύο· ἔστι γὰρ ἐγκατάλειψις

Υπάρχουν δύο είδη της εγκαταλείψεως· υπάρχει δηλαδή εγκατάλειψη

οἰκονομικὴ καὶ παιδευτικὴ καὶ ἔστιν ἐγκατάλειψις τελεία

οικονομική και διδακτική και υπάρχει εγκατάλειψη που οδηγεί σε πλήρη

ἀπογνωστική. Οἰκονομικὴ μὲν καὶ παιδευτικὴ ἡ πρὸς διόρθωσιν καὶ

απελπισία. Οικονομική και διδακτική είναι αυτή που γίνεται για διόρθωση,

σωτηρίαν καὶ δόξαν τοῦ πάσχοντος γινομένη ἢ καὶ πρὸς ἄλλων

σωτηρία και δόξα αυτού που υποφέρει ή και για το ζήλο των άλλων και για

ζῆλον καὶ μίμησιν ἢ καὶ πρὸς δόξαν Θεοῦ· ἡ δὲ τελεία ἐγκατάλειψις,

μίμηση ή και για δόξα του Θεού. Η τέλεια όμως εγκατάλειψη γίνεται όταν,

ὅτε τοῦ Θεοῦ πάντα πρὸς σωτηρίαν πεποιηκότος ἀνεπαίσθητος καὶ

ενώ ο Θεός κάνει τα πάντα για τη σωτηρία του, ο άνθρωπος παραμένει

ἀνιάτρευτος, μᾶλλον δὲ ἀνίατος ἐξ οἰκείας προθέσεως διαμείνῃ ὁ

μέ πρόθεσή του αναίσθητος και αδιόρθωτος, ή καλύτερα αθεράπευτος·

ἄνθρωπος· τότε παραδίδοται εἰς τελείαν ἀπώλειαν ὡς ὁ ᾿Ιούδας.

τότε αφήνεται σε να χαθεί τελείως, όπως ο Ιούδας. Είθε να μας λυπηθεί

Φείσοιται ἡμῶν ὁ Θεὸς καὶ ἐξελοῖτο τῆς τοιαύτης ἐγκαταλείψεως.  

ο Θεός και να μας γλυτώσει από τέτοιου είδους εγκατάλειψη.

 

Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὡς πολλοί εἰσιν οἱ τρόποι τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας,

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι της θείας πρόνοιας,

καὶ μήτε λόγῳ ἑρμηνευθῆναι, μήτε νῷ περιληφθῆναι δυνάμενοι.  

οι οποίοι ούτε ο λόγος τους ερμηνεύει ούτε ο νους τους συλλαμβάνει.

 

Δεῖ γινώσκειν, ὡς πᾶσαι αἱ σκυθρωπαὶ ἐπιφοραὶ τοῖς μετ᾿

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι λυπηρές δοκιμασίες οδηγούν στη

εὐχαριστίας δεχομένοις πρὸς σωτηρίαν ἐπάγονται καὶ πάντως

σωτηρία εκείνους οι οποίοι τις δέχονται με ευχαρίστηση και

ὠφελείας γίνονται πρόξενοι.  

οπωσδήποτε τους προξενούν ωφέλεια.

 

Χρὴ εἰδέναι, ὡς ὁ Θεὸς προηγουμένως θέλει πάντας σωθῆναι καὶ τῆς

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός θέλει πάνω απ όλα όλοι να σωθούν και να

βασιλείας αὐτοῦ τυχεῖν· οὐ γὰρ ἐπὶ τὸ κολάσαι ἔπλασεν ἡμᾶς, ἀλλὰ

κληρονομήσουν τη βασιλεία του· διότι δεν μας δημιούργησε για να μας

πρὸς τὸ μετασχεῖν τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ, ὡς ἀγαθός.

τιμωρεί, αλλά για να μετάσχουμε στην αγαθότητά του, επειδή ο ίδιος είναι

῾Αμαρτάνοντας δὲ θέλει κολάζεσθαι ὡς δίκαιος.  

αγαθός. Θέλει όμως, επειδή είναι και δίκαιος, να τιμωρούνται αυτοί που

αμαρτάνουν.

 

Λέγεται οὖν τὸ μὲν πρῶτον προηγούμενον θέλημα καὶ εὐδοκία,

Το πρώτο θέλημα, λοιπόν, ονομάζεται προηγούμενο θέλημα και ευδοκία,

ἐξ αὐτοῦ ὄν, τὸ δὲ δεύτερον ἑπόμενον θέλημα καὶ παραχώρησις,

επειδή προέρχεται απ αυτόν (το Θεό), ενώ το δεύτερο λέγεται επόμενο

ἐξ ἡμετέρας αἰτίας. Καὶ αὕτη διττή· ἡ μὲν οἰκονομικὴ καὶ παιδευτικὴ

θέλημα και παραχώρηση, επειδή προέρχεται από δική μας υπαιτιότητα. Και

αυτή (η παραχώρηση) είναι δύο ειδών: η μία οικονομική και διδακτική για τη

πρὸς σωτηρίαν, ἡ δὲ ἀπογνωστικὴ πρὸς τελείαν κόλασιν, ὡς

σωτηρία μας, η άλλη οδηγεί στην απελπισία και τέλεια τιμωρία, όπως έχουμε

εἰρήκαμεν. Ταῦτα δὲ ἐπὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν.  

πει. Και αυτά ισχύουν για όσα δεν εξαρτώνται από μας.

 

Τῶν δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν τὰ μὲν ἀγαθὰ προηγουμένως θέλει καὶ εὐδοκεῖ, τὰ δὲ

Απ αυτά πάλι που εξαρτώνται από μας, (ο Θεός) καταρχήν θέλει και

πονηρὰ καὶ ὄντως κακὰ οὔτε προηγουμένως οὔτε ἑπομένως θέλει·

συγκατατίθεται στα αγαθά, ενώ τα κακά και αληθινά επιζήμια ούτε στην αρχή

παραχωρεῖ δὲ τῷ αὐτεξουσίῳ· τὸ γὰρ κατὰ βίαν γινόμενον οὐ

ούτε κατόπιν τα θέλει· τα αφήνει στη διάθεση του αυτεξουσίου· διότι αυτό

λογικὸν, οὐδὲ ἀρετή. Προνοεῖ δὲ ὁ Θεὸς πάσης τῆς κτίσεως καὶ διὰ

που γίνεται με πίεση ούτε λογικό είναι ούτε αρετή. Ο Θεός προνοεί για όλη

πάσης τῆς κτίσεως εὐεργετῶν καὶ παιδεύων καὶ δι᾿ αὐτῶν πολλάκις

την κτίση και μέσω της κτίσεως μας ευεργετεί και διδάσκει, πολλές φορές

τῶν δαιμόνων ὡς ἐπὶ τοῦ ᾿Ιὼβ καὶ τῶν χοίρων.

ακόμη και μέσω των δαιμόνων, όπως στην περίπτωση του Ιώβ, και των

γουρουνιών.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 44. Περὶ προγνώσεως καὶ προορισμοῦ  

Για την πρόγνωση και τον προορισμό.

 

 

Χρὴ γινώσκειν, ὡς πάντα μὲν προγινώσκει ὁ Θεός, οὐ πάντα δὲ

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, αλλά δεν

προορίζει· προγινώσκει γὰρ καὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, οὐ προορίζει δὲ αὐτά· οὐ

προαποφασίζει όλα· γνωρίζει, δηλαδή, εκ των προτέρων αυτά που

εξαρτώνται από μας, αλλά δεν τα προαποφασίζει· διότι δεν θέλει

γὰρ θέλει τὴν κακίαν γενέσθαι οὐδὲ βιάζεται τὴν ἀρετήν. ῞Ωστε τῆς

ούτε την κακία να κάνουμε ούτε όμως μας εκβιάζει στην αρετή. Επομένως, ο

θείας προγνωστικῆς κελεύσεως ἔργον ἐστὶν ὁ προορισμός. Προορίζει

προορισμός είναι έργο του προγνωστικού προστάγματος του Θεού. Επίσης,

δὲ τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ· ἤδη γὰρ κατὰ τὴν

προαποφασίζει αυτά που δεν εξαρτώνται από μας λόγω της προγνώσεώς του·

πρόγνωσιν αὐτοῦ προέκρινε πάντα ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἀγαθότητα

διότι έως τώρα ο Θεός, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, τα προκαθόρισε όλα

καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ.  

με κριτήριο την αγαθότητα και τη δικαιοσύνη του.

 

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν ἀρετὴ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐδόθη ἐν τῇ φύσει καὶ

Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός έδωσε την αρετή στη φύση μας,

αὐτός ἐστι παντὸς ἀγαθοῦ ἀρχὴ καὶ αἰτία καὶ ἐκτὸς τῆς αὐτοῦ

ότι ο ίδιος είναι η πηγή και η αιτία κάθε αγαθού και είναι αδύνατο χωρίς τη

συνεργίας καὶ βοηθείας ἀδύνατον ἀγαθὸν θελῆσαι ἢ πρᾶξαι ἡμᾶς.

συνεργασία και βοήθειά του να θελήσουμε ή να κάνουμε κάτι καλό. Αλλά

᾿Εφ᾿ ἡμῖν δέ ἐστιν ἢ ἐμμεῖναι τῇ ἀρετῇ καὶ ἀκολουθῆσαι τῷ Θεῷ πρὸς

από μας εξαρτάται ή να μείνουμε σταθεροί στην αρετή και ν ακολουθήσουμε

ταύτην καλοῦντι ἢ ἀποφοιτῆσαι τῆς ἀρετῆς, ὅπερ ἐστὶν ἐν τῇ κακίᾳ

το Θεό που μας προσκαλεί προς αυτήν, ή να απομακρυνθούμε από την αρετή,

γενέσθαι καὶ ἀκολουθῆσαι τῷ Διαβόλῳ πρὸς ταύτην καλοῦντι

που σημαίνει να οδηγηθούμε στην κακία και ν ακολουθήσουμε το Διάβολο

ἀβιάστως· ἡ γὰρ κακία οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ἀναχώρησις τοῦ

που μας προσκαλεί χωρίς βία σ αυτήν· διότι τίποτε άλλο δεν είναι η κακία,

ἀγαθοῦ, ὥσπερ καὶ τὸ σκότος τοῦ φωτός ἐστιν ἀναχώρησις.

παρά απομάκρυνση από το αγαθό, όπως ακριβώς το σκοτάδι είναι

Μένοντες οὖν ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἐν τῇ ἀρετῇ ἐσμεν, ἐκκλίνοντες δὲ ἐκ

απομάκρυνση του φωτός. Παραμένοντας, λοιπόν, στη φυσική μας κατάσταση,

τοῦ κατὰ φύσιν, ἤγουν ἐκ τῆς ἀρετῆς, εἰς τό παρὰ φύσιν ἐρχόμεθα καὶ

είμαστε στην αρετή, ενώ παρεκκλίνοντας από τη φύση μας, δηλαδή την

ἐν τῇ κακίᾳ γινόμεθα.  

αρετή, ερχόμαστε στο παρά φύση και καταλήγουμε στην κακία.

 

Μετάνοιά ἐστιν ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν καὶ ἐκ τοῦ

Μετάνοια είναι η επιστροφή, με άσκηση και κόπο, από την παρά φύση στη

Διαβόλου πρὸς τὸν Θεὸν ἐπάνοδος δι᾿ ἀσκήσεως καὶ πόνων.  

φυσική κατάσταση και από το Διάβολο στο Θεό.

 

Τοῦτον τοίνυν τὸν ἄνθρωπον ὁ Δημιουργὸς ἄρρενα κατεσκεύασε,

Ο Δημιουργός έπλασε τον άνθρωπο άνδρα στο φύλο· του μετάδωσε τη δική

μεταδοὺς αὐτῷ τῆς ἑαυτοῦ θείας χάριτος καὶ ἐν κοινωνίᾳ ἑαυτοῦ

του θεία χάρη και τον έφερε σε κοινωνία μαζί του μέσω αυτής. Για το λόγο

διὰ ταύτης αὐτὸν ποιησάμενος· ὅθεν καὶ τὴν τῶν ζῴων ὀνομασίαν

αυτό, ως κυρίαρχος, έδωσε με προφητικό χάρισμα τα ονόματα των ζώων,

προφητικῶς, ὡς δούλων αὐτῷ δοθέντων, δεσποτικῶς ἐποιήσατο.

τα οποία του δόθηκαν για να τον υπηρετούν. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός

Κατ᾿ εἰκόνα γὰρ Θεοῦ λογικός τε καὶ νοερὸς καὶ αὐτεξούσιος

τον έπλασε κατ εικόνα του, να είναι λογικός, πνευματικός και αυτεξούσιος,

γενόμενος, εἰκότως τὴν τῶν ἐπιγείων ἀρχὴν ἐνεχειρίζετο ὑπὸ τοῦ

δικαιολογημένα πήρε στα χέρια του από το Δημιουργό και Κύριο όλων

κοινοῦ τῶν ἁπάντων Δημιουργοῦ τε καὶ Δεσπότου.  

την εξουσία σε όλη την κτίση.

 

Εἰδὼς δὲ ὁ προγνώστης Θεός, ὡς ἐν παραβάσει γενήσεται καὶ τῇ

Επειδή όμως ο προγνώστης Θεός γνώριζε ότι ο άνδρας θα γίνει παραβάτης

φθορᾷ ὑποπεσεῖται, ἐποίησεν ἐξ αὐτοῦ τὸ θῆλυ, "βοηθὸν αὐτῷ κατ᾿

και θα πέσει στη φθορά, δημιούργησε απ αυτόν τη γυναίκα, πλάσμα όμοιο

αὐτόν"· βοηθὸν δὲ πρὸς τὴν διὰ γεννήσεως μετὰ τὴν παράβασιν τοῦ

και βοηθό του· βοηθό μάλιστα ώστε, μετά την παράβαση, με τη γέννηση να

γένους ἐκ διαδοχῆς σύστασιν. ῾Η γὰρ πρώτη πλάσις γένεσις λέγεται

γίνεται η αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους. Διότι η αρχική πλάση λέγεται

καὶ οὐ γέννησις· γένεσις μὲν γάρ ἐστιν ἡ ἐκ Θεοῦ πρώτη πλάσις,

δημιουργία και όχι γέννηση· δημιουργία δηλαδή είναι η αρχική πλάση,

γέννησις δὲ ἡ ἐκ καταδίκης τοῦ θανάτου διὰ τὴν παράβασιν ἐξ

ενώ γέννηση η διαδοχή του γένους που προήλθε μετά την καταδίκη σε

ἀλλήλων διαδοχή.  

θάνατο εξαιτίας της παραβάσεως.

 

Τοῦτον ἔθετο ἐν τῷ παραδείσῳ τῷ τε νοητῷ καὶ τῷ αἰσθητῷ· ἐν μὲν

(Ο Θεός) τοποθέτησε τον άνθρωπο σε νοητό και αισθητό παράδεισο· διότι,

γὰρ τῷ αἰσθητῷ ἐπὶ γῆς σωματικῶς διαιτώμενος ψυχικῶς τοῖς

αν και ζούσε σωματικά μέσα σε αισθητό επίγειο παράδεισο, συναναστρεφόταν

ἀγγέλοις συνανεστρέφετο θείας γεωργῶν ἐννοίας καὶ ταύταις

ψυχικά με τους αγγέλους, καλλιεργώντας θεία νοήματα και τρεφόμενος απ

τρεφόμενος, γυμνὸς τῇ ἁπλότητι καὶ ἀτέχνῳ ζωῇ πρὸς μόνον τὸν

αυτά· ήταν γυμνός, ζώντας απλή και ανεπιτήδευτη ζωή, και ανυψωνόταν

Δημιουργὸν διὰ τῶν κτισμάτων ἐναγόμενος καὶ τῇ αὐτοῦ θεωρίᾳ

μέσω των δημιουργημάτων μόνο προς το Δημιουργό· αισθανόταν

ἐνηδυνόμενός τε καὶ εὐφραινόμενος. 

ευχαρίστηση και χαρά με τη θεωρία του Θεού.

 

᾿Επειδὴ τοίνυν αὐτὸν αὐτεξουσίῳ θελήματι φυσικῶς κατεκόσμησε,

Αφού, λοιπόν, στόλισε τη φύση του (του ανθρώπου) με το αυτεξούσιο θέλημα,

δίδωσι νόμον αὐτῷ μὴ γεύσασθαι τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως. Περὶ οὗ

του έδωσε εντολή να μη φάει από το δένδρο της γνώσεως. Γι αυτό το

ξύλου αὐταρκῶς ἐν τῷ περὶ παραδείσου κεφαλαίῳ κατά γε τὴν

δένδρο έχουμε πει αρκετά όσα μπορούσαμε στο κεφάλαιο σχετικά με τον

ἡμετέραν εἰρήκαμεν δύναμιν. Ταύτην τὴν ἐντολὴν αὐτῷ δίδωσιν

Παράδεισο. Αυτή την έντολή έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, με την υπόσχεση

ἐπαγγειλάμενος, ὡς, εἰ μὲν φυλάξοι τὸ τῆς ψυχῆς ἀξίωμα τῷ λόγῳ

ότι, εάν διαφυλάξει την αξία της ψυχής, χαρίζοντας τη νίκη στο λογικό, το

τὴν νίκην διδούς, ἐπιγινώσκων τὸν κτίσαντα καὶ τούτου φυλάττων

οποίο θα αναγνωρίζει το Δημιουργό και θα τηρεί την εντολή του, τότε

τὸ πρόσταγμα, τῆς ἀιδίου μεθέξει μακαριότητος καὶ ζήσεται εἰς τὸν

θα γίνει μέτοχος της αιώνιας μακαριότητας και θα ζει αιώνια, διότι θα φανεί

αἰῶνα κρείττων θανάτου γενόμενος. Εἰ δέ γε τὴν ψυχὴν ὑποτάξει

ανώτερος από το θάνατο. Εάν όμως υποδουλώσει την ψυχή στο σώμα και

τῷ σώματι καὶ τὰ τοῦ σώματος προτιμήσει τερπνὰ, τὴν οἰκείαν

προτιμήσει τις σωματικές απολαύσεις, λησμονώντας την προσωπική του

τιμὴν ἀγνοήσας καὶ τοῖς ἀνοήτοις παρεικασθεὶς κτήνεσι, τοῦ

αξία και εξομοιούμενος με τα άλογα ζώα, επειδή έδιωξε από πάνω του τη

πεποιηκότος τὴν ζεύγλην ἀποσεισάμενος καὶ τὸ θεῖον αὐτοῦ

χάρη του Δημιουργού και αρνήθηκε να τηρήσει τη θεία εντολή του,

παριδὼν ἐπίταγμα, θανάτῳ ἔσται ὑπεύθυνος καὶ φθορᾷ καὶ πόνῳ

τότε θα είναι υπόλογος σε θάνατο και θα δοκιμάσει τη φθορά και τον πόνο,

καθυποβληθήσεται τὸν ταλαίπωρον ἕλκων βίον.

ζώντας άθλια ζωή.

 

Οὐ γὰρ ἦν λυσιτελὲς ἀπείραστον ἔτι τυγχάνοντα καὶ ἀδόκιμον τῆς

Διότι δεν ήταν ωφέλιμο να γίνει αθάνατος χωρίς πειρασμούς και δοκιμασία,

ἀφθαρσίας τυχεῖν, ἵνα μὴ εἰς τῦφον ἐμπέσῃ καὶ κρῖμα τοῦ Διαβόλου.

για να μην υπερηφανευθεί και πέσει σε πτώση ανάλογη με του Διαβόλου.

᾿Εκεῖνος γάρ διὰ τὸ ἄφθαρτον μετὰ τὴν ἐκ προαιρέσεως ἔκπτωσιν

Εκείνος δηλαδή, επειδή ήταν άφθαρτος, μετά τη θεληματική πτώση του,

τὴν ἐν τῷ κακῷ ἀμεταμέλητον ἔσχε καὶ ἄτρεπτον παγιότητα,

απόκτησε την αμετανόητη και μόνιμη παγίωσή του στο κακό· όπως, επίσης,

ὥσπερ αὖ πάλιν καὶ οἱ ἄγγελοι, μετὰ τὴν ἐκ προαιρέσεως τῆς ἀρετῆς

από την άλλη πλευρά οι άγγελοι, μετά την εκούσια επιλογή της αρετής από

ἐκλογὴν, τὴν ἐν τῷ καλῷ διὰ τῆς χάριτος ἀμετακίνητον ἵδρυσιν. 

μέρους τους, απόκτησαν με τη χάρη την αμετακίνητη διαμονή τους στο καλό.

 

῎Εδει τοίνυν πρότερον δοκιμασθέντα τὸν ἄνθρωπον ἀνήρ γάρ

Έπρεπε, λοιπόν, αφού πρώτα δοκιμασθεί ο άνθρωπος διότι άνθρωπος

ἀπείραστος καί ἀδόκιμος, οὐδενός λόγου ἄξιος καὶ τῇ πείρᾳ διὰ τῆς

χωρίς πειρασμό και δοκιμασία δεν έχει καμιά αξία και αφού φθάσει στην

τηρήσεως τῆς ἐντολῆς τελειωθέντα, οὕτω τὴν ἀφθαρσίαν ἀρετῆς

τελειότητα με την εμπειρία της τηρήσεως της εντολής, ν αποκομίσει μ αυτό

κομίσασθαι ἔπαθλον· μέσος γὰρ Θεοῦ καὶ ὕλης γενόμενος, διὰ μὲν

τον τρόπο την αρετή ως βραβείο της αρετής. Καθώς, λοιπόν, ο άνθρωπος

δημιουργήθηκε ενδιάμεσος μεταξύ Θεού και ύλης, αφού ενωθεί με το Θεό

τῆς τηρήσεως τῆς ἐντολῆς μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πρὸς τὰ ὄντα

χάρη στη συνήθεια που πήρε να τηρεί την εντολή Του και μετά την απαλλαγή

φυσικῆς σχέσεως, ἑνωθεὶς τῷ Θεῷ καθ᾿ ἕξιν, τὴν περὶ τὸ καλὸν

από το φυσικό δεσμό με τα υλικά πράγματα, επρόκειτο να αποκτήσει μόνιμη

παγιότητα λαμβάνειν ἀμετακίνητον ἔμελλε, διὰ δὲ τῆς παραβάσεως

τη σταθερότητα στο καλό. Αντίθετα με την παράβαση, αφού ο άνθρωπος

πρὸς τὴν ὕλην μᾶλλον κινηθεὶς καὶ τῆς αὐτοῦ αἰτίας, τοῦ Θεοῦ φημι,

στράφηκε περισσότερο προς τα υλικά και απομάκρυνε το νου του από το

ἀποσπάσας τὸν νοῦν, τῇ φθορᾷ προσοικειοῦσθαι, καὶ παθητὸς ἀντὶ

δημιουργό του Θεό, επρόκειτο να εξοικειωθεί με τη φθορά και να καταντήσει

ἀπαθοῦς καὶ θνητὸς ἀντὶ ἀθανάτου γίνεσθαι καὶ συνδυασμοῦ καὶ

από απαθής παθητός και από αθάνατος θνητός· να έχει επίσης ανάγκη από

ῥευστῆς γεννήσεως ἐπιδέεσθαι καὶ τῇ ἐφέσει τῆς ζωῆς τῶν μὲν ἡδέων,

συνεύρεση και σπερματική γέννηση και από πόθο για τη ζωή να

ὡς δῆθεν ταύτην συνιστώντων ἀντέχεσθαι, πρὸς δὲ τοὺς τούτων

προσκολλάται στις απολαύσεις, επειδή τάχα αυτές τη συνθέτουν· και να

προμηθουμένους τὴν στέρησιν ἀδεῶς ἀπεχθάνεσθαι· καὶ τὴν μὲν

αισθάνεται μεγάλη αποστροφή σε όσους προσπαθούν να του στερήσουν τις

ἔφεσιν ἐκ Θεοῦ πρὸς τὴν ὕλην, τὸν δὲ θυμὸν ἐκ τοῦ τῆς σωτηρίας

απολαύσεις· και έστρεψε την επιθυμία του από το Θεό προς την ύλη και το

ὄντως ἐχθροῦ μεταφέρειν πρὸς τὸ ὁμόφυλον. Φθόνῳ τοίνυν

θυμό του από τον πραγματικό εχθρό της σωτηρίας του προς τους

Διαβόλου ἡττήθη ὁ ἄνθρωπος· οὐ γὰρ ἔφερεν ὁ φθονερὸς καὶ

συνανθρώπους του. Ο άνθρωπος, λοιπόν, νικήθηκε από φθόνο του Διαβόλου·

μισόκαλος δαίμων αὐτὸς διὰ τὴν ἔπαρσιν κάτω γενόμενος ἡμᾶς

ο φθονερός και μισόκαλος δαίμονας δεν άντεχε να πετύχουμε εμείς την

τῶν ἄνω τυχεῖν, ὅθεν καὶ θεότητος ἐλπίδι ὁ ψεύστης δελεάζει τὸν

ουράνια βασιλεία, ενώ ο ίδιος έπεσε από υπερηφάνεια· γι αυτό ο ψεύτης με

ἄθλιον καὶ πρὸς τὸ ἴδιον τῆς ἐπάρσεως ὕψος ἀναγαγὼν, πρὸς τὸ

δόλωμα την ισοθεΐα πέτυχε να παρασύρει το δυστυχή άνθρωπο και, αφού τον

ὅμοιον καταφέρει τῆς πτώσεως βάραθρον.

ανέβασε στο ύψος της δικής υπερηφάνειας,τον γκρέμισε στο δικό του

βάραθρο της πτώσεως.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 45. Περὶ τῆς θείας οἰκονομίας καὶ περὶ τῆς δι᾿ ἡμᾶς

κηδεμονίας καὶ τῆς ἡμῶν σωτηρίας.

Για τη θεία οικονομία και για τη φροντίδα του για μας και τη σωτηρία μας.

 

 

Ταύτῃ τοίνυν τῇ προσβολῇ τοῦ ἀρχεκάκου δαίμονος δελεασθέντα

Επειδή, λοιπόν, εξαιτίας αυτής της προσβολής του αρχηγού της κακίας

τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ ἐντολὴν οὐ φυλάξαντα καὶ

δαίμονα, εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και δεν φύλαξε την εντολή του

γυμνωθέντα τῆς χάριτος καὶ τὴν πρὸς Θεὸν παρρησίαν

Δημιουργού, απογυμνώθηκε από τη χάρη και την παρρησία που είχε από

ἀπεκδυσάμενον καὶ σκεπασθέντα τῇ τοῦ μοχθηροῦ βίου τραχύτητι

το Θεό και σκέπασε τη γύμνια του με τη σκληρότητα της άθλιας ζωής του

τοῦτο γὰρ τὰ φύλλα τῆς συκῆς καὶ περιβληθέντα τὴν νέκρωσιν,

διότι αυτό σημαίνουν τα φύλλα της συκιάς· περιτυλίχθηκε τη νεκρότητα,

ἤτοι τὴν θνητότητα καὶ παχύτητα τῆς σαρκός τοῦτο γὰρ ἡ τῶν

δηλαδή τη θνητότητα και την υλοφροσύνη της σάρκας διότι αυτό δείχνει

νεκρῶν δερμάτων ἀμφίασις καὶ τοῦ παραδείσου κατὰ τὴν τοῦ Θεοῦ

η ένδυση των δερμάτινων χιτώνων· εξορίστηκε από τον παράδεισο

δικαιοκρισίαν γεγονότα ἐξόριστον καὶ θανάτῳ κατάκριτον καὶ φθορᾷ

σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση του Θεού· καταδικάστηκε σε θάνατο και τον

ὑποχείριον, οὐ παρεῖδεν ὁ συμπαθὴς, ὁ τὸ εἶναι δοὺς καὶ τὸ εὖ εἶναι

υποδούλωσε στη φθορά. Παρ όλα αυτά, ο εύσπλαγχνος Θεός, που μας

χαρισάμενος, ἀλλὰ πολλοῖς πρότερον παιδαγωγήσας καὶ πρὸς

έπλασε και μας έδωσε τη χάρη του, δεν έμεινε αδιάφορος, αλλά αφού πρώτα

με πολλούς τρόπους μας παιδαγώγησε και μας κάλεσε να μετανοήσουμε

ἐπιστροφὴν καλέσας στόνῳ καὶ τρόμῳ, ὕδατος κατακλυσμῷ καὶ

με στεναγμούς και τρόμους, με τον κατακλυσμό και την παρ ολίγο

παντὸς τοῦ γένους μικροῦ δεῖν πανωλεθρίᾳ, συγχύσει καὶ διαιρέσει

εξολόθρευση όλου του ανθρωπίνου γένους, με τη σύγχυση και διαίρεση των

γλωσσῶν, ἀγγέλων ἐπιστασίᾳ, πόλεων ἐμπρησμῷ, τυπικαῖς

γλωσσών, με εμφανίσεις αγγέλων, με εμπρησμό των πόλεων, με εικονικές

θεοφανείαις, πολέμοις, νίκαις, ἥτταις, σημείοις καὶ τέρασι καὶ

φανερώσεις του Θεού, με πολέμους, με νίκες, με ήττες, με θαυμαστά σημεία

ποικίλαις δυνάμεσι, νόμῳ, προφήταις, δι᾿ ὧν τὸ σπουδαζόμενον ἦν

και πολλά θαύματα, με το Νόμο, με τους προφήτες, που το κήρυγμα τους είχε

ἡ τῆς ἁμαρτίας ἀναίρεσις, πολυσχεδῶς χεθείσης καὶ

σκοπό την κατάργηση της αμαρτίας, η οποία με πολλές διακλαδώσεις

καταδουλωσαμένης τὸν ἄνθρωπον καὶ πᾶν εἶδος κακίας

απλώθηκε και υποδούλωσε τον άνθρωπο και συσσώρευσε στη ζωή του

ἐπισωρευσάσης τῷ βίῳ καὶ ἡ πρὸς τὸ εὖ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου

κάθε είδος κακίας· με το κήρυγμα των προφητών που είχε σκοπό επίσης την

ἐπάνοδος.

επάνοδο του ανθρώπου στη θεία ζωή.

 

᾿Επειδὴ δι᾿ ἁμαρτίας ὁ θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν, ὥσπερ τι

Επειδή, δηλαδή, ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας και

θηρίον ἄγριον καὶ ἀνήμερον τὸν ἀνθρώπινον λυμαινόμενος βίον, ἔδει

κατατρώει την ανθρώπινη ζωή σαν κάποιο άγριο και ανήμερο θηρίο, έπρεπε

δὲ τὸν λυτροῦσθαι μέλλοντα ἀναμάρτητον εἶναι καὶ μὴ τῷ θανάτῳ

αυτός που επρόκειτο να την λυτρώσει να είναι αναμάρτητος και όχι υπόλογος

διὰ τῆς ἁμαρτίας ὑπεύθυνον, ἔτι δὲ νευρωθῆναι καὶ ἀνακαινισθῆναι

στο θάνατο εξαιτίας της αμαρτίας· έπρεπε ακόμη η ανθρώπινη φύση να

τὴν φύσιν καὶ ἔργῳ παιδαγωγηθῆναι καὶ διδαχθῆναι ἀρετῆς ὁδὸν,

ενισχυθεί και ανανεωθεί, να παιδαγωγηθεί με πράξεις και να διδαχθεί το

τῆς μὲν φθορᾶς ἀπάγουσαν, πρὸς δὲ τὴν ζωὴν ποδηγοῦσαν τὴν

δρόμο της αρετής που δεν οδηγεί στην καταστροφή, αλλά στην αιώνια ζωή.

αἰώνιον·

 

τέλος τὸ μέγα περὶ αὐτὸν τῆς φιλανθρωπίας ἐνδείκνυται πέλαγος·

Τέλος, ο Θεός φανερώνει το μεγάλο πέλαγος της αγάπης του για τον

αὐτὸς γὰρ ὁ Δημιουργός τε καὶ Κύριος τὴν ὑπὲρ τοῦ οἰκείου

άνθρωπο. Διότι ο ίδιος ο Δημιουργός και Κύριος παίρνει πάνω του τον

πλάσματος ἀναδέχεται πάλην καὶ ἔργῳ διδάσκαλος γίνεται· καὶ

αγώνα για το αγαπημένο του πλάσμα και γίνεται στην πράξη δάσκαλος. Και

ἐπειδὴ θεότητος ἐλπίδι ὁ ἐχθρὸς δελεάζει τὸν ἄνθρωπον, σαρκὸς

επειδή ο εχθρός με την ελπίδα της ισοθεΐας ξεγέλασε τον άνθρωπο, τώρα ο

προβλήματι δελεάζεται καὶ δείκνυται ἅμα τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ σοφόν,

ίδιος ξεγελιέται από το προκάλυμμα της σάρκας. Ταυτόχρονα αποδείχνεται

τὸ δίκαιόν τε καὶ τὸ δυνατὸν τοῦ Θεοῦ· τὸ μὲν ἀγαθόν, ὅτι οὐ

η αγαθότητα, η σοφία, η δικαιοσύνη και η δύναμη του Θεού. Η αγαθότητά

παρεῖδε τοῦ οἰκείου πλάσματος τὴν ἀσθένειαν, ἀλλ᾿ ἐσπλαγχνίσθη

του, διότι δεν αδιαφόρησε για την αδυναμία του πλάσματός του, αλλά το

ἐπ᾿ αὐτῷ πεσόντι καὶ χεῖρα ὤρεξε· τὸ δέ δίκαιον, ὅτι ἀνθρώπου

σπλαγχνίστηκε, όταν έπεσε, και του άπλωσε το χέρι. Η δικαιοσύνη του, διότι

ἡττηθέντος, οὐχ ἕτερον ποιεῖ νικῆσαι τὸν τύραννον, οὐδὲ βίᾳ

ενώ ο άνθρωπος νικήθηκε, δεν φέρνει άλλον να νικήσει τον δυνάστη

ἐξαρπάζει τοῦ θανάτου τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ᾿ ὃν πάλαι διὰ τῆς

(διάβολο) ούτε με βία γλυτώνει τον άνθρωπο από το θάνατο, αλλά τον ίδιο

ἁμαρτίας καταδουλοῦται ὁ θάνατος, τοῦτον ὁ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος

τον άνθρωπο, που ο θάνατος λόγω της αμαρτίας υπόταξε, αυτόν ο αγαθός και

νικητὴν πάλιν πεποίηκε καὶ τῷ ὁμοίῳ τὸν ὅμοιον ἀνεσώσατο, ὅπερ

δίκαιος (Θεός) τον αναδείχνει πάλι νικητή και σώζει το όμοιο με το όμοιο,

ἄπορον ἦν· τὸ δὲ σοφόν, ὅτι εὗρε τοῦ ἀπόρου λύσιν εὐπρεπεστάτην·

πράγμα που ήταν αδύνατο· η σοφία του φαίνεται, διότι βρήκε αξιοπρεπή λύση

εὐδοκίᾳ γὰρ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ

για κάτι αδύνατο. Διότι, με την καλή θέληση του Θεού Πατέρα, ο μονογενής

Θεοῦ καὶ Θεὸς, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ὁ ὁμοούσιος τῷ

του Υιός και Θεός Λόγος, που είναι στον τόπο του Θεού Πατέρα και είναι

Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ προαιώνιος, ὁ ἄναρχος, ὁ ἐν ἀρχῇ

ομοούσιος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ο προαιώνιος και άναρχος,

ὢν καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα ὢν καὶ Θεὸς ὤν, ὁ ἐν μορφῇ Θεοῦ

όντας εξαρχής με το Θεό Πατέρα και Θεός ο ίδιος, έχοντας τη θεϊκή φύση,

ὑπάρχων κλίνας οὐρανοὺς κατέρχεται, τουτέστιν, τὸ ἀταπείνωτον

έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε κάτω στη γη· ταπείνωσε, δηλαδή, το

αὐτοῦ ὕψος ἀταπεινώτως ταπεινώσας συγκαταβαίνει τοῖς ἑαυτοῦ

αταπείνωτο ύψος του χωρίς να χάσει τη δοξα του και συγκαταβαίνει με

δούλοις συγκατάβασιν ἄφραστόν τε καὶ ἀκατάληπτον τοῦτο γὰρ

ανέκφραστη και ακατάληπτη συγκατάβαση στους δούλους του διότι αυτό

δηλοῖ ἡ κατάβασις καὶ Θεὸς ὢν τέλειος ἄνθρωπος τέλειος γίνεται

δείχνει η κατάβαση του· όντας τέλειος Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος και

καὶ ἐπιτελεῖται τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ

πραγματοποιεί το πιο πρωτάκουστο απ όλα τα καινοφανή, το μοναδικό

τὸν ἥλιον, δι᾿ οὗ ἡ ἄπειρος τοῦ Θεοῦ ἐμφανίζεται δύναμις.

καινούργιο κάτω από τον ήλιο, με το οποίο φανερώνεται η άπειρη δύναμη

του Θεού.

 

Τί γὰρ μεῖζον τοῦ γενέσθαι τὸν Θεὸν ἄνθρωπον; Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ

Διότι, τί μεγαλύτερο υπάρχει από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος; Και ο Λόγος,

ἀτρέπτως ἐγένετο ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Ἁγίας

χωρίς να μεταβληθεί η θεία φύση του, σαρκώθηκε από Άγιο Πνεύμα και τη

Ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου, καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων

Μαρία, την αγία και αειπάρθενο Θεοτόκο· ο μόνος φιλάνθρωπος γίνεται

χρηματίζει ὁ μόνος φιλάνθρωπος, οὐκ ἐκ θελήματος ἢ ἐπιθυμίας ἢ

μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Συλλήφθηκε μέσα στην άχραντη μήτρα

συναφείας ἀνδρὸς ἢ γεννήσεως ἐνηδόνου ἐν τῇ ἀχράντῳ μήτρᾳ τῆς

της Παρθένου όχι με το θέλημα, την επιθυμία, τη σχέση με άνδρα και τη

Παρθένου συλληφθείς, ἀλλ᾿ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ τῆς πρώτης τοῦ

γέννηση που είναι καρπός ηδονής, αλλά από το Άγιο Πνεύμα και με τον

᾿Αδὰμ γενέσεως· καὶ γίνεται ὑπήκοος τῷ Πατρὶ τῷ καθ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐξ

τρόπο της αρχικής δημιουργίας του Αδάμ. Κάνει υπακοή στον Πατέρα

ἡμῶν προσλήμματι τὴν ἡμετέραν παρακοὴν ἰώμενος καὶ

θεραπεύοντας τη δική μας παρακοή με το ανθρώπινο σώμα που πήρε από

ὑπογραμμὸς ἡμῖν ὑπακοῆς γινόμενος, ἧς ἐκτὸς οὐκ ἔστι σωτηρίας

μας, με το να γίνει σε μας τύπος υπακοής, χωρίς τήν οποία δεν είναι δυνατόν

τυχεῖν.   

να επιτύχουμε τη σωτηρία.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 46. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου

καὶ τῆς θείας αὐτοῦ σαρκώσεως.

Για τον τρόπο της συλλήψεως του Θεού Λόγου και τη θεία σάρκωση.

 

 

῎Αγγελος γὰρ Κυρίου ἀπεστάλη πρὸς τὴν Ἁγίαν Παρθένον, ἐκ

Άγγελος Κυρίου στάλθηκε στην αγία Παρθένο, η οποία καταγόταν από τη

δαυιτικοῦ φύλου καταγομένην· "πρόδηλον γὰρ ὡς ἐξ ᾿Ιούδα

γενιά του Δαβίδ. Όπως το είπε ο θείος Απόστολος: Είναι φανερό ότι ο

ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν", "ἐξ ἧς φυλῆς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ

Κύριός μας προήλθε από τη φυλή του Ιούδα, από την οποία κανείς δεν είχε

θυσιαστηρίῳ", ὡς ὁ θεῖος ἔφη ἀπόστολος, περὶ οὗ ὕστερον ἐροῦμεν

πλησιάσει στο θυσιαστήριο· γι αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια με

ἀκριβέστερον, ἥν εὐαγγελιζόμενος ἔλεγε· "Χαῖρε, κεχαριτωμένη,

λεπτομέρειες. Σ αυτήν ο άγγελος έφερε τη χαρμόσυνη είδηση λέγοντας:

ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. ῾Η δὲ διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ" καί φησι πρὸς

Να χαίρεσαι εσύ που είσαι η πιο χαριτωμένη· ο Κύριος είναι μαζί σου. Εκείνη

αὐτὴν ὁ ἄγγελος· "Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ Κυρίῳ

όμως τρόμαξε στα λόγια του, και της είπε ο άγγελος: Μη φοβάσαι, Μαρία·

καὶ τέξῃ Υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. Αὐτὸς γὰρ σώσει

διότι ο Θεός σε χαρίτωσε και θα γεννήσεις παιδί που θα το ονομάσεις Ιησού.

τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν." ῞Οθεν καί τὸ "᾿Ιησοῦς"

Διότι αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους. Γι αυτό, το όνομα

σωτὴρ ἑρμηνεύεται. Τῆς δὲ διαπορούσης· "Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ

"Ιησούς" σημαίνει σωτήρας. Και ενώ εκείνη απορούσε, πώς θα γίνει αυτό,

ἄνδρα οὐ γινώσκω;", πάλιν φησὶ πρὸς αὐτὴν ὁ ἄγγελος· "Πνεῦμα

αφού δεν είμαι παντρεμένη, της είπε πάλι ο άγγελος: θα σε επισκεφθεί το

Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. Διὸ

Άγιο Πνεύμα και η δύναμη του ύψιστου Θεού θα σ επισκιάσει. Γι αυτό και

καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ ἅγιον κληθήσεται, Υἱὸς Θεοῦ". ῾Η δὲ πρὸς

το παιδί που θα γεννηθεί από σένα θα είναι εξαγιασμένο, ο Υιός του Θεού.

αὐτόν· "᾿Ιδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου".  

Τότε εκείνη συγκατατέθηκε: Να, είμαι πρόθυμη δούλη του Κυρίου· ας γίνει

σύμφωνα με την εντολή σου.

 

Μετὰ οὖν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἁγίας Παρθένου Πνεῦμα Ἅγιον

Μετά τη συγκατάθεση της αγίας Παρθένου, το Άγιο Πνεύμα ήλθε σ αυτήν,

ἐπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, ὃν εἶπεν ὁ ἄγγελος,

σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου που μετέφερε ο άγγελος· την καθάρισε

καθαῖρον αὐτὴν καὶ δύναμιν δεκτικὴν τῆς τοῦ Λόγου θεότητος

και την ενίσχυσε με δύναμη ώστε να δεχθεί και να γεννήσει το Θεό Λόγο.

παρέχον, ἅμα δὲ καὶ γεννητικήν. Καὶ τότε ἐπεσκίασεν ἐπ᾿ αὐτὴν ἡ

Τότε έπεσε πάνω της σαν σκιά η ενυπόστατη σοφία και η δύναμη του

τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου ἐνυπόστατος σοφία καὶ δύναμις, ὁ Υἱὸς τοῦ

Ύψιστου Θεού, ο Υιός του Θεού, που είναι ομοούσιος με τον Πατέρα· έπεσε

Θεοῦ ὁ τῷ Πατρὶ ὁμοούσιος, οἱονεὶ θεῖος σπόρος, καὶ συνέπηξεν

σαν θείος σπόρος, και δημιούργησε για τον εαυτό του από το αγνό και

ἑαυτῷ ἐκ τῶν ἁγνῶν καὶ καθαρωτάτων αὐτῆς αἱμάτων σάρκα

καθαρό σώμα της σάρκα με ψυχή λογική και νοερή·

ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ, ἀπαρχὴν τοῦ ἡμετέρου

πήρε ό,τι πιο εκλεκτό από τη δική μας ανθρώπινη φύτρα,

φυράματος, οὐ σπερματικῶς ἀλλὰ δημιουργικῶς διὰ τοῦ Ἁγίου

όχι με σπέρμα αλλά με δημιουργία από την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος·

Πνεύματος, οὐ ταῖς κατὰ μικρὸν προσθήκαις ἀπαρτιζομένου τοῦ

δεν σχημάτισε το σώμα λίγο λίγο με τμηματικές προσθήκες,

σχήματος, ἀλλ᾿ ὑφ᾿ ἓν τελειωθέντος, αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος

αλλά ολοκληρωμένο με τη μία, επειδή ο ίδιος ο Θεός Λόγος αποτελεί

χρηματίσας τῇ σαρκὶ ὑπόστασις· οὐ γὰρ προϋποστάσῃ καθ᾿ ἑαυτὴν

την υπόσταση και της σάρκας. Ο Θεός Λόγος, δηλαδή, δεν ενώθηκε με μία

σαρκὶ ἡνώθη ὁ θεῖος Λόγος, ἀλλ᾿ ἐνοικήσας τῇ γαστρὶ τῆς Ἁγίας

σάρκα η οποία έγινε πρώτα ξεχωριστή υπόσταση, αλλά, αφού ενοίκησε στη

Παρθένου ἀπεριγράπτως ἐν τῇ ἑαυτοῦ ὑποστάσει ἐκ τῶν ἁγνῶν τῆς

γαστέρα της αγίας Παρθένου, με απερίγραπτο τρόπο σχημάτισε μέσα στη δική

Ἀειπαρθένου αἱμάτων σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ

του υπόσταση, από το αγνό σώμα της Παρθένου, σώμα με ψυχή λογική και

ὑπεστήσατο ἀπαρχὴν προσλαβόμενος τοῦ ἀνθρωπίνου φυράματος,

νοερή. Έτσι, ο ίδιος ο Λόγος παίρνοντας ό,τι πιο εκλεκτό από το δικό μας

αὐτὸς ὁ Λόγος γενόμενος τῇ σαρκὶ ὑπόστασις.

ανθρώπινο φύραμα, έγινε υπόσταση με σάρκα.

 

῞Ωστε ἅμα σάρξ, ἅμα Θεοῦ Λόγου σάρξ, ἅμα σὰρξ ἔμψυχος λογική

Επομένως, είναι ταυτόχρονα και ανθρώπινη σάρκα και σάρκα του Θεού

τε καὶ νοερά, ἅμα Θεοῦ Λόγου σὰρξ ἔμψυχος λογική τε καὶ νοερά.

Λόγου· συγχρόνως και ανθρώπινη έμψυχη λογική και νοερή σάρκα και

σάρκα έμψυχη λογική και νοερή του Θεού Λόγου.

Διὸ οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα λέγομεν, ἀλλὰ Θεὸν

Γι αυτό και δεν λέμε ότι ο άνθρωπος έγινε Θεός, αλλά ότι ο Θεός έγινε

ἐνανθρωπήσαντα· ὢν γὰρ φύσει τέλειος Θεὸς, γέγονε φύσει τέλειος

άνθρωπος· όντας στη φύση του τέλειος Θεός, έγινε ο ίδιος τέλειος άνθρωπος

ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς, οὐ τραπεὶς τὴν φύσιν, οὐδὲ φαντάσας τὴν

στη φύση, χωρίς ν αλλάξει στη φύση του, και χωρίς να μείνει ως φαντασία το

οἰκονομίαν, ἀλλὰ τῇ ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου ληφθείσῃ λογικῶς τε καὶ

σχέδιο της θείας οικονομίας. Αλλά ενώθηκε υποστατικά χωρίς σύγχυση,

νοερῶς ἐψυχωμένῃ σαρκὶ καὶ ἐν αὐτῷ τὸ εἶναι λαχούσῃ ἑνωθεὶς

χωρίς μεταβολή και χωρίς διαίρεση, με τη σάρκα που πήρε από την αγία

καθ᾿ ὑπόστασιν ἀσυγχύτως καὶ ἀναλλοιώτως καὶ ἀδιαιρέτως, μὴ

Παρθένο και η οποία έχει λογική και νοερή ψυχή· δεν μετάβαλε τη φύση

μεταβαλὼν τὴν τῆς θεότητος αὐτοῦ φύσιν εἰς τὴν τῆς σαρκὸς

της θεότητός του σε φύση της σαρκός του

οὐσίαν, μήτε τὴν οὐσίαν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ εἰς τὴν φύσιν τῆς αὐτοῦ

ούτε τη φύση της σαρκός του σε θεία φύση, και χωρίς

θεότητος οὐδὲ ἐκ τῆς θείας αὐτοῦ φύσεως καί, ἧς προσελάβετο

η θεία του φύση και η ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε,

ἀνθρωπίνης φύσεως, μίαν φύσιν ἀποτελέσας σύνθετον.   

ν αποτελέσουν μία σύνθετη φύση.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 47. Περὶ τῶν δύο φύσεων

Για τις δύο φύσεις.

 

 

᾿Ατρέπτως γὰρ καὶ ἀναλλοιώτως ἡνώθησαν ἀλλήλαις αἱ φύσεις,

Οι (δύο) φύσεις (του Χριστού) ενώθηκαν μεταξύ τους χωρίς μετατροπή και

μήτε τῆς θείας φύσεως ἐκστάσης τῆς οἰκείας ἁπλότητος, μήτε μὴν τῆς

μεταβολή, χωρίς ούτε η θεία φύση να χάσει την απλότητά της, ούτε βέβαια η

ἀνθρωπίνης ἢ τραπείσης εἰς θεότητος φύσιν ἢ εἰς ἀνυπαρξίαν

η ανθρώπινη να μεταβληθεί σε θεία φύση ή να καταλήξει σε ανυπαρξία,

χωρησάσης, μήτε ἐκ τῶν δύο μιᾶς γεγενημένης συνθέτου φύσεως· ἡ

ούτε τέλος από τις δύο να βγει μία σύνθετη φύση. Διότι η σύνθετη φύση

γὰρ σύνθετος φύσις οὐδ᾿ ὁποτέρας τῶν, ἐξ ὧν συνετέθη, φύσεων

δεν μπορεί να είναι ομοούσια με καμία από τις δύο φύσεις που τη συνέθεσαν,

ὁμοούσιος ὑπάρχειν δύναται, ἐξ ἑτέρων ἀποτελεσθεῖσα ἕτερον· οἷον

αφού από διαφορετικά στοιχεία προήλθε κάτι άλλο· για παράδειγμα, το σώμα

τὸ σῶμα τὸ ἐκ τῶν τεσσάρων στοιχείων συντεθειμένον οὐδὲ τῷ πυρὶ

το οποίο αποτελείται από τέσσερα στοιχεία δεν είναι ομοούσιο ούτε με τη

λέγεται ὁμοούσιον, οὔτε πῦρ ὀνομάζεται, οὔτε ἀὴρ λέγεται οὔτε

φωτιά, ούτε λέγεται φωτιά, ούτε λέγεται αέρας ή νερό ή γη,

ὕδωρ, οὔτε γῆ, οὐδέ τινι τούτων ἐστὶν ὁμοούσιον. Εἰ τοίνυν κατὰ

ούτε με κάποιο απ αυτά είναι ομοούσιο. Εάν, λοιπόν, σύμφωνα με τους

τοὺς αἱρετικοὺς μιᾶς συνθέτου φύσεως ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν ἕνωσιν

αιρετικούς, ο Χριστός, μετά τήν ένωση των δύο φύσεων, είχε μία σύνθετη

ἐχρημάτισεν, ἐξ ἁπλῆς φύσεως ἐτράπη εἰς σύνθεσιν καὶ οὔτε τῷ

φύση, τότε η φύση του από απλή μετατράπηκε σε σύνθετη· και ούτε είναι

Πατρὶ ἁπλῆς φύσεως ὄντι ἐστὶν ὁμοούσιος, οὔτε τῇ μητρί (οὐ γὰρ ἐκ

ομοούσιος με τον Πατέρα του που έχει απλή φύση, ούτε με τη μητέρα του

θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος αὕτη συντέθειται), οὔτε μὴν ἐν θεότητί

(διότι αυτή δεν είναι σύνθετη από θεία και ανθρώπινη φύση), ούτε βέβαια

ἐστι καὶ ἀνθρωπότητι, οὔτε δὲ Θεὸς ὀνομασθήσεται οὐδὲ ἄνθρωπος,

μετέχει στη θεία και ανθρώπινη φύση, ούτε πάλι θα ονομασθεί Θεός ή

ἀλλὰ  Χριστὸς μόνον. Καὶ ἔσται τὸ Χριστὸς οὐ τῆς ὑποστάσεως

άνθρωπος, αλλά μόνον Χριστός. Και το όνομα Χριστός δεν θα είναι γι

αὐτοῦ ὄνομα, ἀλλὰ τῆς μιᾶς κατ᾿ αὐτοὺς φύσεως. 

αυτούς το όνομα της υποστάσεως του, αλλά της μιας του φύσεως.

 

῾Ημεῖς δὲ οὐ μιᾶς συνθέτου φύσεως τὸν Χριστὸν δογματίζομεν, οὐδὲ

Εμείς όμως θεωρούμε ως αλήθεια ότι ο Χριστός δεν έχει μία σύνθετη φύση,

ἐξ ἑτέρων ἕτερον, ὥσπερ ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος ἄνθρωπον ἢ ὡς ἐκ

ούτε είναι κάτι άλλο που προήλθε από κάτι άλλο, όπως ο άνθρωπος από ψυχή

τεσσάρων στοιχείων σῶμα, ἀλλ᾿ ἐξ ἑτέρων τὰ αὐτά· ἐκ θεότητος μὲν

και σώμα ή όπως το σώμα από τέσσερα στοιχεία, αλλά λέμε ότι προήλθαν τα

γὰρ καὶ ἀνθρωπότητος Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον τέλειον τὸν

ίδια από διαφορετικά στοιχεία· ομολογούμε, δηλαδή, ότι είναι και λέγεται

αὐτὸν καὶ εἶναι καὶ λέγεσθαι ἐκ δύο τε καὶ ἐν δυσὶ φύσεσιν

τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος που έχει δύο φύσεις και είναι σε δύο

ὁμολογοῦμεν. Τὸ δὲ Χριστὸς ὄνομα τῆς ὑποστάσεως λέγομεν, οὐ

φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη. Το όνομα Χριστός το αποδίδουμε στην

μονοτρόπως λεγόμενον, ἀλλὰ τῶν δύο φύσεων ὑπάρχον

υπόσταση, που δεν λέγεται μονομερώς, αλλά δηλώνει τις δύο φύσεις.

σημαντικόν· αὐτὸς γὰρ ἑαυτὸν ἔχρισε, χρίων μὲν ὡς Θεὸς τὸ σῶμα

Διότι ο ίδιος καθαγίασε τον εαυτό του, καθαγιάζοντας από τη μια ως Θεός το

τῇ θεότητι αὐτοῦ, χριόμενος δὲ ὡς ἄνθρωπος· αὐτὸς γάρ ἐστι τοῦτο

σώμα με τη θεότητά του, και από την άλλη καθαγιαζόμενος ως άνθρωπος·

κἀκεῖνο. Χρίσις δὲ ἡ θεότης τῆς ἀνθρωπότητος. Εἰ γὰρ μιᾶς φύσεως

διότι ο ίδιος είναι και το ένα και το άλλο. Και η θεία φύση καθαγιάζει την

συνθέτου ὢν ὁ Χριστὸς ὁμοούσιός ἐστι τῷ Πατρί, ἔσται ἄρα καὶ ὁ

ανθρώπινη. Αν, δηλαδή, ο Χριστός, ο οποίος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα,

Πατὴρ σύνθετος καὶ τῇ σαρκὶ ὁμοούσιος, ὅπερ ἄτοπον καὶ πάσης

έχει σύνθετη φύση, τότε και ο Πατέρας θα είναι σύνθετος και ομοούσιος με

βλασφημίας ἀνάπλεον.  

τη σάρκα, πράγμα το οποίο είναι άτοπο και πολύ βλάσφημο.

 

Πῶς δὲ καὶ μία φύσις τῶν ἐναντίων οὐσιωδῶν διαφορῶν δεκτικὴ

Και πώς μία φύση θα μπορέσει να δεχθεί τις αντίθετες διαφορές των φύσεων;

γενήσεται; Πῶς γὰρ δυνατὸν τὴν αὐτὴν φύσιν κατὰ ταὐτὸν κτιστὴν

Πώς είναι, δηλαδή, δυνατόν η ίδια φύση να είναι ταυτόχρονα κτιστή και

εἶναι καὶ ἄκτιστον, θνητὴν καὶ ἀθάνατον, περιγραπτὴν καὶ

άκτιστη, θνητή και αθάνατη, περιγραπτή και απερίγραπτη;

ἀπερίγραπτον;  

 

Εἰ δὲ καὶ μιᾶς λέγοντες τὸν Χριστὸν φύσεως ἁπλῆν ταύτην εἴποιεν, ἢ

Αν πάλι λέγοντας ότι ο Χριστός έχει μία φύση, τη θεωρούν απλή ή μήπως θα

γυμνὸν αὐτὸν Θεὸν ὁμολογήσουσι καὶ φαντασίαν εἰσάξουσιν τὴν

πουν ότι αυτός είναι μόνον Θεός και θα θεωρήσουν την ενανθρώπηση

ἐνανθρώπησιν ἢ ψιλὸν ἄνθρωπον κατὰ Νεστόριον. Καὶ ποῦ τὸ

φανταστική ή ότι είναι μόνον άνθρωπος, σύμφωνα με τη διδασκαλία του

ἐν θεότητι τέλειον καὶ τὸ ἐν ἀνθρωπότητι τέλειον; Πότε δὲ καὶ δύο

Νεστορίου; Και πού είναι τότε η τελειότητα της θείας και της ανθρωπίνης

τὸν Χριστὸν λέξουσι φύσεων, μιᾶς συνθέτου φύσεως αὐτὸν μετὰ

φύσεως; Και πότε θα δεχθούν ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, εφόσον λένε

τὴν ἕνωσιν λέγοντες; ῞Οτι γὰρ μιᾶς ὁ Χριστὸς φύσεως πρὸ τῆς

ότι μετά την ένωση αυτός έχει μία σύνθετη φύση; Διότι όλοι γνωρίζουν ότι ο

ἑνώσεως, παντί που δῆλον. 

Χριστός, πριν την ένωση, είχε μια φύση μόνο.

 

᾿Αλλὰ τοῦτό ἐστι τὸ ποιοῦν τοῖς αἱρετικοῖς τὴν πλάνην, τὸ ταὐτὸν

Αλλά αυτό είναι εκείνο που οδηγεί τους αιρετικούς στην πλάνη, ότι ταυτίζουν

λέγειν τὴν φύσιν καὶ τὴν ὑπόστασιν. ᾿Επειδὴ δὲ μίαν τῶν ἀνθρώπων

τη φύση με την υπόσταση. Επειδή μάλιστα ισχυριζόμαστε ότι είναι μία η φύση

φύσιν φαμέν, ἰστέον, ὡς οὐκ ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ

των ανθρώπων, πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτό το λέμε όχι αποβλέποντας

σώματος λόγον τοῦτο λέγομεν· ἀδύνατον γὰρ μιᾶς φύσεως λέγειν

στον ορισμό της ψυχής και του σώματος· διότι είναι αδύνατο να λέμε ότι η

τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα πρὸς ἄλληλα συγκρινόμενα. ᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ

ψυχή και το σώμα, αν συγκριθούν μεταξύ τους, έχουν μία φύση. Αλλά επειδή

πλεῖσται ὑποστάσεις τῶν ἀνθρώπων εἰσί, πάντες δὲ τὸν αὐτὸν

υπάρχουν πάρα πολλές υποστάσεις των ανθρώπων, και η φύση όλων έχει τον

ἐπιδέχονται λόγον τῆς φύσεως, πάντες γὰρ ἐκ ψυχῆς εἰσι

ίδιο ορισμό, διότι όλοι είναι σύνθετοι από ψυχή και σώμα,

συντεθειμένοι καὶ σώματος, καὶ πάντες τῆς φύσεως τῆς ψυχῆς

και όλοι μετέχουν στη φύση της ψυχής

μετειλήφασι καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ σώματος κέκτηνται, καί τὸ κοινὸν

και έχουν τη φύση του σώματος, λέμε ότι η κοινή εμφάνιση των πολλών

εἶδος τῶν πλείστων καὶ διαφόρων ὑποστάσεων, μίαν φύσιν φαμέν·

και διαφορετικών υποστάσεων έχει μία φύση· καθεμία, δηλαδή,

ἑκάστης δηλαδὴ ὑποστάσεως δύο φύσεις ἐχούσης καὶ ἐν δυσὶ

υπόσταση έχει δύο φύσεις και υπάρχει μέ τις δύο φύσεις,

τελούσης ταῖς φύσεσι, ψυχῆς λέγω καὶ σώματος. 

εννοώ την ψυχή και το σώμα.

 

᾿Επὶ δὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔστι κοινὸν εἶδος λαβεῖν·

Για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό όμως δεν είναι δυνατόν να εννοήσουμε

οὔτε γὰρ ἐγένετο, οὐδὲ ἔστιν, οὔτε ποτὲ γενήσεται ἄλλος Χριστὸς

κοινή μορφή· διότι ούτε έγινε ούτε υπάρχει ούτε ποτέ θα γίνει άλλος Χριστός

ἐκ θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος, ἐν θεότητι καὶ ἀνθρωπότητι Θεὸς

από θεία και ανθρώπινη φύση, ο ίδιος τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος

τέλειος ὁ αὐτὸς καὶ ἄνθρωπος τέλειος. ᾿Εντεῦθεν οὐκ ἔστιν εἰπεῖν

στη θεία και ανθρώπινη φύση. Γι αυτό δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Κύριός

μίαν φύσιν ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ὥσπερ ἐπί τοῦ

μας Ιησούς Χριστός έχει μία φύση· όπως λέμε για το άτομο ότι αποτελείται

ἀτόμου ἐκ ψυχῆς καί σώματος συγκειμένου, οὕτω καί ἐπί τοῦ

από ψυχή και σώμα, έτσι λέμε και για τον Χριστό ότι αποτελείται από θεία

Χριστοῦ ἐκ θεότητος καί ἀνθρωπότητος. Ἐκεῖ μέν γάρ ἄτομον, ὁ δέ

και ανθρώπινη φύση. Εκεί βέβαια έχουμε άτομο, αλλά ο Χριστός δεν είναι

Χριστός οὐκ ἄτομον· οὐδέ γάρ ἔχει κατηγορούμενον εἶδος

άτομο· και ούτε έχει ο Χριστός μια μορφή που ανήκει στην κατηγορία του

χρηστότητος.

αγαθού.

 

Διὸ δὴ ἐκ δύο φύσεων τελείων, θείας τε καὶ ἀνθρωπίνης, φαμὲν

Γι αυτό υποστηρίζουμε ότι η ένωση προήλθε από δύο τέλειες φύσεις, τη

γεγενῆσθαι τὴν ἕνωσιν, οὐ κατὰ φυρμὸν ἢ σύγχυσιν ἢ ἀνάκρασιν,

θεία και την ανθρώπινη, όχι με συμφυρμό ή σύγχυση ή ανάμειξη, όπως είπε

ὡς ὁ θεήλατος ἔφη Διόσκορος, Εὐτυχής τε καί Σευῆρός καὶ ἡ τούτων

"το θεόσταλτο κακό" ο Διόσκορος, ο Ευτυχής και ο Σεβήρος και η ασεβής

ἐναγὴς συμμορία· οὐδὲ προσωπικὴν ἢ σχετικὴν ἢ κατ᾿ ἀξίαν ἢ

συμμορία τους· ούτε υποστηρίζουμε ότι η ένωση ήταν προσωπική ή σχετική

ταυτοβουλίαν ἢ ὁμοτιμίαν ἢ ὁμωνυμίαν ἢ εὐδοκίαν, ὡς ὁ θεοστυγὴς

ή ανάλογα με την αξία ή με ταύτιση της θελήσεως ή με ισοτιμία ή με ταύτιση

ἔφη Νεστόριος,  Διόδωρός τε καὶ ὁ Μοψουεστίας Θεόδωρος, καὶ ἡ

του ονόματος ή με συγκατάβαση, όπως είπε ο εχθρός του Θεού Νεστόριος,

τούτων δαιμονιώδης ὁμήγυρις, ἀλλὰ κατὰ σύνθεσιν, ἤτοι καθ᾿

ο Διόδωρος και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας και η δαιμονική συντροφιά τους·

ὑπόστασιν ἀτρέπτως καὶ ἀσυγχύτως καὶ ἀναλλοιώτως καὶ

αλλά ομολογούμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε με σύνθεση, δηλαδή υποστατικά

ἀδιαιρέτως καὶ ἀδιασπάστως καὶ ἐν δυσὶ φύσεσι τελείως ἐχούσαις

χωρίς μεταβολή και αλλοίωση, χωρίς διαίρεση και διάσπαση και με δύο

μίαν ὑπόστασιν ὁμολογοῦμεν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ σεσαρκωμένου,

φύσεις τέλειες που έχουν την ίδια υπόσταση, εννοώ της θείας και ανθρωπίνης

τὴν αὐτὴν ὑπόστασιν λέγοντες τῆς θεότητος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος

φύσεώς του· ομολογούμε ότι οι δύο φύσεις διατηρούνται στο πρόσωπό του

αὐτοῦ καὶ τὰς δύο φύσεις ὁμολογοῦντες σῴζεσθαι ἐν αὐτῷ μετὰ τὴν

μετά την ένωση, χωρίς να θεωρούμε ότι η καθεμία υπάρχει ξεχωριστά,

ἕνωσιν, οὐκ ἰδίᾳ καὶ ἀναμέρος τιθέντες ἑκάστην, ἀλλ᾿ ἡνωμένας

αλλά είναι ενωμένες και οι δύο σε μία σύνθετη υπόσταση.

ἀλλήλαις ἐν τῇ μιᾷ συνθέτῳ ὑποστάσει.

 

Οὐσιώδη γάρ φαμεν τὴν ἕνωσιν, τουτέστιν ἀληθῆ καὶ οὐ κατὰ

Υποστηρίζουμε ότι η ένωση είναι ουσιαστική, δηλαδή αληθινή και όχι

φαντασίαν. Οὐσιώδη δέ, οὐχ ὡς τῶν δύο φύσεων ἀποτελεσασῶν

φανταστική. Ουσιαστική, όχι με την έννοια ότι οι δύο φύσεις αποτέλεσαν

μίαν σύνθετον φύσιν, ἀλλ᾿ ἑνωθεισῶν ἀλλήλαις κατὰ ἀλήθειαν εἰς

μία σύνθετη φύση, αλλά ενώθηκαν μεταξύ τους πραγματικά σε μία σύνθετη

μίαν ὑπόστασιν σύνθετον τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.  Καὶ σῴζεσθαι αὐτῶν

υπόσταση του Υιού του Θεού. Και υποστηρίζουμε ότι

τὴν οὐσιώδη διαφορὰν ὁριζόμεθα· τὸ γὰρ κτιστὸν μεμένηκε κτιστὸν

παραμένει η ουσιώδης διαφορά τους· διότι το κτιστό παρέμεινε κτιστό

καὶ τὸ ἄκτιστον ἄκτιστον· τὸ θνητὸν ἔμεινε θνητὸν καὶ τό ἀθάνατον

και το άκτιστο άκτιστο·το θνητό παρέμεινε θνητό και το αθάνατο αθάνατο·

ἀθάνατον· τὸ περιγραπτὸν περιγραπτὸν καὶ τὸ ἀπερίγραπτον

το περιγραπτό παρέμεινε παριγραπτό και το απερίγραπτο απερίγραπτο·

ἀπερίγραπτον· τὸ ὁρατὸν ὁρατὸν καὶ τὸ ἀόρατον ἀόρατον· τὸ μὲν

το ορατό παρέμεινε ορατό και το αόρατο αόρατο· το ένα ακτινοβολεί

διαλάμπει τοῖς θαύμασι, τὸ δὲ ταῖς ὕβρεσιν ὑποπέπτωκεν.  

με τα θαύματα και το άλλο υπέπεσε στις συκοφαντικές ύβρεις.

 

Οἰκειοῦται δὲ τὰ ἀνθρώπινα ὁ Λόγος· αὐτοῦ γάρ εἰσι τὰ τῆς ἁγίας

Ο Λόγος κάνει δικά του τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά· διότι αυτά που

αὐτοῦ σαρκὸς ὄντα, καὶ μεταδίδωσι τῇ σαρκὶ τῶν ἰδίων κατὰ τὸν

ανήκουν στην αγία του σάρκα είναι δικά του, και μεταδίδει στη σάρκα του

τῆς ἀντιδόσεως τρόπον διὰ τὴν εἰς ἄλληλα τῶν μερῶν περιχώρησιν

από τα δικά του με τον τρόπο της αντιδόσεως, επειδη τα δύο μέρη

καὶ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν, καὶ ὅτι εἷς ἦν καὶ ὁ αὐτὸς ὁ καὶ τὰ

αλληλοπεριχωρούνται και είναι ενωμένα υποστατικά και επειδή ο ενεργών

θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα ἐνεργῶν ἐν ἑκατέρᾳ μορφῇ μετὰ τῆς θατέρου

τα θεία και τα ανθρώπινα είναι ένας με τη μία και την άλλη φύση που

κοινωνίας.  Διὸ δὴ καὶ ὁ Κύριος τῆς δόξης ἐσταυρῶσθαι λέγεται

βρίσκονται σε κοινωνία μεταξύ τους. Γι αυτό το λόγο λέμε ότι ο Κύριος της

καίτοι τῆς θείας αὐτοῦ μὴ παθούσης φύσεως, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ

δόξης σταυρώθηκε, αν και δεν έπαθε τίποτε η θεία του φύση· και ακόμη

ἀνθρώπου πρὸ τοῦ πάθους ἐν τῷ οὐρανῷ εἶναι ὡμολόγηται, ὡς

ομολογούμε ότι ο Υιός του άνθρώπου πριν από το πάθος του είναι στον

αὐτὸς ὁ Κύριος ἔφησεν· εἷς γὰρ ἦν καὶ ὁ αὐτὸς Κύριος τῆς δόξης,

ουρανό, όπως το είπε ο ίδιος ο Κύριος· διότι ο Κύριος της δόξης ήταν ένας


 

 
||
 
9η σελίδα
 

Για να επικοινωνήσετε μαζί μας, κάντε αριστερό κλικ με το ποντίκι σας εδώ.

 

Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας

 

Επιστροφή στο κεντρικό μενού.