Ὀρθόδοξη Θεολογία

 
Έκδοσις ακριβὴς της ορθοδόξου πίστεως.

του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

 
 
 
 
 
13η σελίδα
 
||

ἐχρημάτισεν.  Εἰ καὶ τοίνυν ἐξ ἄκρας συλλήψεως οὐδ᾿ ὁτιοῦν

του. Παρόλο, λοιπόν, που από την αρχή της συλλήψεως δεν υπήρχε διαίρεση

διῃρημένον ἦν τῆς ἑκατέρας μορφῆς, ἀλλ᾿ ἑνὸς προσώπου αἱ τοῦ

σε μία ή άλλη μορφή, αλλά όλες οι πράξεις και της μιας και της άλλης μορφής

παντὸς χρόνου πράξεις ἑκατέρας μορφῆς γεγόνασιν, ὅμως αὐτά,

σε κάθε χρονική στιγμή ήταν πράξεις του ενός προσώπου, όμως αυτά που

ἅπερ ἀχωρίστως γεγένηνται, κατ᾿ οὐδένα τρόπον συγχέομεν, ἀλλά,

έγιναν αχώριστα, δεν τα συγχέουμε με κανένα τρόπο, αλλά, τί ανήκει στην

τί ποίας εἴη μορφῆς, ἐκ τῆς τῶν ἔργων ποιότητος αἰσθανόμεθα. 

κάθε μορφή το αντιλαμβανόμαστε από την ποιότητα των πράξεων.

 

᾿Ενεργεῖ τοίνυν ὁ Χριστὸς καθ᾿ ἑκατέραν αὐτοῦ τῶν φύσεων,

Ενεργεί, λοιπόν, ο Χριστός και με τη μία και με την άλλη φύση του·

καὶ "ἐνεργεῖ ἑκατέρα φύσις ἐν αὐτῷ μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας",

στο πρόσωπό του ενεργεί καθεμία φύση σε κοινωνία με την άλλη φύση.

τοῦ μὲν Λόγου κατεργαζομένου, ἅπερ ἐστὶ τοῦ Λόγου,

Ο Λόγος εκτελεί αυτά που ανήκουν στο Λόγο, όσα είναι γνωρίσματα

διὰ τὴν αὐθεντίαν καὶ ἐξουσίαν τῆς θεότητος, ὅσα ἐστὶν ἀρχικὰ

του άρχοντα και βασιλιά, εξαιτίας της αυθεντίας και εξουσίας της θείας

καὶ βασιλικά, τοῦ δὲ σώματος ἐκτελοῦντος, ὅσα ἐστὶ τοῦ σώματος,

φύσεώς του· ενώ το σώμα εκτελεί όσα ανήκουν στο σώμα, σύμφωνα

πρὸς τὸ βούλημα τοῦ ἑνωθέντος αὐτῷ Λόγου, οὗ καὶ γέγονεν ἴδιον.

με τη βούληση του Λόγου που ενώθηκε μ αυτό και το ιδιοποιήθηκε.

Οὐ γὰρ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ πρὸς τὰ φυσικὰ πάθη τὴν ὁρμὴν ἐποιεῖτο

Διότι (τό σώμα) δεν κινούνταν προς τα φυσικά πάθη από μόνο του,

οὐδ᾿ αὐτὴν ἐκ τῶν λυπηρῶν ἀφορμὴν καὶ παραίτησιν ἢ τὰ ἔξωθεν

ούτε έπασχε με αφορμή την αποφυγή από τα λυπηρά ή τις εξωτερικές

προσπίπτοντα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἐκινεῖτο κατὰ τὴν ἀκολουθίαν

περιστάσεις, αλλά κινούνταν σύμφωνα με την τάξη της φύσεως·

τῆς φύσεως, τοῦ Λόγου θέλοντος καὶ παραχωροῦντος οἰκονομικῶς

ο Λόγος ήθελε και επέτρεπε για λόγους οικονομίας να πάσχει αυτό (το σώμα)

πάσχειν αὐτὸ καὶ πράττειν τὰ ἴδια, ἵνα διὰ τῶν ἔργων τῆς φύσεως

και να ενεργεί τα δικά του, ώστε να πιστοποιηθεί η αλήθεια (της σαρκώσεως)

πιστωθῇ ἡ ἀλήθεια. 

από τις πράξεις της φύσεώς του.

 

῞Ωσπερ δὲ ὑπὲρ οὐσίαν οὐσιώθη ἐκ Παρθένου κυηθείς, οὕτω καὶ

Και όπως απόκτησε ύπαρξη με υπερούσιο τρόπο, καθώς η Παρθένος τον

ὑπὲρ ἄνθρωπον τὰ ἀνθρώπων ἐνήργει ἐπὶ ἀστάτου ὕδατος γηΐνοις

κυοφόρησε, παρόμοια ενεργούσε και τα ανθρώπινα με υπεράνθρωπο τρόπο·

ποσὶ πορευόμενος οὐ γεωθέντος τοῦ ὕδατος, ἀλλὰ τῆς θεότητος

βάδιζε πάνω σε τρικυμισμένη θάλασσαμε τα πόδια, χωρίς να το νερό να γίνει

ὑπερφυεῖ δυνάμει συνισταμένου πρὸς τὸ ἀδιάχυτον καὶ βάρει ὑλικῶν

ξηρά, αλλά αντιστεκόταν με την υπερφυή δύναμη της θεότητός του και δεν

ποδῶν μὴ ὑπείκοντος. Οὐκ ἀνθρωπίνως γὰρ ἔπραττε τὰ ἀνθρώπινα

υποχωρούσε στο βάρος των υλικών ποδιών. Δεν ενεργούσε, δηλαδή, τα

(οὐ γὰρ ἄνθρωπος μόνον, ἀλλὰ καὶ Θεός· ὅθεν καὶ τὰ τούτου πάθη

ανθρώπινα με ανθρώπινο τρόπο (διότι δεν ήταν μόνον άνθρωπος, αλλά και

Θεός· γι αυτό και τα πάθη του φέρνουν τη ζωή και τη σωτηρία),

ζωοποιὰ καὶ σωτήρια), οὐδὲ θεϊκῶς ἐνήργει τὰ θεῖα (οὐ γὰρ Θεὸς

ούτε ενεργούσε τα θεία με θεϊκό τρόπο (διότι δεν ήταν μόνο Θεός, αλλά και

μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος· ὅθεν δι᾿ ἁφῆς καὶ λόγου

άνθρωπος· γι αυτό και έκαμε τα θαυμαστά σημεία με την αφή,

καὶ τῶν τοιούτων τὰς θεοσημίας εἰργάζετο).  

το λόγο και τα παρόμοια).

 

Εἰ δὲ λέγοι τις, ὡς "οὐκ ἐπ᾿ ἀναιρέσει τῆς ἀνθρωπίνης ἐνεργείας

Εάν κάποιος λέει ότι αποδίδουμε στο Χριστό μία ενέργεια όχι για να

μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ Χριστοῦ λέγομεν, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀντιδιαστελλομένη

καταργήσουμε την ανθρώπινη ενέργειά του, αλλά επειδή η ανθρώπινη

τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ πάθος λέγεται ἡ ἀνθρωπίνη ἐνέργεια, κατὰ τοῦτο

ενέργεια, όταν αντιπαραβάλλεται με τη θεία ενέργεια, χαρακτηρίζεται πάθος,

μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ Χριστοῦ λέγομεν, ἐροῦμεν· κατὰ τοῦτον τὸν

και γι αυτό το λόγο λέμε ότι ο Χριστός έχει μία ενέργεια, θα απαντήσουμε:

λόγον καὶ οἱ μίαν φύσιν λέγοντες οὐκ ἐπ᾿ ἀναιρέσει τῆς ἀνθρωπίνης

σύμφωνα μ αυτό το επιχείρημα, αυτοί που λένε μία φύση, δεν το λένε για να

ταύτην λέγουσιν, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀντιδιαστελλομένη ἡ ἀνθρωπίνη φύσις

καταργήσουν την ανθρώπινη, αλλά επειδή, όταν η ανθρώπινη φύση

πρὸς τὴν θείαν φύσιν παθητικὴ λέγεται. ῾Ημᾶς δὲ μὴ γένοιτο

αντιπαραβάλλεται προς τη θεία, χαρακτηρίζεται παθητική. Εμείς όμως ποτέ

τῇ πρὸς τὴν θείαν ἐνέργειαν διαστολῇ πάθος τὴν ἀνθρωπίνην

δεν πρέπει να ονομάζουμε την ανθρώπινη κίνηση πάθος εξαιτίας της

προσαγορεῦσαι κίνησιν· οὐδενὸς γάρ, καθόλου φάναι, ὕπαρξις

αντιδιαστολής προς τη θεία ενέργεια· διότι, για να μιλήσουμε γενικά, κανενός

ἐκ παραθέσεως ἢ ἐκ συγκρίσεως γινώσκεται ἢ ὁρίζεται. Οὕτω γὰρ

η ύπαρξη δεν γνωρίζεται ή προσδιορίζεται με αντιπαραβολή ή σύγκριση.

ὑπαλληλαίτια εὑρεθήσονται τὰ ὄντα πράγματα· εἰ γὰρ

Έτσι, όσα έχουν ύπαρξη θα βρεθούν ότι είναι αλληλοεξαρτώμενα· διότι εάν η

διὰ τὸ ἐνέργειαν εἶναι τὴν θείαν κίνησιν ἡ ἀνθρωπίνη πάθος ἐστί,

ανθρώπινη κίνηση είναι πάθος, επειδή η θεία κίνηση είναι ενέργεια,

πάντως καὶ διὰ τὸ ἀγαθὴν εἶναι τὴν θείαν φύσιν πονηρὰ ἔσται

οπωσδήποτε, επειδή η θεία φύση είναι αγαθή, θα είναι πονηρή και η

ἡ ἀνθρωπίνη· καὶ κατὰ τὴν σὺν ἀντιθέσει ἀντιστροφὴν, διὰ τὸ πάθος

ανθρώπινη φύση. Και σύμφωνα με την αντίθετη αντιστροφή, επειδή η

λέγεσθαι τὴν ἀνθρωπίνην κίνησιν ἡ θεία κίνησις ἐνέργεια λέγεται,

ανθρώπινη κίνηση λέγεται πάθος, η θεία κίνηση λέγεται ενέργεια, και επειδή η

καὶ διὰ τὸ πονηρὰν εἶναι τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἀγαθὴ ἔσται ἡ θεία".

ανθρώπινη φύση είναι πονηρή, η θεία φύση θα είναι αγαθή. Και έτσι, όλα τα

Καὶ πάντα δὲ τὰ κτίσματα οὕτως ἔσται πονηρά, καὶ ψεύσεται

δημιουργήματα θα είναι πονηρά, και θα βγει ψεύτης εκείνος που είπε:

ὁ εἰπών· "Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν". 

Και είδε ο Θεός όλα τα δημιουργήματά του, και να, όλα ήταν πολύ καλά.

 

῾Ημεῖς δέ φαμεν, ὅτι οἱ ἅγιοι πατέρες πολυτρόπως τὴν ἀνθρωπίνην

Εμείς όμως λέμε ότι οι άγιοι Πατέρες ονόμασαν την ανθρώπινη κίνηση

ὠνόμασαν κίνησιν πρὸς τὰς ὑποκειμένας ἐννοίας· προσηγόρευσαν

σύμφωνα με τις υποκείμενες έννοιες με πολλούς τρόπους· την είπαν, δηλαδή,

γὰρ αὐτὴν καὶ δύναμιν καὶ ἐνέργειαν καὶ διαφορὰν καὶ κίνησιν

δύναμη, ενέργεια, διαφορά, κίνηση,

καὶ ἰδιότητα καὶ ποιότητα καὶ πάθος, οὐ κατὰ ἀντιδιαστολὴν

ιδιότητα, ποιότητα και πάθος· δεν την αντιπαρέβαλαν με τη θεία κίνηση,

τῆς θείας, ἀλλ᾿ ὡς συνεκτικὴν μὲν καὶ ἀναλλοίωτον δύναμιν,

αλλά την ονόμασαν δύναμη, επειδή συγκρατεί και μένει αναλλοίωτη·

ἐνέργειαν δὲ ὡς χαρακτηριστικὴν καὶ τὴν ἐν πᾶσι τοῖς ὁμοειδέσιν

την είπαν ενέργεια, επειδή χαρακτηρίζει και φανερώνει την ομοιότητα που

ἀπαραλλαξίαν ἐμφαίνουσαν, διαφορὰν δὲ ὡς ἀφοριστικήν, κίνησιν

έχουν όλα τα ομοειδή· την είπαν διαφορά, επειδή ξεχωρίζει· την είπαν κίνηση,

δὲ ὡς ἐνδεικτικήν, ἰδιότητα δὲ ὡς συστατικὴν καὶ μόνῃ αὐτῇ καὶ οὐκ

επειδή δείχνει· την είπαν ιδιότητα, επειδή είναι συστατική του εαυτού της και

ἄλλῃ προσοῦσαν, ποιότητα δὲ ὡς εἰδοποιόν, πάθος δὲ ὡς κινουμένην·

όχι άλλου· την είπαν ποιότητα, επειδή δείχνει το είδος· και την είπαν πάθος,

πάντα γὰρ τὰ ἐκ Θεοῦ καὶ μετὰ Θεὸν πάσχει τῷ κινεῖσθαι

επειδή μεταβάλλεται. Διότι όλα που προέρχονται από το Θεό και είναι μετά

ὡς μὴ ὄντα αὐτοκίνησις ἢ αὐτοδύναμις· οὐ κατὰ ἀντιδιαστολὴν οὖν,

το Θεό μεταβάλλονται με την κίνηση, επειδή δεν κινούνται ούτε έχουν

δύναμη από μόνα τους. Την ονόμασαν, λοιπόν, όπως είπαμε, όχι με

ὡς εἴρηται, ἀλλὰ κατά τὸν δημιουργικῶς αὐτοῖς ἐντεθέντα παρὰ

αντιπαραβολή (στη θεία κίνηση), αλλά από τον σκοπό που τοποθέτησε μέσα

τῆς τὸ πᾶν συστησαμένης αἰτίας λόγον· ὅθεν καὶ μετὰ τῆς θείας

της, με δημιουργικό τρόπο, αυτός που αποτελεί την αιτία της συστάσεως του

συνεκφωνοῦντες αὐτὴν ἐνέργειαν προσηγόρευσαν. ῾Ο γὰρ εἰπών·

κόσμου. Γι αυτό και την ονόμασαν με το όνομα ενέργεια που το εκφωνούν

"᾿Ενεργεῖ γὰρ ἑκατέρα μορφὴ μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας",

για το Θεό. Διότι αυτός που είπε: Η καθεμία μορφή ενεργεί με τη συμμετοχή

τί ἕτερον πεποίηκεν ἢ ὁ εἰπών· "Καὶ γὰρ τεσσαράκοντα ἡμέρας

της άλλης, είπε ακριβώς το ίδιο μ αυτόν που είπε: Και αφού έμεινε

ἀπόσιτος μείνας, ὕστερον ἐπείνασεν"· ἔδωκε γὰρ τῇ φύσει, ὅτε ἤθελε,

νηστικός σαράντα ημέρες, ύστερα πείνασε. Επέτρεψε στη φύση, όταν ήθελε,

τὰ ἴδια ἐνεργεῖν· ἢ οἱ διάφορον ἐν αὐτῷ φήσαντες ἐνέργειαν

να ενεργεί τα δικά της. Τί θα πουν πάλι αυτοί που είπαν ότι έχει διαφορετική

ἢ οἱ διπλῆν ἢ οἱ ἄλλην καὶ ἄλλην; Ταῦτα γὰρ δι᾿ ἀντωνυμίας δύο

ενέργεια ή οι άλλοι ότι έχει διπλή ενέργεια ή οι άλλοι ότι έχει άλλη και άλλη

τὰς ἐνεργείας σημαίνουσι· καὶ δι᾿ ἀντωνυμίας γὰρ πολλάκις ὁ ἀριθμὸς

ενέργεια; Διότι αυτά με τις αντωνυμίες φανερώνουν ότι οι ενέργειες είναι δύο·

ἐνδείκνυται καὶ διὰ τοῦ εἰπεῖν θεῖόν τε καὶ ἀνθρώπινον. ῾Η γὰρ

και πολλές φορές με τις αντωνυμίες δηλώνεται ο αριθμός, και με την έκφραση

διαφορὰ διαφερόντων ἐστὶ διαφορά· τὰ δὲ μὴ ὄντα, πῶς διοίσουσιν;

θείο και ανθρώπινο. Διότι η διαφορά είναι διαφορά αυτών που διαφέρουν·

ενώ αυτά που δεν υπάρχουν, πώς θα διαφέρουν;

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 60. Πρὸς τοὺς λέγοντας· εἰ δύο φύσεων καὶ ἐνεργειῶν

Απάντηση σ αυτούς που λένε: εάν ο άνθρωπος έχει δύο φύσεις και δύο

ὁ ἄνθρωπος, ἀνάγκη ἐπὶ Χριστοῦ τρεῖς φύσεις καὶ τοσαύτας λέγειν

ενέργειες, πρέπει για το Χριστό να παραδεχθούμε τρεις φύσεις και άλλες

τὰς ἐνεργείας. 

τόσες ενέργειες.

 

 

῾Ο μὲν καθ᾿ ἕκαστα ἄνθρωπος ἐκ δύο συγκείμενος φύσεων, ψυχῆς τε

Ο κάθε άνθρωπος χωριστά αποτελείται από δύο φύσεις, την ψυχή

καὶ σώματος, καὶ ταύτας ἀμεταβλήτους ἔχων ἐν ἑαυτῷ δύο φύσεις

και το σώμα· επειδή τις διατηρεί αμετάβλητες στο πρόσωπό του, εύλογα

εἰκότως λεχθήσεται· σῴζει γὰρ ἑκατέρων καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν

λέγεται ότι έχει δύο φύσεις· διότι, και μετά την ένωση, διατηρεί τη φυσική

τὴν φυσικὴν ἰδιότητα. Οὔτε γὰρ τὸ σῶμα ἀθάνατον ἀλλὰ φθαρτόν,

ιδιότητα και της μιας και της άλλης. Πράγματι, ούτε το σώμα είναι αθάνατο

οὔτε ἡ ψυχὴ θνητὴ ἀλλ᾿ ἀθάνατος, οὔτε τὸ σῶμα ἀόρατον,

αλλά θνητό, ούτε η ψυχή είναι θνητή αλλά αθάνατη· ούτε το σώμα είναι

οὔτε ἡ ψυχὴ σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς ὁρατή, ἀλλ᾿ ἡ μὲν λογικὴ

αόρατο ούτε η ψυχή ορατή με γυμνό μάτι· αλλά η μία είναι λογική,

καὶ νοερὰ καὶ ἀσώματος, τὸ δὲ παχύ τε καὶ ὁρατὸν καὶ ἄλογον.

νοερή και ασώματη, ενώ το άλλο είναι υλικό, ορατό και χωρίς λογική.

Οὐ μιᾶς δὲ φύσεως τὰ κατ᾿ οὐσίαν ἀντιδιαιρούμενα· οὐ μιᾶς ἄρα

Και εφόσον αυτά που έχουν διαφορετική ουσία δεν ανήκουν σε μία φύση,

οὐσίας ψυχή τε καὶ σῶμα.  

είναι επόμενο η ψυχή και το σώμα να μην έχουν την ίδια ουσία.

 

Καὶ πάλιν· εἰ ζῷον λογικὸν θνητὸν ὁ ἄνθρωπος, πᾶς δὲ ὅρος

Και ακόμη· ο άνθρωπος είναι λογική θνητή ύπαρξη και κάθε κατάσταση

τῶν ὑποκειμένων φύσεών ἐστι δηλωτικός, οὐ ταὐτὸν δὲ

χαρακτηρίζει τις φύσεις που υπάγονται σ αυτήν· δεν είναι επίσης το ίδιο

κατὰ τόν τῆς φύσεως λόγον τὸ λογικὸν τῷ θνητῷ, οὐκ ἄρα

πράγμα, σύμφωνα με τη φύση, το λογικό με το θνητό · επομένως, και ο

μιᾶς φύσεως εἴη ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸν τοῦ οἰκείου ὁρισμοῦ κανόνα.  

άνθρωπος δεν θα έχει μία φύση, σύμφωνα με το παραπάνω κριτήρια που

ορίσαμε.

 

Εἰ δὲ λέγοιτό ποτε μιᾶς φύσεως ὁ ἄνθρωπος, ἀντὶ τοῦ εἴδους

Αν πάλι λέμε ότι ο άνθρωπος έχει μία φύση, τότε χρησιμοποιούμε

τὸ τῆς φύσεως παραλαμβάνεται ὄνομα λεγόντων ἡμῶν,

στο λόγο μας το όνομα "φύση" αντί για το όνομα "είδος"·

ὅτι οὐ διαλλάττει ἄνθρωπος ἀνθρώπου κατά τινα φύσεως διαφοράν,

διότι δεχόμαστε ότι άνθρωπος από άνθρωπο δεν διαφέρει σε κάποια φυσική

ἀλλὰ τὴν αὐτὴν σύστασιν ἔχοντες πάντες οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐκ ψυχῆς

διαφορά, αλλά όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια σύσταση, είναι σύνθετοι από

συντεθειμένοι καὶ σώματος καὶ δύο ἕκαστος φύσεις τελοῦντες

ψυχή και σώμα και έχουν ο καθένας δύο φύσεις· επομένως, όλοι έχουν κοινό

ὑφ᾿ ἕνα πάντες ὁρισμὸν ἀνάγονται. Καὶ οὐ παράλογον τοῦτο,

ορισμό. Και αυτό δεν είναι παράδοξο, καθώς ο μέγας Αθανάσιος,

ὁπότε καὶ πάντων τῶν κτιστῶν, ὡς γενητῶν, μίαν φύσιν

στο λόγο του γι αυτούς που βλασφημούν το Άγιο Πνεύμα, είπε

ὁ ἱερὸς ᾿Αθανάσιος ἔφησεν ἐν τῷ κατὰ τῶν βλασφημούντων

ότι μία είναι η φύση όλων των γενητών, διότι είναι δημιουργήματα·

τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὑτωσὶ λέγων· "῞Οτι δὲ ἄνω τῆς κτίσεώς ἐστι

το είπε ως εξής: Είναι δυνατό να κατανοήσουμε ότι το Άγιο Πνεύμα

τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἄλλο μὲν παρὰ τὴν τῶν γενητῶν φύσιν,

είναι πάνω από την κτίση και διαφορετικό από τη φύση των δημιουργημάτων,

ἴδιον δὲ τῆς θεότητος, ἔξεστι πάλιν συνιδεῖν". Πᾶν γάρ, ὃ κοινῶς

ιδιαίτερο όμως πρόσωπο της θεότητος. Διότι, καθετί που παρατηρείται από

καὶ ἐν πολλοῖς θεωρεῖται, οὐ τινὶ μὲν πλέον, τινὶ δὲ ἔλαττον

κοινού σε πολλά και δεν υπάρχει σ άλλο περισσότερο και σ άλλο λιγότερο,

ὑπάρχον, οὐσία ὀνομάζεται.

λέγεται ουσία.

 

᾿Επεὶ οὖν πᾶς ἄνθρωπος ἐκ ψυχῆς ἐστι συντεθειμένος καὶ σώματος,

Επειδή, λοιπόν, κάθε άνθρωπος είναι σύνθετος από ψυχή και σώμα,

κατὰ τοῦτο μία φύσις τῶν ἀνθρώπων λέγεται. ᾿Επὶ δὲ τῆς

γι αυτό λέμε ότι οι άνθρωποι έχουν μία φύση. Για την υπόσταση όμως

ὑποστάσεως τοῦ Κυρίου οὐ λέγειν δυνάμεθα μίαν φύσιν·

του Κυρίου δεν μπορούμε να πούμε ότι έχει μία φύση.

αἵ τε γὰρ φύσεις σῴζουσι καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἑκάστη

Διότι οι φύσεις του διατηρούν και μετά την ένωσή τους η καθεμία

τὴν φυσικὴν ἰδιότητα, καὶ εἶδος Χριστῶν οὐκ ἔστι εὑρεῖν.

τη φυσική της ιδιότητα και δεν μπορεί να βρεθεί είδος Χριστών.

Οὐ γὰρ ἐγένετο ἄλλος Χριστὸς ἐκ θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος,

Επειδή δεν έγινε άλλος Χριστός από θεία και ανθρώπινη φύση,

Θεός τε καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτός.  

ο ίδιος και Θεός και άνθρωπος.

 

Καὶ πάλιν· Οὐ ταὐτόν ἐστι τὸ κατ᾿ εἶδος τοῦ ἀνθρώπου ἓν

Και ακόμη· δεν είναι το ίδιο λέγοντας "ένα" με βάση το είδος του ανθρώπου,

καὶ τὸ κατ᾿ οὐσίαν ψυχῆς καὶ σώματος ἕν. Τὸ μὲν γὰρ κατ᾿ εἶδος

και λέγοντας "ένα" με βάση την ουσία της ψυχής και του σώματος. Διότι το

τοῦ ἀνθρώπου ἓν τὴν ἐν πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις ἀπαραλλαξίαν

"ένα" με βάση το είδος του ανθρώπου, φανερώνει την ομοιότητα μεταξύ όλων

ἐνδείκνυται· τὸ δὲ κατ᾿ οὐσίαν ψυχῆς καὶ σώματος ἓν αὐτὸ τὸ εἶναι

των ανθρώπων· ενώ το "ένα" με βάση την ουσία της ψυχής και του σώματος,

αὐτῶν λυμαίνεται εἰς ἀνυπαρξίαν αὐτὰ παντελῆ ἄγον· ἢ γὰρ τὸ ἓν

καταστρέφει την ίδια την ύπαρξή τους οδηγώντας τα σε τέλεια ανυπαρξία·

εἰς τὴν τοῦ ἑτέρου μεταποιηθήσεται οὐσίαν ἢ ἐξ ἑτέρων ἕτερον

διότι ή το ένα θα μετατραπεί στην ουσία του άλλου, ή θα δημιουργηθεί ένα

γενήσεται καὶ ἀμφότερα τραπήσονται, ἢ ἐπὶ τῶν ἰδίων ὅρων

άλλο από άλλα και θα μεταβληθούν και τα δύο, ή θα παραμείνουν στα όριά

μένοντα δύο φύσεις ἔσονται· οὐ γὰρ ταὐτὸν κατ᾿ οὐσίας λόγον

τους και θα είναι δύο φύσεις· επειδή το σωματικό με το ασώματο δεν είναι

τὸ σῶμα τῷ ἀσωμάτῳ. Οὐκ ἀνάγκη τοίνυν ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου

το ίδιο σύμφωνα με την ουσία τους. Μολονότι λέμε, λοιπόν,  για τον άνθρωπο

μίαν φύσιν λέγοντας, οὐ διὰ τὸ ταὐτὸν τῆς οὐσιώδους ποιότητος

μία φύση, όχι επειδή ταυτίζεται η ποιότητα της ψυχής και του σώματος αλλά

ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀπαράλλακτον τῶν ὑπὸ τὸ εἶδος

επειδή είναι πανομοιότυπα τα άτομα που αναφέρονται στο είδος, δεν αρμόζει

ἀναγομένων ἀτόμων μίαν καὶ ἐπὶ Χριστοῦ φύσιν λέγειν, ἔνθα εἶδος

όμως να λέμε και για το Χριστό μία φύση, αφού δεν υπάρχει είδος

περιεκτικὸν πολλῶν ὑποστάσεων οὐκ ἔστιν. 

που να περιέχει πολλές υποστάσεις.

 

῎Ετι δὲ πᾶσα σύνθεσις ἐκ τῶν προσεχῶς συντεθέντων συντεθεῖσθαι

Ακόμη κάθε σύνθεση λέγεται ότι έχει γίνει από τα άμεσα συνθετικά της·

λέγεται· οὐ γὰρ λέγομεν τὸν οἶκον ἐκ γῆς καὶ ὕδατος συντεθεῖσθαι,

δεν λέμε δηλαδή ότι το σπίτι αποτελείται από χώμα και νερό, αλλά από

ἀλλ᾿ ἐκ πλίνθου καὶ ξύλων. ᾿Επεὶ ἀνάγκη καὶ τὸν ἄνθρωπον λέγειν

τούβλα και ξύλα. Επειδή είναι ανάγκη να λέμε ότι ο άνθρωπος αποτελείται

ἐκ πέντε τοὐλἀχιστον συγκεῖσθαι φύσεων, ἔκ τε τῶν τεσσάρων

από πέντε τουλάχιστον φύσεις, δηλαδή από τέσσερα στοιχεία και την ψυχή.

στοιχείων καὶ ψυχῆς. Οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ

Έτσι και για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό δεν εξετάζουμε τα μέρη

οὐ τὰ μέρη τῶν μερῶν σκοποῦμεν, ἀλλὰ τὰ προσεχῶς συντεθέντα,

των μερών, αλλά αυτά που άμεσα ενώθηκαν, δηλαδή τη θεία και την

θεότητά τε καὶ ἀνθρωπότητα. 

ανθρώπινη φύση.

 

῎Ετι δὲ εἰ δύο φύσεις τὸν ἄνθρωπον λέγοντες τρεῖς φύσεις ἐπί Χριστοῦ

Ακόμη, αν λέμε ότι ο άνθρωπος έχει δύο φύσεις, θα αναγκασθούμε να πούμε

λέγειν ἀναγκασθησόμεθα, καί ὑμεῖς ἐκ δύο φύσεων τόν ἄνθρωπον

ότι ο Χριστός έχει τρεις φύσεις, και εσείς με το να λέτε ότι ο άνθρωπος έχει

λέγοντες ἐκ τριῶν τόν Χριστόν δογματίζετε φύσεων· ὁμοίως καί

δύο φύσεις δογματίζετε ότι ο Χριστός έχει τρεις φύσεις· το ίδιο και για τις  

περί ἐνεργειῶν· κατάλληλον γάρ ἀνάγκη τῇ φύσει τήν ἐνέργειαν

ενέργειες· διότι είναι αρμονικό η ενέργεια να συμβαδίζει με τη φύση.

εἶναι. Ὅτι δέ δύο φύσεων ὁ ἄνθρωπος λέγεταί τε καί ἔστι, μάρτυς

Ο θεολόγος Γρηγόριος μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος και λέγεται και έχει δύο

ὁ θεολόγος Γρηγόριος· "Φύσεις μέν γάρ δύο", φάσκων, "Θεός καί

φύσεις: Δύο φύσεις πράγματι υπάρχουν, ο Θεός και ο άνθρωπος·

ἄνθρωπος· ἐπεί καί ψυχή καί σῶμα". Καί ἐν τῷ περί βαπτίσματος δέ

επειδή υπάρχει ψυχή και σώμα. Και στο λόγο του για το βάπτισμα λέει  

λόγῳ τοιάδε φησί· "Διττῶν δέ ὄντων ἡμῶν ἐκ ψυχῆς καί σώματος,

τα εξής: Επειδή εμείς είμαστε διττοί, από ψυχή και σώμα, και η μία φύση

καί τῆς μέν ὁρατῆς τῆς δέ ἀοράτου φύσεως, διττή καί ἡ κάθαρσις

είναι ορατή ενώ η άλλη είναι αόρατη, διπλός είναι και ο καθαρισμός μας

δι ὕδατος καί Πνεύματος".

με το νερό και το Άγιο Πνεύμα.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 61. Περί τοῦ τεθεῶσθαι τήν φύσιν τῆς τοῦ Κυρίου σαρκός

Για το ότι έχει θεωθεί η φύση της σάρκας του Κυρίου και το θέλημά της.

καί τό θέλημα.

 

 

Χρὴ εἰδέναι, ὡς οὐ κατὰ μεταβολὴν φύσεως ἢ τροπὴν ἢ ἀλλοίωσιν

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η σάρκα του Κυρίου δεν λέγεται ότι έχει θεωθεί

ἢ σύγχυσιν ἡ σὰρξ τοῦ Κυρίου τεθεῶσθαι λέγεται καὶ "ὁμόθεος"

εξαιτίας μεταβολής της φύσεως ή μετατροπής ή άλλοιώσεως ή συγχύσεως

καὶ Θεὸς γενέσθαι, ὥς φησιν ὁ θεολόγος Γρηγόριος· "῟Ων τὸ μὲν

και ότι έγινε όμοια με το Θεό και Θεός η ίδια, όπως λέει ο θεολόγος

ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη", καὶ "θαρρῶ λέγειν ὁμόθεον", καὶ "ἄνθρωπον

Γρηγόριος: Απ αυτά το ένα θέωσε και το άλλο θεώθηκε, και τολμώ να το

γενέσθαι τὸ χρῖσαν καὶ Θεὸν τὸ χριόμενον". Ταῦτα γὰρ οὐ κατὰ

ονομάσω ομόθεο· και αυτό που έχρισε έγινε άνθρωπος, ενώ αυτό

μεταβολὴν φύσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ἕνωσιν,

που χρίσθηκε έγινε Θεός. Αυτά δεν έγιναν με μεταβολή της φύσεως, αλλά

τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν λέγω, καθ᾿ ἣν ἀδιασπάστως τῷ Θεῷ Λόγῳ

με ένωση κατ οικονομία (Θεού)·  εννοώ την υποστατική ένωση, σύμφωνα

ἥνωται, καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις τῶν φύσεων περιχώρησιν, ὥς φαμεν

με την οποία ενώθηκε αδιάσπαστα με το Λόγο του Θεού· εννοώ την

καὶ τὴν τοῦ σιδήρου πύρωσιν· ὥσπερ γὰρ τὴν ἐνανθρώπησιν

αλληλοπεριχώρηση των φύσεων, όπως συμβαίνει με την πυράκτωση του

χωρὶς μεταβολῆς καὶ τροπῆς ὁμολογοῦμεν, οὕτω καὶ τὴν θέωσιν

σιδήρου· διότι, όπως ομολογούμε την ενανθρώπηση χωρίς μεταβολή και

γενέσθαι τῆς σαρκὸς δοξάζομεν. Οὔτε γὰρ διότι ὁ Λόγος σὰρξ

μετατροπή, έτσι πιστεύουμε ότι έγινε και η θέωση της σάρκας. Ο Λόγος,

ἐγένετο, τῶν ὅρων ἐξέστη τῆς οἰκείας θεότητος οὔτε

δηλαδή, επειδή έγινε σάρκα, δεν βγήκε έξω από τα όρια της θεϊκής του

τῶν προσόντων αὐτῇ θεοπρεπῶν αὐχημάτων, οὔτε μὴν ἡ σὰρξ

φύσεως και από την θεοπρεπή του δόξα· ούτε όμως η σάρκα,

θεωθεῖσα τῆς οἰκείας ἐτράπη φύσεως ἢ τῶν αὐτῆς φυσικῶν

επειδή θεώθηκε, άλλαξε τη δική της φύση και τα φυσικά της γνωρίσματα.

ἰδιωμάτων.

 

Μεμενήκασι γὰρ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν αἱ φύσεις ἀσύμφυρτοι

Οι φύσεις, δηλαδή, και μετά την ένωσή τους έμειναν ασύγχυτες,

καὶ αἱ τούτων ἰδιότητες ἀλώβητοι. ῾Η δὲ τοῦ Κυρίου σὰρξ

και οι ιδιότητές τους απείραχτες. Η σάρκα του Κυρίου μάλιστα

τὰς θείας ἐνεργείας ἐπλούτησε διὰ τὴν πρὸς τὸν Λόγον

πλουτίστηκε με τις θείες ενέργειες, εξαιτίας της πλήρους ενώσεώς της

ἀκραιφνεστάτην ἕνωσιν, ἤτοι τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν, οὐδαμῶς

με το Λόγο· χάρη, δηλαδή, στην υποστατική ένωση, χωρίς καθόλου

τῶν κατὰ φύσιν ἰδίων ὑποστᾶσα ἔκπτωσιν· οὐ γὰρ κατ᾿ οἰκείαν

να χάσει τα φυσικά της γνωρίσματα. Διότι, δεν ενεργούσε τα θεία σύμφωνα

ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τὸν ἡνωμένον αὐτῇ Λόγον τὰ θεῖα ἐνήργει,

με τη δική της ενέργεια, αλλά χάρη στο Λόγο που ήταν ενωμένος μαζί της·

τοῦ Λόγου δι᾿ αὐτῆς τὴν οἰκείαν ἐνδεικνυμένου ἐνέργειαν.

καθώς ο Λόγος μέσω αυτής (της σάρκας) φανέρωνε την ενέργειά του.

Καίει μὲν γὰρ ὁ πεπυρακτωμένος σίδηρος, οὐ φυσικῷ δὲ λόγῳ

Όπως ο πυρακτωμένος σίδηρος καίει χωρίς να έχει αποκτήσει

τὴν καυστικὴν κεκτημένος ἐνέργειαν, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς πρὸς τὸ πῦρ

την καυστική ενέργεια με φυσική αιτία, αλλά εξαιτίας της ενώσεώς του

ἑνώσεως τοῦτο κεκτημένος. 

με τη φωτιά.

 

῾Η αὐτὴ τοιγαροῦν θνητή τε ἦν δι᾿ ἑαυτὴν καὶ ζωοποιὸς διὰ τὴν πρὸς

Η ίδια, λοιπόν, η σάρκα ήταν θνητή εξαιτίας του εαυτού της, αλλά και

τὸν Λόγον καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν. ῾Ομοίως καὶ τὴν τοῦ θελήματος

ζωοοποιά εξαιτίας της υποστατικής ενώσεώς της με το Λόγο. Παρόμοια

θέωσιν οὐχ ὡς μεταβληθείσης τῆς φυσικῆς κινήσεως λέγομεν,

λέμε και για τη θέωση του θελήματος· δεν άλλαξε η φυσική του κίνηση·

ἀλλ᾿ ὡς ἡνωμένης τῷ θείῳ αὐτοῦ καὶ παντοδυνάμῳ θελήματι,

αλλά, αφότου ενώθηκε με το θείο και παντοδύναμο θέλημα, έγινε το θέλημα

καὶ γεγονότος Θεοῦ ἐνανθρωπήσαντος θέλημα· ὅθεν θέλων μὲν

του Θεού που ενανθρώπησε. Γι αυτό, όταν (το ανθρώπινο θέλημα) θέλησε

λαθεῖν οὐκ ἠδυνήθη δι᾿ ἑαυτοῦ εὐδοκήσαντος τοῦ Θεοῦ Λόγου

να κρυφτεί, δεν τα κατάφερε· διότι ο Θεός Λόγος θέλησε να φανεί

δειχθῆναι ἐν αὐτῷ ἀληθῶς ὑπάρχον τὸ ἀσθενὲς τοῦ ἀνθρωπίνου

ότι πράγματι υπάρχει στον εαυτό του το αδύναμο ανθρώπινο θέλημα·

θελήματος, θέλων δὲ τὴν τοῦ λεπροῦ ἐνήργησε κάθαρσιν

όταν θέλησε, ενήργησε τον καθαρισμό του λεπρού, χάρη στην ένωση

διὰ τὴν πρὸς τὸ θεῖον θέλημα ἕνωσιν. 

με το θείο θέλημα.

 

᾿Ιστέον δέ, ὡς ἡ θέωσις τῆς φύσεως καὶ τοῦ θελήματος

Πρέπει να γνωρίζουμε ακόμη ότι η θέωση της φύσεως και της θελήσεως

ἐμφαντικώτατον καὶ δεικτικώτατόν ἐστι τῶν τε δύο φύσεων

είναι εμφαντική και δεικτική και των δύο φύσεων και των δύο θελήσεων.

καὶ τῶν δύο θελημάτων· ὥσπερ γὰρ ἡ πύρωσις οὐ μεταβάλλει

Διότι όπως η πυράκτωση δεν μεταβάλλει σε φωτιά τη φύση

τὴν τοῦ πυρωθέντος φύσιν εἰς τὴν τοῦ πυρός, ἀλλὰ δηλοῖ

αυτού που πυρακτώνεται, αλλά φανερώνει και αυτό που πυρακτώθηκε

τό τε πυρωθὲν καὶ τὸ πυρῶσαν, καὶ οὐχ ἑνός, ἀλλὰ δύο ἐστὶ

και αυτό που πυράκτωσε και δεν δηλώνει ένα πράγμα αλλά δύο,

δηλωτικόν, οὕτω καὶ ἡ θέωσις οὐ μίαν φύσιν ἀποτελεῖ σύνθετον,   

έτσι και η θέωση δεν δημιουργεί μία σύνθετη φύση, αλλά μία υποστατική

ἀλλὰ τὰς δύο καὶ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν. Φησὶ γοῦν ὁ θεολόγος 

ένωση δύο φύσεων. Λέει, λοιπόν, ο θεολόγος Γρηγόριος:

Γρηγόριος· "῟Ων τὸ μὲν ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη·" "ὧν" γὰρ εἰπὼν,

Απ αυτά το ένα θέωσε και το άλλο θεώθηκε· με το να πει "απ αυτά"

καὶ "τὸ μὲν" καὶ "τὸ δὲ" δύο ἔδειξεν.

και "το ένα" και "το άλλο" φανέρωσε δύο φύσεις.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 62. ῎Ετι περὶ θελημάτων καὶ αὐτεξουσίων νοῶν τε

Και άλλα για τα θελήματα, για το αυτεξούσιο, για τις σκέψεις,

καὶ γνώσεων καὶ σοφιῶν

τις γνώσεις και τις σοφίες.

 

 

Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον τέλειον λέγοντες τὸν Χριστὸν πάντως

Αν ομολογήσουμε τον Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, οπωσδήποτε

πάντα δώσομεν, τά τε τοῦ Πατρὸς φυσικὰ τά τε τῆς μητρός· γέγονε

θα του τα αποδώσουμε όλα τα γνωρίσματα της φύσεως και του Πατέρα και

γὰρ ἄνθρωπος, ἵνα τὸ νικηθὲν νικήσῃ. Οὐκ ἀδύνατος γὰρ ἦν

της μητέρας του· διότι έγινε άνθρωπος, για να κερδίσει αυτό που χάθηκε.

ὁ τὰ πάντα δυνάμενος καὶ τῇ παντοδυνάμῳ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ

Αυτός που όλα τα μπορεί είχε τη δυνατότητα να σώσει τον άνθρωπο από τον

καὶ δυνάμει ἐξελέσθαι τοῦ τυραννοῦντος τὸν ἄνθρωπον,

τύραννό του με την παντοδύναμη εξουσία και δύναμή του· ήταν όμως

ἀλλ᾿ ἦν ἐγκλήματος τῷ τυραννοῦντι ὑπόθεσις ἄνθρωπον νικήσαντι

(η σάρκωσή του) το άλλοθι στον τύραννο, ότι νίκησε τον άνθρωπο αλλά

καὶ ὑπὸ Θεοῦ βιασθέντι. Αὐτὸν οὖν τὸν πεσόντα νικητὴν ἀναδεῖξαι

υποδουλώθηκε από το Θεό. Επειδή, δηλαδή, ο συμπαθής και φιλάνθρωπος

βουληθεὶς ὁ συμπαθὴς Θεὸς καὶ φιλάνθρωπος, ἄνθρωπος γίνεται

Θεός ήθελε να αναδείξει νικητή τον άνθρωπο που έπεσε, γίνεται άνθρωπος

τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ἀνακαλούμενος. 

για να επαναφέρει στην αρχική κατάσταση το όμοιο με το όμοιο.

 

῞Οτι δὲ λογικὸν καὶ νοερὸν ζῷον ὁ ἄνθρωπος, οὐδεὶς ἀντερεῖ.

Και κανείς δεν αντιλέγει ότι ο άνθρωπος είναι λογική και νοερή ύπαρξη.

Πῶς οὖν ἄνθρωπος γέγονεν, εἰ σάρκα ἄψυχον ἢ ψυχὴν ἄνουν

Πώς, λοιπόν, (ο Θεός) έγινε άνθρωπος, αν προσέλαβε άψυχη σάρκα ή ψυχή

ἀνέλαβεν; Οὐ τοῦτο γὰρ ἄνθρωπος. Τί δὲ καὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως

χωρίς νου; Διότι κάτι τέτοιο δεν είναι άνθρωπος. Και για ποιό λόγο

ἀπωνάμεθα τοῦ πρωτοπαθήσαντος μὴ σεσωσμένου

να χαρούμε για την ενανθρώπηση, εάν αυτός που πρώτος έπαθε (ο Χριστός)

μηδὲ τῇ συναφείᾳ τῆς θεότητος ἀνακεκαινισμένου τε

δεν έχει σωθεί και δεν έχει ανανεωθεί και δυναμώσει με την ένωσή του

καὶ νενευρωμένου; "Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον".

με τη θεότητα; Καθώς, ό,τι δεν έχει προσληφθεί, δεν θεραπεύεται κιόλας.

᾿Αναλαμβάνει τοίνυν ὅλον τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸ τούτου κάλλιστον

Έτσι, λοιπόν, προσλαμβάνει όλο τον άνθρωπο και το πιο ωραίο μέρος της

ὑπὸ ἀρρωστίαν πεσόν, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται.

υπάρξεώς του που ασθένησε, ώστε να χαρίσει τη σωτηρία σε όλο

Νοῦς δὲ ἄσοφος ἐστερημένος τε γνώσεως οὐκ ἂν εἴη ποτέ·

(τον άνθρωπο). Νους, δηλαδή, χωρίς σοφία και γνώση δεν μπορεί ποτέ να

εἰ γὰρ ἀνενέργητος καὶ ἀκίνητος, καὶ ἀνύπαρκτος πάντως.

υπάρξει· εάν στερείται την ενέργεια και την κίνηση, τότε είναι και ανύπαρκτος.

 

 

Τὸ κατ᾿ εἰκόνα ἀνακαινίσαι βουλόμενος ὁ Θεὸς Λόγος γέγονεν

Επειδή ο Θεός Λόγος ήθελε ν ανακαινίσει το κατ εικόνα, γι αυτό έγινε

ἄνθρωπος. Τί δὲ τὸ κατ᾿ εἰκόνα εἰ μὴ ὁ νοῦς; Τὸ κρεῖττον οὖν παρεὶς

άνθρωπος. Και τί άλλο είναι το κατ εικόνα, παρά ο νους; Άφησε, λοιπόν,

τὸ χεῖρον ἀνέλαβε; Νοῦς γὰρ ἐν μεταιχμίῳ ἐστὶ Θεοῦ καὶ σαρκός,

το καλύτερο και πήρε το κατώτερο; Ναι, διότι ο νους βρίσκεται στο

τῆς μὲν ὡς σύνοικος, τοῦ Θεοῦ δὲ ὡς εἰκών. Νοῦς οὖν νοῒ μίγνυται,

μεταίχμιο του Θεού και της σάρκας· με τη μία συγκατοικεί, ενώ του Θεού

καὶ μεσιτεύει νοῦς Θεοῦ καθαρότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι·

είναι εικόνα. Ο νους, λοιπόν, συνενώνεται με το νου· και ο νους συνδέει την

καθαρότητα του Θεού με την υλικότητα του σώματος.

εἰ γὰρ ψυχὴν ἄνουν ὁ Κύριος ἀνέλαβεν, ἀλόγου ζῴου ψυχὴν

Διότι, εάν ο Χριστός προσλάμβανε ψυχή χωρίς νου, τότε θα έπαιρνε ψυχή

ἀνέλαβεν.  

άλογου ζώου.

 

Εἰ δέ, ὅτι σάρκα γενέσθαι τὸν Λόγον, ἔφη ὁ Εὐαγγελιστής, ἰστέον

Εφόσον μάλιστα είπε ο Ευαγγελιστής ότι ο Λόγος έγινε σάρκα, πρέπει να

ὡς παρὰ τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ ποτὲ μὲν ψυχὴ λέγεται ὁ ἄνθρωπος ὡς τὸ

γνωρίζουμε ότι στην Αγία Γραφή ο άνθρωπος άλλοτε λέγεται ψυχή, όπως

"ἐν ἑβδομήκοντα πέντε ψυχαῖς εἰσῆλθεν ᾿Ιακὼβ εἰς Αἴγυπτον",

στο (χωρίο) ο Ιακώβ εισήλθε στην Αίγυπτο με εβδομήντα πέντε ψυχές,

ποτὲ δὲ σὰρξ ὡς τὸ" ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ".

και άλλοτε λέγεται σάρκα, όπως στο (χωρίο) κάθε σάρκα θα γνωρίσει

Οὐ σὰρξ τοίνυν ἄψυχος οὐδὲ ἄνους, ἀλλ᾿ ἄνθρωπος γέγονεν

τη σωτηρία του Θεού. Ο Κύριος, λοιπόν, δεν έγινε άψυχη σάρκα ούτε ψυχή

ὁ Κύριος. Φησὶ γοῦν αὐτός· "Τί με δέρεις ἄνθρωπον, ὃς τὴν ἀλήθειαν

χωρίς νου, αλλά άνθρωπος. Το λέει και ο ίδιος: Γιατί με χτυπάς, έναν

ὑμῖν λελάληκα;" ᾿Ανέλαβε τοίνυν σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε

άνθρωπο που σας λέει την αλήθεια;. Προσέλαβε, λοιπόν, σάρκα

καὶ νοερᾷ, ἡγεμονικῇ μὲν τῆς σαρκός, ἡγεμονευομένῃ δὲ

εμπλουτισμένη με λογική και νοερή ψυχή, η οποία κυβερνά τη σάρκα, αλλά

ὑπὸ τῆς τοῦ Λόγου θεότητος.  

την ίδια την εξουσιάζει η θεία φύση του Λόγου.

 

Εἶχε μὲν οὖν φυσικῶς καὶ ὡς Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος τὸ θέλειν,

(Ο Χριστός), λοιπόν, σαν Θεός και άνθρωπος, είχε με φυσικό τρόπο

εἵπετο δὲ καὶ ὑπετάσσετο τῷ αὐτοῦ θελήματι τό ἀνθρώπινον

τη θέληση· αλλά η ανθρώπινη φύση του, χωρίς να κινείται αυτόνομα,

μὴ κινούμενον γνώμῃ ἰδίᾳ, ἀλλὰ ταῦτα θέλον, ἃ τὸ θεῖον αὐτοῦ

ακολουθούσε και υποτασσόταν στο (θείο) θέλημά του· ήθελε όσα ήθελε

ἤθελε θέλημα. Παραχωρούσης γὰρ τῆς θείας θελήσεως ἔπασχε

και το θείο θέλημά του. Η θεία θέληση, δηλαδή, επέτρεπε στην ανθρώπινη να

τὰ ἴδια φυσικῶς. ῞Οτε μὲν γὰρ παρῃτεῖτο τὸν θάνατον,

πάσχει με φυσικό τρόπο τα δικά της. Όταν, για παράδειγμα, ήθελε

φυσικῶς τῆς θείας αὐτοῦ θελησάσης θελήσεως καὶ παραχωρησάσης

ν αποφύγει το θάνατο, η θεία του θέληση με φυσικό τρόπο θέλησε

παρῃτήσατο τὸν θάνατον, ἠγωνίασέ τε καὶ ἐδειλίασε.

και παραχώρησε ν αποφύγει το θάνατο· γι αυτό ένιωσε αγωνία και δείλιασε.

Καὶ ὅτε ἤθελεν ἡ θεία αὐτοῦ θέλησις αἱρεῖσθαι τὴν ἀνθρωπίνην

Και όταν η θεία θέληση θέλησε η ανθρώπινη θέλησή του να προτιμήσει

αὐτοῦ θέλησιν τὸν θάνατον, ἑκούσιον αὐτῇ τὸ πάθος ἐγίνετο·

το θάνατο, τότε δέχθηκε εκούσια το πάθος του.

οὐ γὰρ καθὸ Θεὸς μόνον ἑκουσίως ἑαυτὸν παρέδωκεν εἰς θάνατον,

Διότι παράδωσε θεληματικά τον εαυτό του στο θάνατο όχι μόνο σαν Θεός,

ἀλλὰ καὶ καθὸ ἄνθρωπος· ὅθεν τὴν κατὰ τοῦ θανάτου τόλμαν

αλλά και σαν άνθρωπος· γι αυτό και μας χάρισε την τόλμη απέναντι

καὶ ἡμῖν ἐχαρίσατο.

στο θάνατο.

 

Οὕτω γοῦν πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους φησί· "Πάτερ, εἰ δυνατόν,

Έτσι, λίγο πριν από το σωτήριο πάθος του, λέει: Πατέρα μου, αν γίνεται,

παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο"· δηλονότι ὡς ἄνθρωπος

ας αποφύγω να πιω αυτό το (πικρό) ποτήρι· είναι φανερό ότι σαν άνθρωπος

τὸ ποτήριον πίνειν ἔμελλεν, οὐ γὰρ ὡς Θεός. ῾Ως ἄνθρωπος τοίνυν

και όχι σαν Θεός, πρόκειτο να πιεί αυτό το ποτήρι. Σαν άνθρωπος, λοιπόν,

θέλει τὸ ποτήριον παρελθεῖν· ταῦτα τῆς φυσικῆς δειλίας τὰ ῥήματα.

θέλει να το αποφύγει· αυτά τα λόγια δείχνουν τη δειλία της (ανθρωπίνης)

"Πλὴν μὴ τὸ ἐμὸν γινέσθω θέλημα", ἤτοι καθ᾿ ὅ σοῦ ἑτεροούσιός εἰμι,

φύσεως. Παρ όλ αυτά όμως, ας μη γίνει το θέλημά μου, δηλαδή αυτό στο

οποίο είμαι διαφορετικός από σένα στην ουσία (σαν άνθρωπος),

"ἀλλὰ τὸ σὸν" ἤτοι, τὸ ἐμὸν καὶ σόν, καθ᾿ ὅ σοί πέφυκα ὁμοούσιος·

αλλά να γίνει το δικό σου, δηλαδή το δικό μου και δικό σου, διότι

ταῦτα τῆς εὐτολμίας τὰ ῥήματα. Πρότερον γὰρ τῆς φυσικῆς

(σαν Θεός) είμαι ομοούσιος με σένα. Αυτά είναι λόγια τολμηρά.

ἀσθενείας πειραθεῖσα κατ᾿ αἴσθησιν τὴν ἐπὶ τῷ χωρισμῷ

Προηγουμένως, δηλαδή, η ψυχή του Κυρίου αισθάνθηκε το φυσικό φόβο

τοῦ σώματος καὶ φυσικὴν συμπάθειαν παθοῦσα ἡ τοῦ Κυρίου ψυχὴ

για το χωρισμό του σώματος· ένιωθε τη φυσική συμπάθεια προς το σώμα,

ὡς ἀληθῶς ἀνθρώπου γενομένου κατ᾿ εὐδοκίαν αὐτοῦ,

καθώς έγινε πραγματικά άνθρωπος σύμφωνα με τη θέλησή του·

αὖθις τῷ θείῳ νευρωθεῖσα θελήματι τοῦ θανάτου καταθαρρύνεται.

αμέσως μετά, όμως, το θείο θέλημα της έδωσε δύναμη ν αψηφά το θάνατο.

᾿Επειδὴ γὰρ ὁ αὐτὸς ὅλος ἦν Θεὸς μετὰ τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ

Επειδή, δηλαδή, ο ίδιος ήταν όλος Θεός μαζί με την ανθρώπινη φύση του

καὶ ὅλος ἄνθρωπος μετὰ τῆς αὐτοῦ θεότητος, αὐτὸς ὡς ἄνθρωπος

και όλος άνθρωπος με τη θεία φύση του, αυτός σαν άνθρωπος

ἐν ἑαυτῷ καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ ὑπέταξε τὸ ἀνθρώπινον τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ

έκανε στον εαυτό του το ανθρώπινο θέλημα να υπακούσει στο Θεό και

τύπον ἡμῖν ἑαυτὸν ἄριστον καὶ ὑπογραμμὸν διδοὺς καὶ ὑπήκοος

Πατέρα. Έτσι, μας άφησε τον εαυτό του άριστο τύπο και παράδειγμα υπακοής

τῷ Πατρὶ γέγονεν.  

στον Πατέρα.

 

Αὐτεξουσίως δὲ ἤθελε τῷ τε θείῳ καὶ τῷ ἀνθρωπίνῳ θελήματι·

Το θείο μάλιστα και το ανθρώπινο θέλημά του (του Χριστού) επιθυμούσε

πάσῃ γὰρ λογικῇ φύσει πάντως ἐμπέφυκε τὸ αὐτεξούσιον θέλημα.

ελεύθερα· καθώς κάθε λογική ύπαρξη έχει από τη φύση της αυτεξούσιο

Εἰς τί γὰρ ἕξει τὸ λογικὸν μὴ αὐτεξουσίως λογιζομένη; Τὴν μὲν γὰρ

(ελεύθερο) θέλημα. Διότι, τί να το κάνει το λογικό, εάν δεν σκέφτεται

φυσικὴν ὄρεξιν καὶ τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ὁ Δημιουργὸς ἐνέσπειρε

ελεύθερα; Ο Δημιουργός, δηλαδή, έβαλε τη φυσική επιθυμία μέσα στα άλογα

πρὸς σύστασιν τῆς οἰκείας φύσεως αὐτὰ ἄγουσαν· λόγου γὰρ

ζώα, για να τα οδηγεί στην αναπαραγωγή της φύσεώς τους· επειδή όμως

ἀμοιροῦντα οὐ δύναται ἄγειν, ἀλλ᾿ ἄγεται ὑπὸ τῆς φυσικῆς ὀρέξεως.

στερούνται τη λογική, αδυνατούν να εξουσιάζουν και τα εξουσιάζει η φυσική

῞Οθεν ἅμα ἡ ὄρεξις γένηται, εὐθέως καὶ ἡ πρὸς τὴν πρᾶξιν ὁρμή·

επιθυμία. Γι αυτό, μόλις ανάψει η επιθυμία, αμέσως έρχεται και η ορμή για

οὐ γὰρ λόγῳ ἢ βουλῇ ἢ σκέψει ἢ κρίσει κέχρηται. ῞Οθεν οὔτε

την εκπλήρωσή της· (τα άλογα ζώα) δεν κάνουν χρήση του λογικού ή της

ὡς ἀρετὴν μετιόντα ἐπαινεῖται καὶ μακαρίζεται οὔτε ὡς κακίαν

αποφάσεως ή της σκέψεως ή της κρίσεως. Κι έτσι ούτε επαινούνται για την

πράττοντα κολάζεται. ῾Η δὲ λογικὴ φύσις ἔχει μὲν τὴν φυσικὴν ὄρεξιν

αρετή τους ούτε τιμωρούνται για την κακία τους. Η λογική όμως φύση έχει

κινουμένην, ὑπὸ δὲ τοῦ λόγου ἀγομένην τε καὶ ῥυθμιζομένην

βέβαια τη φυσική επιθυμία που την παρακινεί, αλλά, όσοι διατηρούν τη

ἐπὶ τῶν φυλασσόντων τὸ κατὰ φύσιν· τοῦ γὰρ λόγου τὸ προτέρημα

διαγωγή στα όρια της φύσεως, την κατευθύνουν και τη ρυθμίζουν με τη

τοῦτό ἐστιν, ἡ αὐτεξούσιος θέλησις, ἥντινα φυσικὴν ἐν τῷ λογικῷ

λογική. Το προσόν της λογικής είναι αυτό, η αυτεξούσια θέληση, την οποία

φαμεν κίνησιν. Διὸ καὶ ὡς ἀρετὴν μετιοῦσα ἐπαινεῖται

την ονομάζουμε φυσική κίνηση του λογικού όντος. Γι αυτό την επαινούμε

καὶ μακαρίζεται καὶ ὡς κακίαν μετιοῦσα κολάζεται. 

και μακαρίζουμε, όταν επιδιώκει την αρετή και την τιμωρούμε,

όταν επιδιώκει την κακία.

 

῞Ωστε ἤθελε μὲν αὐτεξουσίως κινουμένη ἡ τοῦ Κυρίου ψυχή,

Επομένως, η ψυχή του Κυρίου ήθελε ελεύθερα· ήθελε βέβαια ελεύθερα

ἀλλ᾿ ἐκεῖνα αὐτεξουσίως ἤθελεν, ἃ ἡ θεία αὐτοῦ θέλησις ἤθελε

αυτά που και η θεία θέλησή του επιθυμούσε αυτή να θέλει·

θέλειν αὐτήν· οὐ γὰρ νεύματι τοῦ Λόγου ἡ σὰρξ ἐκινεῖτο (καὶ Μωσῆς

ο Λόγος, δηλαδή, δεν κινούσε τη σάρκα του με νεύμα (σαν μαριονέτα)

γὰρ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι νεύματι θείῳ ἐκινοῦντο), ἀλλ᾿ ὁ αὐτὸς εἷς ὢν

αφού και ο Μωϋσής και όλοι οι Άγιοι με θείο νεύμα κινούνταν,

Θεός τε καὶ ἄνθρωπος κατά τε τὴν θείαν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ἤθελε

αλλά ο ίδιος όντας ένας, και Θεός και άνθρωπος, ήθελε σύμφωνα με τη θεία

θέλησιν. Διὸ οὐ γνώμῃ, φυσικῇ δὲ μᾶλλον δυνάμει αἱ δύο τοῦ Κυρίου

και ανθρώπινη θέλησή του. Έτσι, οι δύο θελήσεις του Κυρίου διέφεραν

θελήσεις διέφερον ἀλλήλων. ῾Η μὲν γὰρ θεία αὐτοῦ θέλησις ἄναρχός

μεταξύ τους όχι στη γνώμη αλλά στη δυνατότητα της φύσεώς τους. Η θεία,   

τε ἦν καὶ παντουργός, ἑπομένην ἔχουσα τὴν δύναμιν καὶ ἀπαθής,

δηλαδή, θέλησή του ήταν άναρχη και δημιουργός όλων, παντοδύναμη και  

ἡ δὲ ἀνθρωπίνη αὐτοῦ θέλησις ἀπὸ χρόνου τε ἤρξατο καὶ αὐτὴ

απαθής· ενώ η ανθρώπινη θέλησή του είχε χρονική αφετηρία και είχε δεχθεί

τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη ὑπέμεινε καὶ φυσικῶς

τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη· δεν ήταν παντοδύναμη στη φύση της,

οὐ παντοδύναμος ἦν, ὡς δὲ τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀληθῶς καὶ κατὰ φύσιν

αλλά, επειδή έγινε φυσικά και πραγματικά θέληση του Θεού Λόγου,

γενομένη καὶ παντοδύναμος.

έγινε και παντοδύναμη.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 63. Περὶ τῆς θεανδρικῆς ἐνεργείας

Για τη θεανδρική ενέργεια. 

 

 

῾Ο μακάριος Διονύσιος "καινήν τινα θεανδρικὴν ἐνέργειαν" φήσας

Ο μακάριος Διονύσιος χαρακτηρίζει το Χριστό, που έζησε μεταξύ μας. ως

τὸν  Χριστὸν "ἡμῖν πεπολιτευμένον", οὐκ ἀναιρῶν τὰς φυσικὰς

κάποια καινούργια θεανδρική ενέργεια· χωρίς να αναιρεί τις φυσικές

ἐνεργείας μίαν ἐνέργειαν ἔκ τε τῆς ἀνθρωπίνης καὶ τῆς θείας

ενέργειες, λέει ότι από την ανθρώπινη και θεία ενέργεια προήλθε μία ενέργεια.

γεγενημένην φησίν οὕτω γὰρ ἂν καὶ μίαν φύσιν εἴποιμεν καινήν,

Παρόμοια θα λέγαμε και για μία καινούργια φύση, που προήλθε

ἐκ θείας τε καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως γεγενημένην· "ὧν γὰρ ἡ ἐνέργεια

από τη θεία και ανθρώπινη φύση· διότι, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες,

μία, τούτων καὶ ἡ οὐσία μία" κατὰ τοὺς ἁγίους πατέρας, ἀλλὰ

όσα έχουν μία ενέργεια, αυτά έχουν και μία ουσία. (Ο μακάριος Διονύσιος)

θέλων δεῖξαι τὸν καινὸν καὶ ἀπόρρητον τρόπον τῆς τῶν φυσικῶν

ήθελε να δείξει τον καινούργιο και ανέκφραστο τρόπο της φανερώσεως

τοῦ Χριστοῦ ἐνεργειῶν ἐκφάνσεως τῷ ἀπορρήτῳ τρόπῳ

των φυσικών ενεργειών του Χριστού με τον ανέκφραστο και πρόσφορο

τῆς εἰς ἄλληλα τῶν Χριστοῦ φύσεων περιχωρήσεως προσφόρως

τρόπο της αλληλοπεριχωρήσεως των φύσεων του Χριστού· να δείξει

καὶ τὴν κατὰ ἄνθρωπον αὐτοῦ πολιτείαν ξένην καὶ παράδοξον

την ξένη, παράδοξη και άγνωστη στη φύση μας ανθρώπινη ζωή του

καὶ τῇ φύσει τῶν ὄντων ἄγνωστον καὶ τὸν τρόπον

καθώς και τον τρόπο της αντιδόσεως (των ιδιοτήτων των φύσεων)

τῆς κατὰ τὴν ἀπόρρητον ἕνωσιν ἀντιδόσεως· οὐ διῃρημένας γάρ

στην ανέκφραστη ένωσή τους. Διότι οι ενέργειες δεν είναι χωρισμένες

φαμεν τὰς ἐνεργείας οὐδὲ διῃρημένως ἐνεργούσας τὰς φύσεις,

ούτε οι φύσεις ενεργούν ξεχωριστά, αλλά ενωμένα·

ἀλλ᾿ ἡνωμένας, ἑκάστην μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας ἐνεργοῦσαν

καθεμία ενεργεί το ιδιαίτερο γνώρισμά της, συμμετέχοντας η μία στη ζωή

τοῦθ᾿ ὅπερ ἴδιον ἔσχηκεν. Οὔτε γὰρ τὰ ἀνθρώπινα ἀνθρωπίνως

της άλλης. Δεν ενεργούσε, δηλαδή, τα ανθρώπινα μόνο με ανθρώπινο τρόπο,

ἐνήργησεν οὐ γὰρ ψιλὸς ἦν ἄνθρωπος οὐδὲ τὰ θεῖα κατὰ Θεὸν

διότι δεν ήταν απλός άνθρωπος· ούτε πάλι τα θεία μόνο με τρόπο θεϊκό,

μόνον οὐ γὰρ ἦν γυμνὸς Θεός, ἀλλὰ Θεὸς ὁμοῦ ὑπάρχων

διότι δεν ήταν απλός άνθρωπος· αλλά ήταν μαζί και Θεός και άνθρωπος.

καὶ ἄνθρωπος. ῞Ωσπερ γὰρ τῶν φύσεων τὴν ἕνωσιν

Όπως δηλαδή γνωρίζουμε την ένωση των φύσεων

καὶ τὴν φυσικὴν διαφορὰν ἐπιστάμεθα, οὕτω καὶ τῶν φυσικῶν

και τη φυσική διαφορά τους, έτσι γνωρίζουμε και τη διαφορά των

θελημάτων τε καὶ ἐνεργειῶν. 

θελήσεων και ενεργειών των (δύο) φύσεων.

 

᾿Ιστέον τοιγαροῦν, ὡς ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ποτὲ μὲν

Πρέπει να γνωρίζουμε, επίσης, ότι αναφερόμαστε στον Κύριό μας Ιησού

ὡς ἐπὶ δύο φύσεων τὸν λόγον ποιούμεθα, ποτὲ δὲ ὡς ἐφ᾿ ἑνὸς

Χριστό άλλοτε σαν να πρόκειται για δύο φύσεις και άλλοτε σαν να πρόκειται

προσώπου, καὶ τοῦτο δὲ κἀκεῖνο εἰς μίαν ἀναφέρεται ἔννοιαν·

για ένα πρόσωπο· και το ένα και το άλλο έχουν την ίδια έννοια. Διότι

αἱ γὰρ δύο φύσεις εἷς ἐστι Χριστός, καὶ ὁ εἷς Χριστὸς δύο φύσεις ἐστί.

οι δύο φύσεις είναι ο ένας Χριστός, και ο ένας Χριστός είναι οι δύο φύσεις.

Ταὐτὸν οὖν ἐστιν εἰπεῖν· ἐνεργεῖ ὁ Χριστὸς καθ᾿ ἑκατέραν τῶν αὐτοῦ

Επομένως, είναι το ίδιο να πει κανείς: ο Χριστός ενεργεί με καθεμία από τις

δύο φύσεων, καὶ ἐνεργεῖ ἑκατέρα φύσις ἐν τῷ Χριστῷ μετὰ τῆς

δύο φύσεις του ή ενεργεί κάθε φύση στο πρόσωπο του Χριστού με συμμετοχή

θατέρου κοινωνίας. Κοινωνεῖ τοίνυν ἡ μὲν θεία φύσις τῇ σαρκὶ

στη ζωή της άλλης. Συμμετέχει, λοιπόν, η θεία φύση στη σάρκα που ενεργεί,

ἐνεργούσῃ διὰ τὸ εὐδοκίᾳ τῆς θείας θελήσεως παραχωρεῖσθαι

επειδή η θεία θέληση τής επιτρέπει να πάσχει και να κάμει τα δικά της

πάσχειν καὶ πράττειν τὰ ἴδια καὶ διὰ τὸ τὴν ἐνέργειαν τῆς σαρκὸς

χαρακτηριστικά, και επειδή η ενέργεια της σάρκας του είναι οπωσδήποτε

πάντως εἶναι σωτήριον, ὅπερ οὐ τῆς ἀνθρωπίνης ἐνεργείας ἐστίν,

σωστική, διότι δεν αποτελεί μόνον ανθρώπινη ενέργεια αλλά και θεία

ἀλλὰ τῆς θείας. ῾Η δὲ σὰρξ τῇ θεότητι τοῦ Λόγου ἐνεργούσῃ διά τε

συνέργεια. Η σάρκα πάλι του Λόγου συμμετέχει στη θεότητά του, επειδή

τὸ ὡς δι᾿ ὀργάνου τοῦ σώματος τὰς θείας ἐκτελεῖσθαι ἐνεργείας

το σώμα σαν όργανο εκτελεί τις θείες ενέργειες και επειδή ένας είναι

καὶ διὰ τὸ ἕνα εἶναι τὸν ἐνεργοῦντα θεϊκῶς τε ἅμα καὶ ἀνθρωπίνως.  

αυτός που ενεργεί ταυτόχρονα με θεϊκό και ανθρώπινο τρόπο.

 

Εἰδέναι γὰρ χρή, ὡς ὁ ἅγιος αὐτοῦ νοῦς καὶ τὰς φυσικὰς αὐτοῦ

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι ο άγιος νους του (του Χριστού) ενεργεί

ἐνεργεῖ ἐνεργείας, νοῶν καὶ γινώσκων, ὅτι ἐστὶ Θεοῦ νοῦς

και τις φυσικές του ενέργειες, με τη σκέψη και τη γνώση ότι είναι νους του

καὶ ὅτι ὑπὸ πάσης προσκυνεῖται τῆς κτίσεως, καὶ μεμνημένος

Θεού και ότι όλη η κτίση τον προσκυνά· θυμάται τη διαμονή του

τῶν ἐπὶ τῆς γῆς αὐτοῦ διατριβῶν τε καὶ παθῶν, κοινωνεῖ δὲ

πάνω στη γη και τα πάθη του, και συμμετέχει στη θεότητα του Λόγου

ἐνεργούσῃ τῇ τοῦ Λόγου θεότητι καὶ διεπούσῃ καὶ κυβερνώσῃ

που ενεργεί, διευθετεί και κυβερνά το παν.

τὸ πᾶν, νοῶν καὶ γινώσκων καὶ διέπων οὐχ ὡς ψιλὸς

Σκέφτεται και γνωρίζει και κυβερνά όχι σαν απλός ανθρώπινος νους,

ἀνθρώπου νοῦς, ἀλλ᾿ ὡς Θεῷ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένος

αλλά σαν νους που ενώθηκε υποστατικά με το Θεό

καὶ Θεοῦ νοῦς χρηματίσας.  

και έγινε νους του Θεού.

 

Τοῦτο οὖν δηλοῖ ἡ θεανδρικὴ ἐνέργεια, ὅτι ἀνδρωθέντος Θεοῦ,

Η θεανδρική ενέργεια, λοιπόν, φανερώνει το εξής, ότι όταν ο Θεός

ἤγουν ἐνανθρωπήσαντος, καὶ ἡ ἀνθρωπίνη αὐτοῦ ἐνέργεια θεία ἦν,

ανδρώθηκε, δηλαδή ενανθρώπησε, και η ανθρώπινη του ενέργεια έγινε θεία,

ἤγουν τεθεωμένη καὶ οὐκ ἄμοιρος τῆς θείας αὐτοῦ ἐνεργείας

δηλαδή θεωμένη και όχι αμέτοχη στη θεία του ενέργεια·

καὶ ἡ θεία αὐτοῦ ἐνέργεια οὐκ ἄμοιρος τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ

και η θεία του ενέργεια πάλι δεν ήταν αμέτοχη στην ανθρώπινη ενέργειά του,

ἐνεργείας, ἀλλ᾿ ἑκατέρα σὺν τῇ ἑτέρᾳ θεωρουμένη. Λέγεται δὲ

αλλά η καθεμία συμμετείχε στην άλλη. Ο τρόπος αυτός λέγεται

ὁ τρόπος οὗτος περίφρασις, ὅταν τις δύο τινὰ διὰ μιᾶς περιλάβῃ

περίφραση, όταν δηλαδή κάποιος με μία λέξη περιλάβει δύο έννοιες.

λέξεως. ῞Ωσπερ γὰρ μίαν τὴν τετμημένην καῦσιν λέγομεν

Διότι, όπως ακριβώς λέμε ότι το κομμένο κάψιμο και το καμμένο κόψιμο

καὶ τὴν κεκαυμένην τομὴν τῆς πεπυρακτωμένης μαχαίρας, ἄλλην δὲ

του πυρακτωμένου μαχαιριού είναι ένα, και λέμε επίσης

ἐνέργειάν φαμεν τὴν τομὴν καὶ ἄλλην τὴν καῦσιν, καὶ ἄλλης

άλλη ενέργεια το κόψιμο και άλλη το κάψιμο, και το καθένα ανήκει

καὶ ἄλλης φύσεως, τοῦ μὲν πυρὸς τὴν καῦσιν, τοῦ δὲ σιδήρου

σε διαφορετική φύση το κάψιμο στη φωτιά ενώ το κόψιμο στο σίδηρο,

τὴν τομήν, οὕτω καί μίαν τοῦ Χριστοῦ θεανδρικὴν ἐνέργειαν

έτσι και όταν λέμε ότι η θεανδρική ενέργεια του Χριστού είναι μία,

λέγοντες δύο τὰς ἐνεργείας νοοῦμεν τῶν δύο φύσεων αὐτοῦ,

εννοούμε τις δύο ενέργειες των δύο φύσεών του,

τῆς μὲν θεότητος αὐτοῦ τὴν θείαν, τῆς δέ ἀνθρωπότητος αὐτοῦ

δηλαδή τη θεία ενέργεια που ανήκει στη θεότητά του και την ανθρώπινη

τὴν ἀνθρωπίνην ἐνέργειαν.

που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση του.

 

 


 

 
||
 
13η σελίδα
 

Για να επικοινωνήσετε μαζί μας, κάντε αριστερό κλικ με το ποντίκι σας εδώ.

 

Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας

 

Επιστροφή στο κεντρικό μενού.