Ὀρθόδοξη Θεολογία

 
Έκδοσις ακριβὴς της ορθοδόξου πίστεως.

του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

 
 
 
 
 
10η σελίδα
 
||

ὁ φύσει καὶ ἀληθείᾳ Υἱὸς ἀνθρώπου, ἤτοι ἄνθρωπος γενόμενος,

και ο ίδιος, αυτός που από τη φύση του ήταν αληθινά Υιός του ανθρώπου,

καὶ αὐτοῦ τά τε θαύματα καὶ τὰ πάθη γινώσκομεν, εἰ καὶ κατ᾿ ἄλλο

δηλαδή αυτός που έγινε άνθρωπος· και γνωρίζουμε τα θαύματα και τα πάθη

ἐθαυματούργει καὶ κατ᾿ ἄλλο τὰ πάθη ὁ αὐτὸς ὑπέμεινεν.

του, μολονότι αυτός με τη μία φύση έκανε θαύματα και με την άλλη υπέμεινε

τα πάθη.

 

῎Ισμεν γάρ, ὥσπερ μίαν αὐτοῦ τὴν ὑπόστασιν, οὕτω καὶ τὴν τῶν

Διότι γνωρίζουμε ότι, όπως είναι μία η υπόστασή του, έτσι παραμένει

φύσεων οὐσιώδη διαφορὰν σῴζεσθαι. Πῶς δὲ σωθείη διαφορὰ, μὴ

ουσιώδης η διαφορά των φύσεών του. Πώς, δηλαδή, θα μπορούσε να μείνει

σῳζομένων τῶν τὴν διαφορὰν ἐχόντων πρὸς ἄλληλα; Διαφορὰ γὰρ

η διαφορά, εάν δεν παρέμεναν αυτά που έχουν διαφορά μεταξύ τους; Διότι η

διαφερόντων ἐστὶ διαφορά. Τῷ μὲν οὖν λόγῳ, ᾧ διαφέρουσιν

διαφορά υπάρχει μεταξύ διαφορετικών. Λέμε, λοιπόν, ότι αυτός συνδέεται

ἀλλήλων αἱ φύσεις τοῦ  Χριστοῦ, τουτέστι τῷ λόγῳ τῆς οὐσίας,

με τα (δύο) άκρα, χάρη στην αιτία με την οποία οι φύσεις του Χριστού

φαμὲν συνάπτεσθαι αὐτὸν τοῖς ἄκροις· κατὰ μὲν τὴν θεότητα τῷ τε

διαφέρουν μεταξύ τους, χάρη δηλαδή στην αιτία της ουσίας· χάρη στη θεία

Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, κατὰ δὲ τὴν ἀνθρωπότητα τῇ τε μητρὶ καὶ

φύση είναι ενωμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, και χάρη στην ανθρώπινη

πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις. ῟Ωι δὲ λόγῳ συνάπτονται αἱ φύσεις αὐτοῦ,

με τη μητέρα και όλους τους ανθρώπους. Και χάρη στην αιτία με την οποία

διαφέρειν αὐτόν φαμεν τοῦ τε Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, τῆς τε

είναι ενωμένες οι φύσεις του, λέμε ότι αυτός διαφέρει από τον Πατέρα και το

μητρὸς καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων· συνάπτονται γὰρ αἱ φύσεις

Πνεύμα, αλλά και με τη μητέρα και τους άλλους ανθρώπους· διότι οι φύσεις

αὐτοῦ τῇ ὑποστάσει, μίαν ὑπόστασιν σύνθετον ἔχουσαι, καθ᾿ ἣν

είναι ενωμένες χάρη στην υπόστασή του· καθώς έχουν μία υπόσταση και

διαφέρει τοῦ τε Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, τῆς τε μητρὸς καὶ ἡμῶν.

σχετικά μ αυτήν διαφέρουν με τον Πατέρα, το Πνεύμα, τη μητέρα και εμάς.

 

᾿Αλλὰ καὶ πάσης συνθέτου φύσεως τὰ μέρη ἅμα τὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς

τὸ εἶναι παραγωγὴν ἔσχηκε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ παντός. Καὶ

δυνατὸν τὰ ὁμόχρονα μίαν φύσιν ἀποτελεῖν σύνθετον, τοιοῦτον ὅρον καὶ

φυσικὸν νόμον παρὰ τοῦ δημιουργοῦ δεχόμενα, ὥστε φύσεως νόμῳ κατὰ

διαδοχὴν ὅμοια ἐξ ὁμοίων γεννᾶσθαι. ᾿Επὶ δὲ τοῦ κυρίου τῶν ἑνωθεισῶν

φύσεων ἡ μὲν ἄναρχός ἐστι καὶ ἄχρονος, ἡ δὲ ἠργμένη καὶ ὑπὸ χρόνον·

καὶ οὐ γέγονεν εἶδος πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ παντός ἐπεὶ οὐ κατέπαυσεν

ὁ θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ οὔτε δύο φυσικῶς

ἡνώθησαν, ἀλλὰ παραδόξως καὶ ὑπερφυῶς. Τὰ δὲ παράδοξα καὶ

ὑπερφυῆ οὐ φύσιν ἀποτελεῖ· οὐ γάρ φαμεν βάτου φύσιν προσομιλοῦσαν

πυρὶ καὶ μὴ φλεγομένην οὐδὲ φύσιν ἀνθρώπου μεταρσίου γενομένου ὡς

ὡς ὢν ΄Νῄ εἰς τὸν οὐρανὸν οὔτε φύσιν σώματος ἀνθρωπείου

δροσιζομένην ἐν πυρί, ἀλλὰ παράδοξα ταῦτά φαμεν περὶ μίαν ὑπόστασιν.

Οὕτω καὶ τὴν σάρκωσιν τοῦ κυρίου ἐν μιᾷ ὑποστάσει τῶν τῆς θεότητος

ὑποστάσεων οὐ νόμῳ φύσεως, ἀλλ᾿ ὑπερφυεῖ οἰκονομίᾳ τὴν ἕνωσιν τῶν

φύσεων γεγενῆσθαί φαμεν καὶ οὔτε ὑπὸ φύσεως ὅρον, ὥστε ἀπὸ Χριστοῦ

Χριστὸν γεννᾶσθαι καὶ εἶδος ἀποτελεῖσθαι Χριστῶν περιεκτικὸν πολλῶν

ὑποστάσεων, ἀλλὰ μίαν ὑπόστασιν σύνθετον ἐκ δύο φύσεων καὶ ἐν δύο

φύσεσι καὶ δύο φύσεις, ἑκάστης φύσεως καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν φυλαττούσης

τὸν οἰκεῖον ὅρον τε καὶ νόμον καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα διαφοράν. ᾿Επὶ μὲν

γὰρ τοῦ ἀνθρώπου, καθὸ μὲν θεωρεῖται πρὸς ἄλληλα διαφορὰ ψυχῆς τε

καὶ σώματος, δύο φύσεις φαμέν· καθὸ δὲ οὐ θεωρεῖται φυσικὴ διαφορὰ

ὑποστάσεων ἐξ ὑποστάσεως μιᾶς, καὶ μιᾶς μὲν φύσεως λέγονται τὰ καθ᾿

ὑπόστασιν διαφέροντα ὁμοειδῆ, μιᾶς δὲ ὑποστάσεως τὰ κατ᾿ οὐσίαν

διαφέροντα καὶ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένα. Αἱ οὖν ἑτεροειδεῖς ὑποστάσεις

οὐχ ὑποστατικῶς συγκρίνονται ἢ διακρίνονται, ἀλλὰ φυσικῶς· καὶ αἱ

ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις οὐ φυσικῶς συγκρίνονται ἢ διακρίνονται. Καὶ ὥσπερ

ἀδύνατον τὰ ὑποστατικῇ διαφορᾷ διαφέροντα μιᾶς εἶναι ὑποστάσεως,

οὕτως ἀδύνατον τὰ φυσικῇ διαφορᾷ φυσικὰ διάφορα ΄Νῄ διαφέροντα

μιᾶς εἶναι φύσεως.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 48. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντιδόσεως

Για τον τρόπο της αντιδόσεως.

 

 

῞Οτι μὲν οὖν ἕτερόν ἐστιν οὐσία καὶ ἕτερον ὑπόστασις, πλειστάκις

Πολλές φορές έχουμε πει ότι άλλο είναι η ουσία και άλλο η υπόσταση·

εἰρήκαμεν, καὶ ὅτι ἡ μὲν οὐσία τὸ κοινὸν καὶ περιεκτικὸν εἶδος τῶν

η ουσία δηλώνει την κοινή και περιεκτική έννοια των ομοίων υποστάσεων,

ὁμοειδῶν ὑποστάσεων σημαίνει, οἷον Θεός, ἄνθρωπος, ἡ δὲ

όπως, για παράδειγμα, (η λέξη) Θεός, (η λέξη) άνθρωπος. Ο όρος υπόσταση

ὑπόστασις ἄτομον δηλοῖ, ἤτοι Πατέρα, Υἱόν, Πνεῦμα Ἅγιον,

δηλώνει το άτομο, δηλαδή τον Πατέρα, τον Υιό, το Άγιο Πνεύμα,

Πέτρον, Παῦλον. ᾿Ιστέον τοίνυν, ὅτι τὸ μὲν τῆς θεότητος καὶ τῆς

τον Πέτρο, τον Παύλο. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι το όνομα "θεία" και

ἀνθρωπότητος ὄνομα τῶν οὐσιῶν, ἤτοι φύσεών ἐστι παραστατικόν,

"ανθρώπινη φύση" δηλώνει τις ουσίες, δηλαδή τις φύσεις, ενώ το όνομα

τὸ δὲ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος καὶ ἐπὶ τῆς φύσεως τάττεται, ὥσπερ ὅταν

"Θεός" ή "άνθρωπος" χρησιμοποιείται και για να δηλώσει τη φύση, όπως

λέγωμεν· Θεός ἐστιν ἀκατάληπτος οὐσία, καὶ ὅτι εἷς ἐστι Θεός·

όταν λέμε, ο Θεός είναι ακατάληπτη ουσία ή ο Θεός είναι ένας· αλλά

λαμβάνεται δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὑποστάσεων, ὡς τοῦ μερικωτέρου

λέγεται και για να δηλώσει την υπόσταση, διότι το μερικό λαμβάνει

δεχομένου τὸ τοῦ καθολικωτέρου ὄνομα, ὡς ὅταν φησὶν ἡ Γραφή·

την ονομασία του γενικού, όπως όταν λέει η Αγία Γραφή: Γι αυτό το λόγο

"Διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου" (ἰδοὺ γὰρ τὸν Πατέρα καὶ

σε έχρισε Θεό ο Θεός σου (εδώ δηλώνει και την υπόσταση του Πατέρα και

τὸν Υἱὸν ἐδήλωσε), καὶ ὡς ὅταν λέγῃ· "῎Ανθρωπός τις ἦν ἐν χώρᾳ

του Υιού), ή όπως όταν λέει: Ζούσε κάποιος άνθρωπος στην Αυσίτιδα

τῇ Αὐσίτιδι" (τὸν γὰρ ᾿Ιὼβ μόνον ἐδήλωσεν). 

χώρα ( και δηλώνει μόνο τον Ιώβ).

 

᾿Επὶ οὖν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ δύο μὲν τὰς φύσεις

Για τον Κύριο μας, λοιπόν, Ιησού Χριστό, επειδή γνωρίζουμε ότι έχει δύο

γινώσκομεν, μίαν δὲ τὴν ὑπόστασιν ἐξ ἀμφοτέρων σύνθετον, ὅτε μὲν

φύσεις, αλλά η υπόστασή του είναι μία, σύνθετη και από τις δύο, όταν βέβαια

τὰς φύσεις ἀναθεωροῦμεν, θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα καλοῦμεν, ὅτε

εξετάζουμε τις φύσεις, τις ονομάζουμε θεία και ανθρώπινη· όταν όμως

δὲ τὴν ἐκ τῶν φύσεων συντεθεῖσαν ὑπόστασιν, ποτὲ μὲν ἐκ τοῦ

εξετάζουμε την υπόσταση που συντέθηκε από τις δύο φύσεις, άλλοτε τον

συναμφοτέρου Χριστὸν ὀνομάζομεν καὶ Θεὸν καὶ ἄνθρωπον κατά

ονομάζουμε Χριστό που προήλθε και από τις δύο, το ίδιο Θεό και άνθρωπο,

ταὐτὸ καὶ Θεὸν σεσαρκωμένον, ποτὲ δὲ ἐξ ἑνὸς τῶν μερῶν, Θεὸν

και Θεό που σαρκώθηκε, και άλλοτε του δίνουμε όνομα από ένα από τα δύο

μόνον καὶ Υἱὸν Θεοῦ καὶ ἄνθρωπον μόνον καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου·

μέρη, ή Θεό μόνο και Υιό του Θεού ή μόνον άνθρωπο και Υιό του ανθρώπου.

καὶ ποτὲ μὲν ἐκ τῶν ὑψηλῶν μόνον, ποτὲ δὲ ἐκ τῶν ταπεινῶν μόνον·

Άλλοτε πάλι τον καλούμε με ονόματα που προέρχονται μόνον από τα υψηλά

(θεία) και άλλοτε μόνον από τα ταπεινά (ανθρώπινα)· διότι ένας είναι εκείνος

εἷς γάρ ἐστιν ὁ κἀκεῖνο καὶ τοῦτο ὁμοίως ὑπάρχων, τὸ μὲν ὢν ἀεὶ

που είναι εξίσου και το ένα και το άλλο· το ένα, επειδή υπάρχει αιώνια χωρίς

ἀναιτίως ἐκ Πατρός, τὸ δὲ γενόμενος ὕστερον διὰ φιλανθρωπίαν.  

αιτία από τον Πατέρα, και το άλλο επειδή έγινε κατόπιν από αγάπη για τους

ανθρώπους.

 

Θεότητα μὲν οὖν λέγοντες οὐ κατονομάζομεν αὐτῆς τὰ τῆς

Όταν, λοιπόν, μιλάμε για τη θεία φύση, δεν αποδίδουμε σ αυτήν τα

ἀνθρωπότητος ἰδιώματα· οὐ γάρ φαμεν θεότητα παθητὴν ἢ κτιστήν·

χαρακτηριστικά της ανθρωπίνης φύσεως· δεν λέμε δηλαδή ότι η θεία φύση

οὔτε δὲ τῆς σαρκὸς, ἤτοι τῆς ἀνθρωπότητος κατηγοροῦμεν τὰ τῆς

είναι παθητή ή κτιστή· ούτε πάλι αποδίδουμε στη σάρκα, δηλαδή στην

θεότητος ἰδιώματα· οὐ γάρ φαμεν σάρκα ἤτοι ἀνθρωπότητα

ανθρώπινη φύση, τα χαρακτηριστικά της θείας· δεν λέμε ότι η σάρκα, δηλαδή

ἄκτιστον. ᾿Επὶ δὲ τῆς ὑποστάσεως, κἂν ἐκ τοῦ συναμφοτέρου, κἂν ἐξ

η ανθρώπινη φύση, είναι άκτιστη. Για την υπόσταση όμως, είτε της δώσουμε

ἑνὸς τῶν μερῶν ταύτην ὀνομάσωμεν, ἀμφοτέρων τῶν φύσεων τὰ

όνομα και από τις δύο φύσεις είτε από τη μία, της αποδίδουμε τα γνωρίσματα

ἰδιώματα αὐτῇ ἐπιτίθεμεν. Καὶ γὰρ ὁ Χριστός, ὅπερ ἐστὶ τὸ

και των δύο φύσεων. Και μάλιστα ο Χριστός, ο οποίος είναι και οι δύο

συναμφότερον, καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος λέγεται, καὶ κτιστὸς καὶ

φύσεις μαζί, λέγεται και Θεός και άνθρωπος, και είναι και κτιστός και

ἄκτιστος καὶ παθητὸς καὶ ἀπαθής. Καὶ ὅταν ἐξ ἑνὸς τῶν μερῶν καὶ

άκτιστος και παθητός και απαθής. Και όταν τον καλούμε με το όνομα της μιας

Υἱὸς Θεοῦ καὶ Θεὸς ὀνομάζηται, δέχεται τὰ τῆς συνυφεστηκυίας

φύσεως και τον λέμε Υιό του Θεού ή Θεό, τότε δέχεται και τα γνωρίσματα

φύσεως ἰδιώματα, ἤτοι τῆς σαρκός, Θεὸς παθητὸς ὀνομαζόμενος καὶ

της φύσεως που συνυπάρχει, της ανθρώπινης δηλαδή· λέγεται παθητός Θεός

Κύριος τῆς δόξης ἐσταυρωμένος, οὐ καθὸ Θεὸς ἀλλὰ καθὸ καὶ

και Κύριος της δόξης που σταυρώθηκε, όχι βέβαια σαν Θεός αλλά και σαν

ἄνθρωπος ὁ αὐτός· καὶ ὅταν ἄνθρωπος καὶ Υἱὸς ἀνθρώπου

άνθρωπος ο ίδιος. Όταν πάλι λέγεται άνθρωπος και Υιός του ανθρώπου,

ὀνομάζηται, δέχεται τὰ τῆς θείας οὐσίας ἰδιώματα καὶ αὐχήματα,

δέχεται τα γνωρίσματα και τη δόξα της θείας φύσεως και καλείται προαιώνιο

παιδίον προαιώνιον καὶ ἄνθρωπος ἄναρχος, οὐ καθὸ παιδίον καὶ

παιδί και άναρχος άνθρωπος, όχι βέβαια επειδή ήταν παιδί και άνθρωπος,

ἄνθρωπος, ἀλλὰ καθὸ Θεὸς ὢν προαιώνιος γέγονεν ἐπ᾿ ἐσχάτων

αλλά επειδή, ενώ είναι προαιώνιος Θεός, έγινε τελευταία παιδί.

παιδίον. Καὶ οὗτός ἐστιν ὁ τρόπος τῆς ἀντιδόσεως· ἑκατέρας φύσεως

Και ο τρόπος της αντιδόσεως είναι ο ακόλουθος: καθεμία από τις φύσεις

ἀντιδιδούσης τῇ ἑτέρᾳ τὰ ἴδια διὰ τὴν τῆς ὑποστάσεως ταυτότητα

ανταποδίδει στην άλλη τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, επειδή έχουν την ίδια

καὶ τὴν εἰς ἄλληλα αὐτῶν περιχώρησιν. Κατὰ τοῦτο δυνάμεθα

υπόσταση και αλληλοπεριχωρούνται. Σύμφωνα μ αυτά μπορούμενα πούμε

εἰπεῖν περὶ Χριστοῦ· "Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς

για το Χριστό: Ο ίδιος ο Θεός μας φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε

ἀνθρώποις συνανεστράφη", καί· "῾Ο ἄνθρωπος οὗτος ἄκτιστός ἐστι

με τους ανθρώπους· και αλλού: Ο άνθρωπος αυτός είναι άκτιστος, απαθής

καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀπερίγραπτος".

και απερίγραπτος.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 49. Περὶ ἀριθμοῦ τῶν φύσεων

Για τον αριθμό των φύσεων.

 

 

῞Ωσπερ δὲ ἐπὶ τῆς θεότητος μίαν φύσιν ὁμολογοῦμεν, τρεῖς δὲ

Και όπως για το Θεό δεχόμαστε μία φύση, αλλά λέμε ότι αληθινά έχει τρεις

ὑποστάσεις κατὰ ἀλήθειαν οὔσας φαμὲν, καὶ πάντα μὲν τὰ φυσικὰ

υποστάσεις, και δεχόμαστε ότι όλα τα γνωρίσματα της φύσεως και της ουσίας

καὶ οὐσιώδη ἁπλᾶ φαμεν, τὴν δὲ διαφορὰν τῶν ὑποστάσεων

του είναι απλά, ενώ τη διαφορά των υποστάσεων την αποδίδουμε μόνο στις

ἐν μόναις ταῖς τρισὶν ἰδιότησι, τῇ ἀναιτίῳ καὶ πατρικῇ καὶ τῇ

τρεις ιδιότητες, δηλαδή την αναίτια πατρική, την αιτιατή υιϊκή,

αἰτιατῇ καὶ υἱϊκῇ καὶ ἐκπορευτῇ ἐπιγινώσκομεν, ἀνεκφοιτήτους δὲ

και την αιτιατή και εκπορευτή, και γνωρίζουμε καλά ότι αυτές δεν μένουν

αὐτὰς καὶ ἀδιαστάτους ἀλλήλων καὶ ἡνωμένας καὶ ἐν ἀλλήλαις

μακριά και σε διάσταση η μία από την άλλη, αλλά είναι ενωμένες και χωρίς

ἀσυγχύτως περιχωρούσας ἐπιστάμεθα, καὶ ἡνωμένας μὲν

να συγχέονται· είναι ενωμένες βέβαια χωρίς να συγχέονται διότι είναι τρεις, 

ἀσυγχύτως τρεῖς γάρ εἰσιν, εἰ καὶ ἥνωνται, διαιρουμένας δὲ

αν και είναι ενωμένες, και είναι διαιρεμένες χωρίς να απομακρύνονται

ἀδιαστάτως. Εἰ γὰρ καὶ ἑκάστη καθ᾿ ἑαυτὴν ὑφέστηκεν, ἤγουν τελεία

μεταξύ τους. Διότι εάν η καθεμία στέκεται από μόνη της, είναι δηλαδή  

ἐστὶν ὑπόστασις καὶ τὴν οἰκείαν ἰδιότητα, ἤτοι τὸν τῆς ὑπάρξεως

τέλεια υπόσταση και έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, δηλαδή ιδιαίτερο τρόπο

τρόπον διάφορον κέκτηται, ἀλλ᾿ ἥνωνται τῇ τε οὐσίᾳ καὶ τοῖς

υπάρξεως· όμως είναι ενωμένες και στην ουσία και στα γνωρίσματα της

φυσικοῖς ἰδιώμασι καὶ τῷ μὴ διίστασθαι, μηδὲ ἐκφοιτᾶν τῆς πατρικῆς

φύσεως και, επειδή δεν χωρίζονται ούτε βγαίνουν έξω από την υπόσταση του

ὑποστάσεως, καὶ εἷς Θεός εἰσί τε καὶ λέγονται.

Πατέρα, γι αυτό είναι και καλούνται ένας Θεός.

 

Τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐπὶ τῆς θείας καὶ ἀπορρήτου καὶ πάντα νοῦν

Με τον ίδιο τρόπο και σχετικά με το θείο και ανέκφραστο σχέδιο της

καὶ κατάληψιν ὑπερεχούσης οἰκονομίας τοῦ ἑνὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος

οικονομίας (για τη σωτηρία μας), που ξεπερνά την ανθρώπινη σκέψη και

Θεοῦ Λόγου, Κυρίου τε ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δύο μὲν φύσεις

λογική, του ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Θεού Λόγου και Κυρίου

ὁμολογοῦμεν, θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνην, συνεληλυθυίας ἀλλήλαις καὶ

Ιησού Χριστού, δεχόμαστε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, που συνδέθηκαν

καθ᾿ ὑπόστασιν ἑνωθείσας, μίαν δὲ ὑπόστασιν ἐκ τῶν δύο φύσεων

και ενώθηκαν μεταξύ τους υποστατικά, αλλά αποτέλεσαν μία υπόσταση

ἀποτελεσθεῖσαν σύνθετον. Σῴζεσθαι δέ φαμεν τὰς δύο φύσεις καὶ

σύνθετη από δύο φύσεις. Ισχυριζόμαστε ότι οι δύο φύσεις διατηρούνται και

μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν τῇ μιᾷ συνθέτῳ ὑποστάσει, ἤγουν ἐν τῷ ἑνὶ

μετά την ένωσή τους στη μία σύνθετη υπόσταση, δηλαδή στον ένα Χριστό·

Χριστῷ, καὶ κατὰ ἀλήθειαν αὐτὰς εἶναι καὶ τὰ τούτων φυσικὰ

και πραγματικά αυτές και τα φυσικά τους χαρακτηριστικά υπάρχουν,

ἰδιώματα, ἡνωμένας μέντοι ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως διαφερούσας

καθώς είναι ενωμένες ασύγχυτα και αδιαίρετα, αλλά και διαφέρουν και  

τε καὶ ἀριθμουμένας.

αριθμούνται.

 

Καὶ ὥσπερ αἱ τρεῖς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀσυγχύτως

Και όπως οι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος είναι ενωμένες χωρίς να

ἥνωνται καὶ ἀδιαιρέτως διῄρηνται καὶ ἀριθμοῦνται, καὶ ὁ ἀριθμὸς

συγχέονται και είναι διαιρεμένες χωρίς να κομματιάζονται, αλλά αριθμούνται,

διαίρεσιν ἢ διάστασιν ἢ ἀλλοτρίωσιν καὶ διατομὴν ἐν αὐταῖς οὐκ

χωρίς ο αριθμός να εισάγει διαίρεση, διάσταση, αποξένωση και χωρισμό

ἐργάζεται (ἕνα γὰρ Θεὸν ἐπιγινώσκομεν, τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν

μεταξύ τους (διότι ένα Θεό γνωρίζουμε καλά, τον Πατέρα, τον Υιό και το

καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον). Τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ αἱ τοῦ Χριστοῦ

Άγιο Πνεύμα). Με τον ίδιο τρόπο και οι φύσεις του Χριστού, αν και είναι

φύσεις, εἰ καὶ ἥνωνται, ἀλλ᾿ ἀσυγχύτως ἥνωνται· καὶ εἰ ἐν ἀλλήλαις

ενωμένες, είναι ενωμένες χωρίς να συγχέονται· αν και αλληλοπεριχωρούνται,

περιχωροῦσιν, ἀλλὰ τὴν εἰς ἀλλήλας τροπήν τε καὶ μεταβολὴν οὐ

δεν προχωρεί η μία σε αλλαγή και μετατροπή στη φύση της άλλης.

προσίενται· φυλάττει γὰρ ἑκατέρα φύσις τὴν ἑαυτῆς φυσικὴν

Κάθε φύση, δηλαδή, διατηρεί αμετάβλητο το γνώρισμα της δικής της

ἰδιότητα ἀμετάβλητον. Διὸ καὶ ἀριθμοῦνται, καὶ ὁ ἀριθμὸς οὐκ

φύσεως. Γι αυτό και αριθμούνται, και ο αριθμός δεν εισάγει διαίρεση.

εἰσάγει διαίρεσιν. 

 

Εἷς γάρ ἐστιν ὁ Χριστὸς ἔν τε θεότητι καὶ ἀνθρωπότητι τέλειος·

Διότι ο Χριστός είναι ένας, τέλειος στη θεία και ανθρώπινη φύση· η αρίθμηση

ὁ γὰρ ἀριθμὸς οὐ διαιρέσεως ἢ ἑνώσεως αἴτιος πέφυκεν, ἀλλὰ τῆς

δηλαδή δεν αποτελεί την αιτία της διαιρέσεως ή της ενώσεως, αλλά δηλώνει

ποσότητος τῶν ἀριθμουμένων σημαντικός, εἴτε ἡνωμένων εἴτε

πόσα είναι αυτά που αριθμούνται, είτε είναι ενωμένα είτε χωρισμένα·

διῃρημένων· ἡνωμένων μέν, ὡς ὅτι πεντήκοντα λίθους ἔχει ὁ τοῖχος

ενωμένα δηλαδή, όπως όταν λέμε ότι ο τοίχος αυτός έχει πενήντα πέτρες·

οὗτος, διῃρημένων δέ, ὅτι πεντήκοντα λίθοι κεῖνται ἐν τῷ πεδίῳ

και χωρισμένα, όπως όταν λέμε ότι σ αυτό τον τόπο βρίσκονται πενήντα

τούτῳ· καὶ ἡνωμένων μέν, ὅτι δύο φύσεις εἰσὶν ἐν τῷ ἄνθρακι, πυρὸς

πέτρες· και ενωμένα βέβαια, όπως λέμε ότι δύο φύσεις υπάρχουν μέσα στο

λέγω καὶ ξύλου, διῃρημένων δέ, ὅτι ἡ φύσις τοῦ πυρὸς ἑτέρα ἐστὶ καὶ

κάρβουνο, εννοώ τη φωτιά και το ξύλο, και χωρισμένα, όπως η φύση της

ἡ τοῦ ξύλου ἑτέρα, ἄλλου τρόπου ἑνοῦντος καὶ διαιροῦντος αὐτὰ

φωτιάς διαφέρει από του ξύλου· άλλο πράγμα τα ενώνει ή τα χωρίζει, όχι

καὶ οὐ τοῦ ἀριθμοῦ. ῞Ωσπερ τοίνυν ἀδύνατον τὰς τρεῖς ὑποστάσεις

ο αριθμός. Όπως, λοιπόν, είναι αδύνατο να πούμε ότι οι τρεις υποστάσεις της

τῆς θεότητος, εἰ καὶ ἥνωνται ἀλλήλαις, μίαν ὑπόστασιν εἰπεῖν διὰ τὸ

θείας φύσεως, αν και είναι ενωμένες μεταξύ τους, είναι μία υπόσταση, για να

μὴ σύγχυσιν καὶ ἀφανισμὸν τῆς τῶν ὑποστάσεων διαφορᾶς

μην προκαλέσουμε σύγχυση και εξαφάνιση της διαφοράς των υποστάσεων

ἐργάσασθαι, οὕτω καὶ τὰς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, τὰς καθ᾿

μεταξύ τους, έτσι είναι αδύνατο να πούμε ότι οι δύο φύσεις του Χριστού, που

ὑπόστασιν ἡνωμένας, ἀδύνατον μίαν φύσιν εἰπεῖν, ἵνα μὴ ἀφανισμὸν

είναι υποστατικά ενωμένες, αποτελούν μία φύση, για να μην προκαλέσουμε

καὶ σύγχυσιν καὶ ἀνυπαρξίαν τῆς αὐτῶν διαφορᾶς ἐργασώμεθα.

εξαφάνιση, σύγχυση και ανυπαρξία της διαφοράς τους.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 50. ῞Οτι πᾶσα ἡ θεία φύσις ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς

Ότι όλη η θεία φύση με μία από τις υποστάσεις της

ὑποστάσεων ἡνώθη πάσῃ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει καὶ οὐ μέρος μέρει.  

ενώθηκε με όλη την ανθρώπινη φύση και όχι με ένα μέρος της.

 

 

Τὰ κοινὰ καὶ καθολικὰ κατηγοροῦνται τῶν αὐτοῖς ὑποκειμένων

Τα κοινά και γενικά αποδίδονται σαν ιδιότητες στα μερικά που υπόκεινται

μερικῶν. Κοινὸν τοίνυν ἡ οὐσία, ὡς εἶδος, μερικὸν δὲ ἡ ὑπόστασις.

σ αυτά. Η ουσία, λοιπόν, είναι το κοινό, σαν το είδος, ενώ η υπόσταση είναι

Μερικὸν δέ, οὐχ ὅτι μέρος τῆς φύσεως ἔχει, μέρος δὲ οὐκ ἔχει, ἀλλὰ

το μερικό. Και είναι μερικό, όχι διότι έχει ένα μέρος της φύσεως, αλλά είναι

μερικὸν τῷ ἀριθμῷ, ὡς ἄτομον· ἀριθμῷ γὰρ καὶ οὐ φύσει διαφέρειν

μερικό στον αριθμό, ως άτομο· διότι οι υποστάσεις θεωρούνται ότι διαφέρουν

λέγονται αἱ ὑποστάσεις. Κατηγορεῖται δὲ ἡ οὐσία τῆς ὑποστάσεως,

στον αριθμό και όχι στη φύση. Και η ουσία αποδίδεται σαν ιδιότητα στην

διότι ἐν ἑκάστῃ τῶν ὁμοειδῶν ὑποστάσεων τελεία ἡ οὐσία ἐστί. Διὸ

υπόσταση, αφού η ουσία υπάρχει τέλεια σε κάθε ομοειδή υπόσταση. Και έτσι

οὐδὲ διαφέρουσιν ἀλλήλων αἱ ὑποστάσεις κατ᾿ οὐσίαν, ἀλλὰ κατὰ

οι υποστάσεις δεν διαφέρουν μεταξύ τους στην ουσία, αλλά στα

τά συμβεβηκότα, ἅτινά εἰσι τὰ χαρακτηριστικὰ ἰδιώματα,

συμβεβηκότα, τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα,

χαρακτηριστικὰ δὲ ὑποστάσεως καὶ οὐ φύσεως· καὶ γὰρ τὴν

που χαρακτηρίζουν την υπόσταση και όχι την ουσία· γι αυτό ο ορισμός της

ὑπόστασιν ὁρίζονται οὐσίαν μετὰ συμβεβηκότων. ῞Ωστε τὸ κοινὸν

υποστάσεως είναι ουσία με συμβεβηκότα. Επομένως, η υπόσταση έχει σαν

μετὰ τοῦ ἰδιάζοντος ἔχει ἡ ὑπόστασις καί τό καθ ἑαυτήν ὑπάρξαι·

γνώρισμα το κοινό με το ιδιαίτερο γνώρισμα και ότι είναι προσωπική ύπαρξη.

ἡ οὐσία δέ, καθ᾿ ἑαυτὴν οὐχ ὑφίσταται, ἀλλ᾿ ἐν ταῖς ὑποστάσεσι

Η ουσία πάλι δεν υπάρχει από μόνη της αλλά νοείται στις υποστάσεις. Όταν,

θεωρεῖται. Πασχούσης τοίνυν μιᾶς τῶν ὑποστάσεων πᾶσα ἡ οὐσία,

λοιπόν, παθαίνει κάτι μία από τις υποστάσεις, λέμε ότι η ουσία, σε σχέση με

καθ᾿ ἣν ἡ ὑπόστασις, πεπονθέναι λέγεται ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς

την οποία υπάρχει η υπόσταση, το παθαίνει σε μια από τις υποστάσεις της.

ὑποστάσεων· οὐ μέντοιγε ἀνάγκη καὶ πάσας τὰς ὁμοειδεῖς

Δεν είναι όμως υποχρεωτικό, όταν πάσχει μια υπόσταση, να πάσχουν και

ὑποστάσεις συμπάσχειν τῇ πασχούσῃ ὑποστάσει.  

όλες οι άλλες ομοειδείς υποστάσεις.

 

Οὕτω τοίνυν ὁμολογοῦμεν τὴν τῆς θεότητος φύσιν πᾶσαν τελείως

Έτσι, λοιπόν, ομολογούμε ότι όλη η θεία φύση υπάρχει τέλεια σε καθεμία

εἶναι ἐν ἑκάστῃ τῶν αὐτῆς ὑποστάσεων, πᾶσαν ἐν Πατρί, πᾶσαν ἐν

από τις υποστάσεις της, όλη στον Πατέρα, όλη στον Υιό

Υἱῷ, πᾶσαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Διὸ καὶ τέλειος Θεὸς ὁ Πατήρ,

και όλη στο Άγιο Πνεύμα. Γι αυτό και είναι τέλειος Θεός ο Πατέρας,

τέλειος Θεὸς ὁ Υἱός, τέλειος Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Οὕτω καὶ ἐν

τέλειος Θεός ο Υιός, τέλειος Θεός το Άγιο Πνεύμα. Έτσι και στην

τῇ ἐνανθρωπήσει τοῦ ἑνὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος Θεοῦ Λόγου φαμὲν

ενανθρώπηση του ενός της Αγίας Τριάδος, του Θεού Λόγου, πιστεύουμε

πᾶσαν καὶ τελείαν τὴν φύσιν τῆς θεότητος ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς

ότι όλη και τέλεια η θεία φύση, με μία από τις υποστάσεις της, ενώθηκε

ὑποστάσεων ἑνωθῆναι τῇ ἀνθρωπίνη φύσει πάσῃ καὶ οὐ μέρος μέρει.

με όλη την ανθρώποινη φύση, και όχι με ένα μέρος της.

Φησὶ γοῦν ὁ θεῖος ἀπόστολος, ὅτι "ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ

Λέει σχετικά μ αυτό ο θείος Απόστολος: σ Αυτόν κατοικεί όλη η θεία φύση

πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς", τουτέστιν ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ·

σωματικά, δηλαδή με την ανθρώπινη φύση του· και ο μαθητής του

καὶ ὁ τούτου φοιτητὴς ὁ θεοφόρος καὶ τὰ θεῖα πολὺς Διονύσιος· "Ὅτι

(Αποστόλου), ο σπουδαίος θεολόγος Διονύσιος λέει: Η θεία φύση σε μια από

ὁλικῶς ἡμῖν ἐν μιᾷ τῶν ἑαυτῆς ἐκοινώνησεν ὑποστάσεων". 

τις υποστάσεις της έγινε μέτοχος της δικής μας φύσεως.

 

Οὐ μὴν λέγειν ἀναγκασθησόμεθα, πάσας τὰς ὑποστάσεις τῆς ἁγίας

Αλλά ούτε θα υποχρεωθούμε να λέμε ότι όλες οι υποστάσεις του αγίου Θεού,

θεότητος, ἤτοι τὰς τρεῖς, πάσαις ταῖς τῆς ἀνθρωπότητος ὑποστάσεσι

δηλαδή οι τρεις, έχουν ενωθεί υποστατικά με όλες τις ανθρώπινες υποστάσεις.

καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνῶσθαι· κατ᾿ οὐδένα γὰρ κεκοινώνηκε λόγον

Διότι ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα με κανένα λόγο δεν μετείχαν

ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τῇ σαρκώσει τοῦ Θεοῦ Λόγου,

στη σάρκωση του ΘεούΛόγου, παρά μόνον με την ευαρέσκεια

εἰ μὴ κατ᾿ εὐδοκίαν καὶ βούλησιν. Πάσῃ δὲ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει

και τη θέλησή τους. Λέμε όμως ότι όλη η θεία φύση έχει ενωθεί

φαμὲν ἑνωθῆναι πᾶσαν τὴν τῆς θεότητος οὐσίαν. Οὐδὲν γάρ, ὧν

με όλη την ανθρώπινη φύση. Διότι τίποτε απ όσα ο Θεός Λόγος

ἐνεφύτευσε τῇ ἡμετέρᾳ φύσει ὁ Θεὸς Λόγος, ἀρχῆθεν πλάσας ἡμᾶς,

στην αρχική δημιουργία έβαλε μέσα στη φύση μας δεν άφησε να μην το

ἐνέλιπεν, ἀλλὰ πάντα ἀνέλαβε, σῶμα, ψυχὴν νοερὰν καὶ λογικὴν καὶ

προσλάβει, αλλά όλα τα προσέλαβε, δηλαδή σώμα, νοερή και λογική ψυχή

τὰ τούτων ἰδιώματα· τὸ γὰρ ἑνὸς τούτων ἀμοιροῦν ζῷον, οὐκ

και τα γνωρίσματά τους· διότι αυτό που στερείται ένα απ αυτά είναι ζώο και

ἄνθρωπος. Ὅλον γὰρ ὅλος ἀνέλαβέ με, καὶ ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα

όχι άνθρωπος. Διότι όλος αυτός με προσέλαβε ολόκληρο και ενώθηκε όλος

ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται· "τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον". 

με όλον εμένα, για να χαρίσει σε όλον εμένα τη σωτηρία· διότι αυτό που

είναι απρόσληπτο μένει αθεράπευτο.

 

῞Ηνωται τοίνυν σαρκὶ διὰ μέσου νοῦ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, μεσιτεύοντος

Ο Λόγος του Θεού, λοιπόν, ενώθηκε με τη σάρκα μέσω του νου, με το να

Θεοῦ καθαρότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι. ῾Ηγεμονικὸν μὲν γὰρ ψυχῆς

πάρει ο Θεός θέση ανάμεσα στη καθαρότητα και την παχύτητα της σάρκας.

τε καὶ σαρκὸς νοῦς, τῆς ψυχῆς τὸ καθαρώτατον, ἀλλὰ καὶ νοῦ Θεός·

Διότι ο νους είναι κυβερνήτης της ψυχής και του σώματος και το πιο καθαρό

καὶ ὅτε μὲν παραχωρεῖται ὑπὸ τοῦ κρείττονος, τὴν οἰκείαν ὁ νοῦς

μέρος της ψυχής, αλλά και κυβερνήτης του νου είναι ο Θεός. Και όταν το

τοῦ Χριστοῦ ἡγεμονίαν ἐνδείκνυται. ᾿Εκνικᾶται δὲ καὶ ἕπεται τῷ

ανώτερο επιτρέψει, τότε ο νους του Χριστού παίρνει ηγετική πρωτοβουλία.

 Αλλά (ο νους του Χριστού) υποχωρεί και ακολουθεί το ανώτερο και

κρείττονι καὶ ταῦτα ἐνεργεῖ, ἃ ἡ θεία βούλεται θέλησις.  

κάνει αυτά τα οποία θέλει η θεία βούληση.

 

Χωρίον ὁ νοῦς γέγονε τῆς καθ᾿ ὑπόστασιν αὐτῷ ἡνωμένης θεότητος,

Ακόμη ο νους έχει γίνει τόπος της θεότητος που υποστατικά ενώθηκε μ

ὥσπερ δηλαδὴ καὶ ἡ σάρξ, οὐ σύνοικος, ὡς ἡ τῶν αἱρετικῶν ἐναγὴς

αυτόν, όπως βέβαια και η σάρκα δεν είναι ένας συγκάτοικος, όπως η ασεβής

πλανᾶται οἴησις· "οὐ γὰρ ἂν μεδιμναῖον", λέγουσα, "χωρήσει

φαντασία των αιρετικών πλανιέται, λέγοντας: ένα δοχείο μιας μέδιμνας δεν

διμέδιμνον", σωματικῶς τὰ ἄυλα κρίνουσα. Πῶς δὲ Θεὸς τέλειος καὶ

χωράει δύο μέδιμνες· διότι κρίνουν τα πνευματικά με υλικά μέτρα.

ἄνθρωπος τέλειος καὶ ὁμοούσιος τῷ τε Πατρὶ καὶ ἡμῖν ὁ Χριστὸς

Πώς θα ονομάσουμε το Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, ομοούσιο με

λεχθήσεται, εἰ μέρος τῆς θείας φύσεως μέρει τῆς ἀνθρωπίνης ἐν αὐτῷ

τον Πατέρα, εάν στο πρόσωπό του έχει ενωθεί μόνον ένα μέρος της θείας και

ἥνωται φύσεως;

ένα της ανθρωπίνης φύσεως;

 

Λέγομεν δὲ τὴν φύσιν ἡμῶν ἐγηγέρθαι ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ

Λέμε, επίσης, ότι η ανθρώπινη φύση μας έχει αναστηθεί από τους νεκρούς

ἀνεληλυθέναι καὶ κεκαθικέναι ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός, οὐ καθὸ πᾶσαι

και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα, όχι επειδή όλες οι ανθρώπινες υποστάσεις

αἱ τῶν ἀνθρώπων ὑποστάσεις ἀνέστησαν καὶ ἐκάθισαν ἐκ δεξιῶν

αναστήθηκαν και κάθισαν στα δεξιά του Πατέρα, αλλά επειδή

τοῦ Πατρός, ἀλλὰ πᾶσα ἡ φύσις ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ ὑποστάσει. Φησὶ

αναστήθηκε όλη η ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Χριστού. Διότι λέει

γοῦν ὁ θεῖος ἀπόστολος· "Συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἡμᾶς ἐν τῷ

ο θείος Απόστολος: Μας ανάστησε και μας ύψωσε μαζί του, χάρη στο

Χριστῷ".  

πρόσωπο του Χριστού.

 

Καὶ τοῦτο δέ φαμεν, ὅτι ἐκ κοινῶν οὐσιῶν ἡ ἕνωσις γέγονε· πᾶσα γὰρ

Λέμε επίσης και το εξής, ότι η ένωση προήλθε από κοινές ουσίες· διότι κάθε

οὐσία κοινή ἐστι πασῶν τῶν ὑπ᾿ αὐτῆς περιεχομένων ὑποστάσεων,

ουσία είναι κοινή για τις υποστάσεις που περιλαμβάνει αυτή, και δεν είναι

καὶ οὐκ ἔστιν εὑρεῖν μερικὴν καὶ ἰδιάζουσαν φύσιν, ἤτοι οὐσίαν, ἐπεὶ

δυνατόν να βρει κάποιος μερική και απομονωμένη φύση, δηλαδή ουσία·

ἀνάγκη τὰς αὐτὰς ὑποστάσεις καὶ ὁμοουσίους καὶ ἑτεροουσίους

διαφορετικά, κατ ανάγκην θα θεωρούμε τις ίδιες υποστάσεις και ομοούσιες

λέγειν καὶ τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ ὁμοούσιον καὶ ἑτεροούσιον κατὰ

και ετερούσιες· το ίδιο και την Αγία Τριάδα και ομοούσια και ετερούσια στη

τὴν θεότητα λέγειν. ῾Η αὐτὴ τοίνυν φύσις ἐν ἑκάστῃ τῶν

θεία φύση. Η ίδια, λοιπόν, φύση θεωρείται σε καθεμία από τις υποστάσεις.

ὑποστάσεων θεωρεῖται. Καὶ ὅτε εἴπωμεν τὴν φύσιν τοῦ Λόγου

Και όταν πούμε ότι η φύση του Λόγου έχει σαρκωθεί,

σεσαρκῶσθαι κατὰ τοὺς μακαρίους ᾿Αθανάσιόν τε καὶ Κύριλλον,

σύμφωνα με τους μακάριους Αθανάσιο και Κύριλλο, εννοούμε

τὴν θεότητα λέγομεν ἡνῶσθαι σαρκί. Διὸ δέ οὐ δυνάμεθα εἰπεῖν·

ότι η θεότητα ενώθηκε με τη σάρκα. Γι αυτό και δεν μπορούμε να πούμε,

ἡ φύσις τοῦ Λόγου ἔπαθεν οὐ γὰρ ἔπαθεν ἡ θεότης ἐν αὐτῷ,

η φύση του Λόγου έπαθε διότι η θεότητα δεν έπαθε τίποτε σ αυτόν,

λέγομεν δὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν πεπονθέναι ἐν τῷ Χριστῷ,

αλλά λέμε ότι η ανθρώπινη φύση έπαθε στο πρόσωπο του Χριστού·

οὐ μὴν δὲ πάσας τὰς ὑποστάσεις τῶν ἀνθρώπων ἐπεμφαίνοντες,

δεν υπονοούμε βέβαια ότι όλες οι ανθρώπινες υποστάσεις έπαθαν,

καὶ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ὁμολογοῦμεν τὸν Χριστόν πεπονθέναι.

αλλά ομολογούμε ότι ο Χριστός έπαθε με την ανθρώπινη φύση του.

῞Ωστε φύσιν τοῦ Λόγου λέγοντες αὐτὸν τὸν Λόγον σημαίνομεν·

Επομένως, όταν λέμε η "φύση του Λόγου", εννοούμε τον ίδιο το Λόγο·

ὁ δὲ Λόγος καὶ τὸ κοινὸν τῆς οὐσίας κέκτηται καὶ τὸ ἰδιάζον τῆς

και ο Λόγος έχει και το κοινό της ουσίας και την ιδιαιτερότητα της

ὑποστάσεως.

υποστάσεως.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 51. Περὶ τῆς μιᾶς τοῦ Θεοῦ Λόγου συνθέτου ὑποστάσεως

Για τη μία σύνθετη υπόσταση του Θεού Λόγου.

 

 

Προεῖναι μὲν οὖν ἀχρόνως καὶ ἀϊδίως φαμὲν τὴν θείαν τοῦ Θεοῦ

Ισχυριζόμαστε ότι η θεία υπόσταση του Θεού Λόγου προϋπήρχε αιώνια πριν

Λόγου ὑπόστασιν, ἁπλῆν καὶ ἀσύνθετον, ἄκτιστον, ἀσώματον,

από το χρόνο, απλή και ασύνθετη, άκτιστη, ασώματη,

ἀόρατον, ἀναφῆ, ἀπερίγραπτον, πάντα ἔχουσαν ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ,

αόρατη, αψηλάφητη, απερίγραπτη, έχοντας όλα όσα έχει ο Πατέρας, επειδή

ὡς αὐτῷ ὁμοούσιον, τῷ τῆς γεννήσεως τρόπῳ καὶ σχέσει τῆς

είναι ομοούσιά του. Διαφέρει με την υπόσταση του Πατέρα στον τρόπο και

πατρικῆς ὑποστάσεως διαφέρουσαν, τελείως ἔχουσαν, οὐδέποτε τῆς

τη σχέση της γεννήσεως, που είναι τέλεια, χωρίς ποτέ να έχει βγει έξω από

πατρικῆς ἐκφοιτῶσαν ὑποστάσεως, ἐπ᾿ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τῶν

την πατρική υπόσταση. Τα τελευταία όμως χρόνια, ο Λόγος, χωρίς καθόλου

πατρικῶν κόλπων οὐκ ἀποστάντα τὸν Λόγον ἀπεριγράπτως γάρ

να απομακρυνθεί από τον τόπο του Πατέρα του, με τρόπο απερίγραπτο,

ἐνῳκηκέναι τῇ γαστρὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου ἀσπόρως καὶ

κατοίκησε μέσα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου, χωρίς σπέρμα και χωρίς να

ἀπεριλήπτως, ὡς οἶδεν αὐτός, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ προαιωνίῳ αὐτοῦ

εγκλειστεί, όπως αυτός μόνο γνωρίζει· και μέσα σ αυτήν απόκτησε σάρκα

ὑποστάσει ὑποστήσασθαι ἑαυτῷ σάρκα ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου. 

για τον εαυτό του από την αγία Παρθένο αλλά στην προαιώνια υπόστασή του.

 

᾿Εν πᾶσι μὲν οὖν καὶ ὑπὲρ τὰ πάντα ἦν καὶ ἐν τῇ γαστρὶ ὑπάρχων

Υπήρχε, λοιπόν, (ο Χριστός) μέσα σ όλα και πάνω απ όλα, και στην κοιλία

τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῇ ἐνεργείᾳ σαρκώσεως· σεσάρκωται

της αγίας Θεοτόκου και στο ενεργούμενο γεγονός της σαρκώσεως.

τοίνυν ἐξ αὐτῆς προσλαβόμενος τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ἡμετέρου

Σαρκώθηκε απ αυτήν προσλαμβάνοντας το πιο εκλεκτό από τη δική μας

φυράματος, σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ, ὥστε

(ανθρώπινη) γενιά· προσέλαβε σάρκα πλουτισμένη με λογική και νοερή ψυχή,

αὐτὴν χρηματίσαι τῇ σαρκὶ ὑπόστασιν, τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου

για να χρησιμεύσει αυτή ως υπόσταση της σάρκας, η υπόσταση δηλαδή του

ὑπόστασιν, καὶ σύνθετον γενέσθαι τὴν πρότερον ἁπλῆν οὖσαν τοῦ

Θεού Λόγου· έτσι συνέβη ώστε η υπόσταση του Λόγου, η οποία πριν

Λόγου ὑπόστασιν σύνθετον δὲ ἐκ δύο τελείων φύσεων, θεότητός τε

ήταν απλή, να γίνει σύνθετη σύνθετη από δύο τέλειες φύσεις, τη θεία

καὶ ἀνθρωπότητος καὶ φέρειν αὐτὴν τῆς θείας τοῦ Θεοῦ Λόγου

και την ανθρώπινη και ν αποκτήσει αυτή το χαρακτηριστικό και διακριτικό

υἱότητος τὸ χαρακτηριστικὸν καὶ ἀφοριστικὸν ἰδίωμα, καθ᾿ ὃ

γνώρισμα της θείας ιδιότητας του Υιού που έχει ο Θεός Λόγος, με το οποίο

διακέκριται τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, τά τε τῆς σαρκὸς

γνώρισμα διακρίνεται από τον Πατέρα και το Πνεύμα· να έχει επίσης και τα

χαρακτηριστικὰ καὶ ἀφοριστικὰ ἰδιώματα, καθ᾿ ἃ διαφέρει τῆς τε

χαρακτηριστικά και διακριτικά γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως στα

μητρὸς καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. Φέρειν δὲ καὶ τὰ τῆς θείας

οποία διαφέρει με τη μητέρα και τους λοιπούς ανθρώπους. Να φέρει όμως

φύσεως ἰδιώματα, καθ᾿ ἃ ἥνωται τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι,

και τα γνωρίσματα της θείας φύσεως, με τα οποία συνδέεται με τον Πατέρα

καὶ τὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γνωρίσματα, καθ᾿ ἃ ἥνωται τῇ τε

και το Άγιο Πνεύμα, καθώς και τα γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως, με τα

μητρὶ καὶ ἡμῖν. ῎Ετι δὲ διαφέρει τοῦ τε Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος,

οποία είναι συνδέεται με τη μητέρα και μας. Διαφέρει βέβαια με τον Πατέρα,

τῆς τε μητρὸς καὶ ἡμῶν κατὰ τὸ ὑπάρχειν Θεόν τε ὁμοῦ καὶ

το Πνεύμα, τη μητέρα και εμάς, στο ότι είναι ο ίδιος μαζί και Θεός και

ἄνθρωπον τὸν αὐτόν· τοῦτο γὰρ τῆς τοῦ Χριστοῦ ὑποστάσεως

άνθρωπος· αυτό πράγματι είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της

ἰδιαίτατον ἰδίωμα γινώσκομεν.  

υποστάσεως του Χριστού.

 

Τοιγαροῦν ὁμολογοῦμεν αὐτὸν ἕνα Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ τὴν

Γι αυτό, λοιπόν, ομολογούμε ότι αυτός είναι ο ένας Υιός του Θεού και μετά

ἐνανθρώπησιν, καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου τὸν αὐτόν, ἕνα Χριστόν, ἕνα

την ενανθρώπησή του, και ο ίδιος είναι Υιός του ανθρώπου, ένας Χριστός,

Κύριον, τὸν μόνον μονογενῆ Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ, ᾿Ιησοῦν,

ένας Κύριος, ο μοναδικός μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς,

τὸν Κύριον ἡμῶν, δύο αὐτοῦ τὰς γεννήσεις σέβοντες, μίαν τὴν ἐκ

ο Κύριός μας. Προσκυνούμε τις δύο γεννήσεις του, μία γέννηση από τον

Πατρὸς προαιώνιον ὑπὲρ αἰτίαν καὶ λόγον καὶ χρόνον καὶ φύσιν

Πατέρα, προαιώνια, πέρα από αιτία, λογική, χρόνο και φύση, και άλλη

καὶ μίαν τὴν ἐπ᾿ ἐσχάτων δι᾿ ἡμᾶς, καθ᾿ ἡμᾶς καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς·

γέννηση τελευταία για μας, σύμφωνα με τα δικά μας, και πάνω από τα δικά

"δι᾿ ἡμᾶς", ὅτι διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, "καθ᾿ ἡμᾶς", ὅτι γενόμενος

μας. "Για μας", διότι έγινε για τη δική μας σωτηρία· "σύμφωνα με μας", διότι

ἄνθρωπος ἐκ γυναικὸς καὶ χρόνῳ κυήσεως, "ὑπὲρ ἡμᾶς", ὅτι οὐκ ἐκ

γεννήθηκε από γυναίκα με κανονικό τοκετό· και "πάνω από μας", διότι δεν

σπορᾶς, ἀλλ᾿ ἐξ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου ὑπὲρ

γεννήθηκε με σπέρμα, αλλά από το Άγιο Πνεύμα και την αγία Παρθένο, πέρα

νόμον κυήσεως· οὐ Θεὸν αὐτὸν μόνον κηρύττοντες γυμνὸν τῆς

από τη φυσιολογική κύηση. Δεν κηρύττουμε ότι είναι μόνο Θεός χωρίς την

καθ᾿ ἡμᾶς ἀνθρωπότητος, οὐδὲ μὴν ἄνθρωπον μόνον ψιλοῦντες

ανθρώπινη φύση μας, ούτε βέβαια μόνον άνθρωπος απογυμνωμένος

αὐτὸν τῆς θεότητος, οὐκ ἄλλον καὶ ἄλλον, ἀλλ᾿ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν

από τη θεία φύση· δεν κηρύττουμε ότι είναι άλλος και άλλος, αλλά ένας και

ὁμοῦ Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον, Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον τέλειον,

ο αυτός, Θεός μαζί και άνθρωπος· είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος,

ὅλον Θεὸν, καὶ ὅλον ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν ὅλον Θεὸν καὶ μετὰ

ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος· είναι ο ίδιος όλος Θεός

τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ὅλον ἄνθρωπον καὶ μετὰ τῆς ὑπερθέου αὐτοῦ

με τη σάρκα του, και όλος άνθρωπος με την υπέρθεη θεία

θεότητος· διὰ τοῦ εἰπεῖν "τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον",

φύση του. Με την έκφραση "τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος",

τὸ πλῆρες καὶ ἀνελλιπὲς δηλοῦντες τῶν φύσεων, διὰ δὲ τοῦ εἰπεῖν

δηλώνεται η πληρότητα και τελειότητα των φύσεων· και με την έκφραση

"ὅλον Θεὸν καὶ ὅλον ἄνθρωπον" τὸ μοναδικὸν καὶ ἄτμητον

"ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος" δηλώνεται η μοναδικότητα

δεικνύντες τῆς ὑποστάσεως.  

και ενότητα της υποστάσεως.

 

Καὶ "μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην" ὁμολογοῦμεν·

Ομολογούμε ακόμη "μία φύση του Θεού Λόγου η οποία έχει σαρκωθεί".

διὰ τοῦ εἰπεῖν "σεσαρκωμένην", τὴν τῆς σαρκὸς οὐσίαν σημαίνοντες

Με την έκφραση "σαρκωμένη", θέλουμε να φανερώσουμε τη φύση της

κατὰ τὸν μακάριον Κύριλλον. Καὶ σεσάρκωται τοίνυν ὁ Λόγος καὶ

σάρκας, σύμφωνα με τον μακάριο Κύριλλο. Σαρκώθηκε, λοιπόν, ο Λόγος,

τῆς οἰκείας ἀϋλότητος οὐκ ἐξέστηκε, καὶ ὅλος σεσάρκωται καὶ ὅλος

αλλά δεν άφησε το ασώματο της φύσεώς του· ολόκληρος σαρκώθηκε και

ἐστὶν ἀπερίγραπτος.  Σμικρύνεται σωματικῶς καὶ συστέλλεται καὶ

ολόκληρος είναι απερίγραπτος. Μικραίνει σωματικά και συστέλλεται αλλά

θεϊκῶς ἐστιν ἀπερίγραπτος, οὐ συμπαρεκτεινομένης τῆς σαρκὸς

παραμένει απερίγραπτος στη θεία φύση του, χωρίς το σώμα του να έχει την

αὐτοῦ τῇ ἀπεριγράπτῳ αὐτοῦ θεότητι. 

ίδια έκταση με την απερίγραπτη θεία φύση του.

 

῞Ολος μὲν οὖν ἐστι Θεὸς τέλειος, οὐχ ὅλον δὲ Θεός· οὐ γὰρ μόνον

Επομένως, όλος είναι τέλειος Θεός, αλλά δεν είναι ως ολότητα Θεός· διότι

Θεός, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος· καὶ ὅλος ἄνθρωπος τέλειος, οὐχ ὅλον δὲ

δεν είναι μόνο Θεός, αλλά και άνθρωπος· και είναι ολόκληρος τέλειος

ἄνθρωπος· οὐ μόνον γὰρ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ Θεός. Τὸ μὲν γάρ

άνθρωπος, αλλά δεν είναι ως ολότητα άνθρωπος· διότι δεν είναι μόνον

"ὅλον" φύσεως ἐστι παραστατικόν, τὸ "ὅλος" δὲ ὑποστάσεως, ὥσπερ

άνθρωπος, αλλά και Θεός. Η έκφραση "ολότητα"σημαίνει τη φύση, ενώ η

τὸ μὲν "ἄλλο" φύσεως, τὸ "ἄλλος" δὲ ὑποστάσεως. 

έκφραση "όλος" δηλώνει την υπόσταση, όπως η έκφραση "άλλο" δηλώνει τη

φύση, ενώ η έκφραση "άλλος" την υπόσταση.

 

᾿Ιστέον δέ, ὡς, εἰ καὶ περιχωρεῖν ἐν ἀλλήλαις τὰς τοῦ Κυρίου φύσεις

Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι, αν και λέμε ότι οι φύσεις του Κυρίου

φαμέν, ἀλλ᾿ οἴδαμεν, ὡς ἐκ τῆς θείας φύσεως ἡ περιχώρησις γέγονεν·

αλληλοπεριχωρούνται, η αλληλοπεριχώρηση γίνεται χάρη στη θεία φύση.

αὕτη μὲν γὰρ διὰ πάντων διήκει, καθὼς βούλεται, καὶ περιχωρεῖ,

Διότι αυτή τα διαπερνά όλα με τη θέλησή της και τα περιχωρεί· τίποτε όμως

δι᾿ αὐτῆς δὲ οὐδέν. Καὶ αὐτὴ μὲν τῶν οἰκείων αὐχημάτων τῇ σαρκὶ

δεν διαπερνά αυτήν. Και ενώ βέβαια προσφέρει τη δόξα της στη σάρκα,

μεταδίδωσι μένουσα αὐτὴ ἀπαθὴς καὶ τῶν τῆς σαρκὸς παθῶν

η ίδια παραμένει απαθής και αμέτοχη στα πάθη της σάρκας.

ἀμέτοχος. Εἰ γὰρ ὁ ἥλιος ἡμῖν τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν μεταδιδοὺς

Διότι, αν ο ήλιος μεταδίδει σε μας τις δικές του ενέργειες, αλλά ο ίδιος

μένει τῶν ἡμετέρων ἀμέτοχος, πόσῳ μᾶλλον ὁ τοῦ ἡλίου ποιητής τε

δεν μετέχει στα δικά μας, πόσο μάλλον ο δημιουργός και Κύριος του ήλιου!

καὶ Κύριος!

 

Οὐ γὰρ πέπονθεν σαρκωθείςπῶς γὰρ ἂν πάθοι τὸ φύσει ἀπαθές; οὐδὲ

ἐτράπη ὁ ἁπλοῦς σύνθετος γενόμενος· ἡ γὰρ τροπὴ πάθος ἐστί, τὸ δὲ

ἀπαθὲς πάντως καὶ ἄτρεπτον. ᾿Ενήργησε τοιγαροῦν σαρκωθείς, οὐκ

ἔπαθεν· οὔτε γὰρ ἡ φύσις αὐτοῦ ἡ θεία ἐτράπη ἢ προσθήκην ἐδέξατο,

οὐδὲ τὸ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ ἰδίωμα, τουτέστιν ἡ υἱότης, ἐτράπη·

ἔμεινε γὰρ υἱὸς τοῦ θεοῦ καὶ υἱὸς ἀνθρώπου γενόμενος. Οὐκ ἔπαθεν οὖν,

ἀλλ᾿ ἐνήργησε δημιουργήσας ἑαυτῷ σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε

καὶ νοερᾷ καὶ δοὺς αὐτῇ ἑαυτὸν ὑπόστασιν καὶ ἐν ἑαυτῷ αὐτὴν

ὑποστήσας. ᾿Ιστέον γάρ, ὡς ἐπὶ τῆς πυρώσεως δύο χρὴ ἐννοεῖν.

Πεπυρῶσθαι γὰρ λέγεται τὸ πυρούμενον καθ᾿ ἕνα μὲν τρόπον, ὅτι ὁ

σίδηρος τυχὸν ἢ τὸ ξύλον εἰς πῦρ προϋφεστὼς εἰσερχόμενον λαμβάνει

ἐξ αὐτοῦ πῦρ μήπω καθ᾿ αὑτὸ προϋποστὰν καὶ γίνεται αὐτῷ ὑπόστασις

ἐν αὐτῷ γὰρ τῷ ξύλῳ προϋπάρχοντι καὶ προϋφεστῶτι ὑφίσταται τὸ

πῦρ, ὃ λαμβάνει ἐκ τοῦ προϋφεστῶτος πυρός καὶ γίνεται ἡ τοῦ σιδήρου

ὑπόστασις καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ θεωρουμένου πυρὸς ὑπόστασις μία

ὑπόστασις τοῦ τε ξύλου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ πυρός οὐ γὰρ ὑπέστη καθ᾿

αὑτὸ τὸ ἐν τῷ ξύλῳ πῦρ, ἀλλ᾿ αἰτίαν τῆς ὑποστάσεως καὶ τῆς ἀναμέρος

κεχωρισμένης ἐκ τῶν λοιπῶν πυρῶν ὑπάρξεως καὶ συμπήξεως τὸ ξύλον

ἔσχε καὶ ἔστι μία ὑπόστασις τοῦ τε ξύλου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ ὑποστάντος

πυρός, προηγουμένως μὲν τοῦ ξύλου, ἑπομένως δὲ τοῦ πυρός·

προϋπάρχουσα γὰρ τοῦ ξύλου μετὰ ταῦτα ἐγένετο καὶ τοῦ πυρός. 

Λέγεται δὲ καὶ καθ᾿ ἕτερον τρόπον πύρωσις ὡς τοῦ πυρουμένου ξύλου

δεχομένου τὴν τοῦ πυρὸς ἐνέργειαν· τὸ γὰρ λεπτότερον μεταδίδωσι τῷ

παχυτέρῳ τῆς οἰκείας ἐνεργείας. ᾿Επὶ μὲν οὖν τῆς πυρώσεως τὸ ξύλον

ἐστὶ τὸ πυρούμενον, καὶ λέγεται πύρωσις τοῦ ξύλου καὶ οὐ ξύλωσις τοῦ

πυρός· τὸ γὰρ ξύλον προϋπάρχει τε καὶ ὑπόστασις τῷ πυρὶ γίνεται καὶ

τὴν τοῦ πυρὸς ἐνέργειαν δέχεται. ᾿Επὶ δὲ τοῦ κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ  Χριστοῦ

οὐχ οὕτως, ἀλλὰ σάρκωσις μὲν τοῦ λόγου λέγεται ὡς τοῦ λόγου

γενομένου τῇ σαρκὶ ὑποστάσεως προϋπῆρχε γὰρ ἡ ὑπόστασις τοῦ λόγου,

καὶ ἐν αὐτῇ ὑπέστη ἡ σάρξ, θέωσις δὲ τῆς σαρκός· αὕτη γὰρ μετέσχε τῶν

τῆς θεότητος, καὶ οὐχ ἡ θεότης τῶν αὐτῆς παθῶν· διὰ γὰρ τῆς σαρκὸς ἡ

θεότης ἐνήργει ὡς τὸ πῦρ διὰ τοῦ ξύλου, οὐχ ἡ σὰρξ διὰ τοῦ λόγου. Οὐκ

ἔπαθε τοίνυν σαρκωθεὶς ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐνήργησε τὴν σάρκωσιν μεταδοὺς

τῇ σαρκὶ τῆς τε ὑποστάσεως καὶ τῆς θεώσεως. Θεώσεως δὲ λέγω οὐχὶ

τραπείσης εἰς θεότητος φύσιν, ἀλλὰ τῆς μεθέξεως τῆς ὑπὸ τῶν τῆς

θεότητος αὐχημάτων· ἐζωοποίει γὰρ οὐ κατ᾿ οἰκείαν φύσιν, ἀλλὰ τῇ

ἑνώσει τῇ πρὸς τὴν θεότητα. Καὶ ἐν Θαβὼρ ἤστραψε καὶ ἀπαστράπτει

οὐ διὰ τὴν ἰδίαν φύσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν τῆς καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένης αὐτῇ

θεότητος ἐνέργειαν, ὡς τὸ ξύλον λάμπει καὶ καίει οὐ κατὰ τὴν οἰκείαν

φυσικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τὴν τοῦ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένου αὐτῷ

πυρὸς τῆς ἐνεργείας μέθεξιν.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 52. Πρὸς τοὺς λέγοντας· ὑπὸ τὸ συνεχὲς ποσὸν

ἀνάγονται αἱ τοῦ Κυρίου φύσεις ἢ ὑπὸ τὸ διωρισμένον.

Γι αυτούς που ρωτούν· οι φύσεις του Κυρίου υπάγονται στο αδιάσπαστο

ποσό ή στο διαχωρισμένο;

 

 

Εἰ δέ τις ἐρωτῶν περὶ τῶν τοῦ Κυρίου φύσεων, εἰ ὑπὸ τὸ συνεχὲς

Αν κανείς ρωτά για τις φύσεις του Κυρίου, αν υπάγονται στο αδιάσπαστο

ποσὸν ἀνάγονται ἢ ὑπὸ τὸ διωρισμένον, ἐροῦμεν, ὅτι αἱ τοῦ Κυρίου

ποσόν ή στο διαχωρισμένο, θα απαντήσουμε ότι οι φύσεις του Κυρίου

φύσεις οὔτε ἓν σῶμά εἰσιν οὔτε μία ἐπιφάνεια οὔτε μία γραμμή,

δεν είναι ούτε ένα σώμα ούτε μία επιφάνεια ούτε μία γραμμή,

οὐ χρόνος, οὐ τόπος, ἵνα ὑπὸ τὸ συνεχὲς ἀναχθῶσι ποσόν· ταῦτα

ούτε χρόνος ούτε τόπος, για ν αποδοθούν στο αδιάσπαστο ποσό· διότι αυτά

γάρ εἰσι τὰ συνεχῶς ἀριθμούμενα. 

είναι εκείνα που αριθμούνται σε συνέχεια.

 

᾿Ιστέον δέ, ὡς ὁ ἀριθμὸς τῶν διαφερόντων ἐστὶ καὶ ἀδύνατον

Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι η αρίθμηση χαρακτηρίζει αυτά που

ἀριθμεῖσθαι τὰ κατὰ μηδὲν διαφέροντα, καθ᾿ ὃ δὲ διαφέρουσι, κατὰ

διαφέρουν και είναι αδύνατο ν αριθμηθούν αυτά που δεν διαφέρουν

καθόλου· σ αυτό που διαφέρουν,

τοῦτο καὶ ἀριθμοῦνται· οἷον ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, καθ᾿ ὃ μὲν

σ αυτό και αριθμούνται· όπως ο Πέτρος και ο Παύλος δεν αριθμούνται

ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται· τῷ λόγῳ γὰρ τῆς οὐσίας ἑνούμενοι

σ αυτό που είναι ενωμένοι· επειδή, δηλαδή, είναι ενωμένοι εξαιτίας της

δύο φύσεις οὐ δύνανται λέγεσθαι, καθ᾿ ὑπόστασιν δὲ διαφέροντες

ουσίας τους, δεν μπορεί να λέγονται δύο φύσεις, ενώ διαφέρουν στην

δύο ὑποστάσεις λέγονται. ῞Ωστε ὁ ἀριθμὸς τῶν διαφερόντων ἐστί,

υπόσταση και λέγονται δύο υποστάσεις. Επομένως, η αρίθμηση είναι

καὶ ᾧ τρόπῳ διαφέρουσι τὰ διαφέροντα, τούτῳ τῷ τρόπῳ καὶ

χαρακτηριστικό αυτών που διαφέρουν· και με όποιο τρόπο διαφέρουν,

ἀριθμοῦνται. 

μ αυτόν και αριθμούνται.

 

῞Ηνωνται μὲν αἱ τοῦ Χριστοῦ φύσεις ἀσυγχύτως καθ᾿ ὑπόστασιν,

Οι φύσεις του Χριστού είναι βέβαια ενωμένες υποστατικά χωρίς να

διῄρηνται δὲ ἀδιαιρέτως λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς. Καὶ ᾧ μὲν

συγχέονται, αλλά διαιρούνται και αδιαίρετα χάρη στην αιτία και τον τρόπο

της διαφοράς. Και χάρη στον τρόπο με τον οποίο

τρόπῳ ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται· οὐ γὰρ καθ᾿ ὑπόστασιν δύο εἶναί

είναι ενωμένες, δεν αριθμούνται· διότι δεν λέμε ότι οι φύσεις του Χριστού

φαμεν τὰς φύσεις τοῦ Χριστοῦ· ᾧ δὲ τρόπῳ ἀδιαιρέτως διῄρηνται,

είναι δύο υποστάσεις. Με τον τρόπο πάλι που αδιαίρετα διαιρούνται,

ἀριθμοῦνται· δύο γάρ εἰσιν αἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ λόγῳ καὶ τρόπῳ

αριθμούνται· διότι δύο είναι οι φύσεις του Χριστού χάρη στην αιτία και τον

τῆς διαφορᾶς. ῾Ηνωμέναι γὰρ καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις

τρόπο της διαφοράς. Επειδή είναι ενωμένες στην υπόσταση και

περιχώρησιν ἔχουσαι ἀσυγχύτως ἥνωνται, τὴν οἰκείαν ἑκάστη

αλληλοπεριχωρούνται, είναι ενωμένες ασύγχυτα, διατηρώντας η καθεμία τη

φυσικὴν διαφορὰν διασῴζουσα. Τῷ τρόπῳ τοιγαροῦν τῆς διαφορᾶς

δική της φυσική διαφορά. Επειδή, λοιπόν, αριθμούνται με τον τρόπο μόνον

καὶ μόνῳ ἀριθμούμεναι ὑπὸ τὸ διωρισμένον ποσὸν ἀναχθήσονται.

της διαφοράς, θα υπαχθούν στο διαχωρισμένο ποσό.

 

Εἷς τοίνυν ἐστὶν ὁ Χριστός, Θεὸς τέλειος καὶ ἄνθρωπος τέλειος, ὃν

Ένας, λοιπόν, είναι ο Χριστός, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, τον οποίο

προσκυνοῦμεν σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι μιᾷ προσκυνήσει μετὰ τῆς

προσκυνούμε μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα σε μία προσκύνηση, μαζί με

ἀχράντου σαρκὸς αὐτοῦ οὐκ ἀπροσκύνητον τὴν σάρκα λέγοντες

την αμόλυντη σάρκα του· δεν θεωρούμε ότι η σάρκα του δεν προσκυνείται

προσκυνεῖται γὰρ ἐν τῇ μιᾷ τοῦ Λόγου ὑποστάσει, ἥτις αὐτῇ

διότι την προσκυνούμε στη μία υπόσταση του Λόγου, η οποία για χάρη της

ὑπόστασις γέγονεν, οὐ τῇ κτίσει λατρεύοντες οὐ γὰρ ὡς ψιλήν

έγινε υπόσταση· ούτε πάλι λατρεύουμε την κτίση (είδωλα) διότι δεν την

σάρκα προσκυνοῦμεν ἀλλ᾿ ὡς ἡνωμένην θεότητα καὶ ὡς εἰς ἓν

προσκυνούμε σαν απλή σάρκα, αλλά ενωμένη με τη θεότητα και επειδή

πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν τοῦ Θεοῦ Λόγου τῶν δύο αὐτοῦ

οι δύο φύσεις αναφέρονται σε ένα πρόσωπο και μία υπόσταση

ἀναγομένων φύσεων. Δέδοικα τοῦ ἄνθρακος ἅψασθαι διὰ τὸ τῷ

του Θεού Λόγου. Φοβάμαι να πιάσω το κάρβουνο, διότι έγινε ένα με το  

ξύλῳ συνημμένον πῦρ. Προσκυνῶ τοῦ Χριστοῦ τὸ συναμφότερον

αναμμένο ξύλο. (Παρόμοια) προσκυνώ και τις δύο φύσεις του Χριστού χάρη

διὰ τὴν τῇ σαρκὶ ἡνωμένην θεότητα. Οὐ γὰρ τέταρτον παρεντίθημι

στη θεότητα που ενώθηκε με τη σάρκα. Διότι δεν προσθέτω τέταρτο

πρόσωπον ἐν τῇ Τριάδι μὴ γένοιτο, ἀλλ᾿ ἓν πρόσωπον ὁμολογῶ

πρόσωπο στην Αγία Τριάδα αλίμονο!, αλλά ομολογώ ένα πρόσωπο του

τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ· Τριὰς γὰρ ἔμεινεν ἡ Τριὰς

Θεού Λόγου με την ανθρώπινη φύση του. Η Τριάδα παρέμεινε Τριάδα και

καὶ μετὰ τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν.

μετά τη σάρκωση του Λόγου.

 


 

 
||
 
10η σελίδα
 

Για να επικοινωνήσετε μαζί μας, κάντε αριστερό κλικ με το ποντίκι σας εδώ.

 

Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας

 

Επιστροφή στο κεντρικό μενού.