Ὀρθόδοξη Θεολογία

 
Έκδοσις ακριβὴς της ορθοδόξου πίστεως.

του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

 
 
 
 
 
19η σελίδα
 
||

Τὴν οὖν παραχώρησιν αὐτοῦ ὡς ἐνέργειαν καὶ ποίησιν αὐτοῦ

Η Αγία Γραφή, λοιπόν, συνηθίζει να χαρακτηρίζει την παραχώρηση του Θεού

λέγειν σύνηθες τῇ θείᾳ Γραφῇ. ᾿Αλλὰ μὴν καὶ ὅτε φησὶ "τὸν Θεὸν

ως ενέργεια και έργο του. Και μάλιστα όταν λέει, ο Θεός φτιάχνει τα κακά

κτίζειν κακὰ καὶ μὴ εἶναι ἐν πόλει κακίαν, ἣν ὁ Κύριος οὐκ ἐποίησεν",

και δεν υπάρχει κακία στην πόλη, την οποία να μην την έφτιαξε ο Θεός,

οὐ κακῶν αἴτιον τὸν Θεὸν δείκνυσιν, ἀλλ᾿, ἐπειδὴ δισέμφατον

δε σημαίνει αυτό το πράγμα ότι ο Θεός είναι αίτιος των κακών, επειδή

τὸ τῆς κακίας ὄνομα, δύο σημαῖνον· ποτὲ μὲν γὰρ τὸ τῇ φύσει κακὸν

το όνομα της κακίας εκφράζει δύο πράγματα και έχει δύο σημασίες· άλλοτε,

δηλοῖ, ὅπερ ἐναντίον ἐστὶ τῇ ἀρετῇ καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ θελήσει,

δηλαδή, σημαίνει το φυσικό κακό, το οποίο είναι αντίθετο στην αρετή και

ποτὲ δὲ τὸ πρὸς τὴν ἡμετέραν αἴσθησιν κακὸν καὶ ἐπίπονον,

τη θέληση του Θεού, και άλλοτε σημαίνει την κακία και ταλαιπωρία

ἤγουν τὰς θλίψεις καὶ ἐπαγωγάς. Αὗται δὲ τῷ μὲν δοκεῖν κακαί εἰσιν

σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, δηλαδή τις θλίψεις και κακουχίες. Αυτές,

ἀλγειναὶ τυγχάνουσαι, τῇ δὲ ἀληθείᾳ ἀγαθαί· ἐπιστροφῆς γὰρ

λοιπόν, φαινομενικά αποτελούν κακίες, επειδή είναι οδυνηρές, ενώ στην

καὶ σωτηρίας γίνονται τοῖς συνιοῦσι πρόξενοι· ταύτας διὰ Θεοῦ

πραγματικότητα βγαίνουν σε καλό· διότι γίνονται αιτία επιστροφής και

γίνεσθαί φησιν ἡ Γραφή. 

σωτηρίας σ αυτούς που τις δοκιμάζουν. Η Γραφή λέει ότι αυτές οι θλίψεις

γίνονται με παραχώρηση Θεού.

 

᾿Ιστέον δέ, ὡς καὶ τούτων ἡμεῖς ἐσμεν αἴτιοι· τῶν γὰρ ἑκουσίων

Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι εμείς είμαστε αίτιοι και αυτών· διότι

κακῶν τὰ ἀκούσιά εἰσιν ἔκγονα.

τα αθέλητα κακά προκαλούν και αυτά (κακά) που έρχονται με τη θέλησή μας.

 

Καὶ τοῦτο δὲ ἰστέον, ὅτι ἔθος τῇ Γραφῇ τινα ἐκβατικῶς ὀφείλοντα

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε και το εξής, ότι η Αγία Γραφή συνηθίζει

λέγεσθαι αἰτιολογικῶς λέγειν, ὡς τὸ "σοὶ μόνῳ ἥμαρτον

ορισμένα που επιβάλλεται να λέγονται ως αποτέλεσμα, να τα λέει ως αιτία,

καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς

όπως το (χωρίο) μπροστά σου μόνο αμαρτάνω και κάνω το πονηρό,

ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε"·

για να εκπληρωθούν τα λόγια σου και να δικαιωθούν οι κρίσεις σου·

οὐ γὰρ ὁ ἁμαρτήσας, ἵνα νικήσῃ ὁ Θεός, ἥμαρτεν,

δεν αμάρτησε ο αμαρτωλός, για να δικαιωθεί με τη νίκη του ο Θεός,

οὔτε δὲ ὁ Θεὸς ἐδεῖτο τῆς ἡμῶν ἁμαρτίας, ἵνα ἐκ ταύτης νικητὴς

ούτε πάλι ο Θεός εξαρτόταν από τη δική μας αμαρτία, για να βγει απ αυτήν

ἀναφανῇ· φέρει γὰρ ἀσυγκρίτως κατὰ πάντων

νικητής. Διότι χωρίς σύγκριση η δόξα της νίκης του ανήκει περισσότερο

καὶ μὴ ἁμαρτανόντων τὰ νικητήρια δημιουργὸς ὢν

απ όλους, ακόμη κι απ αυτούς που δεν αμάρτησαν, επειδή είναι

καὶ ἀκατάληπτος καὶ ἄκτιστος καὶ φυσικὴν ἔχων τὴν δόξαν

ο Δημιουργός, ακατάληπτος, άκτιστος και έχει τη δόξα από τη φύση του

καὶ οὐκ ἐπίκτητον· ἀλλ᾿ ὅτι ἡμῶν ἁμαρτανόντων οὐκ ἄδικός ἐστιν

και όχι ως απόκτημα. Διότι αποδεικνύεται νικητής της κακίας μας·

ἐπιφέρων τὴν ὀργὴν καὶ μετανοοῦσι συγχωρῶν,

και όταν εμείς αμαρτάνουμε, δεν είναι άδικος που οργίζεται εναντίον μας·

νικητὴς τῆς ἡμετέρας κακίας ἀναδείκνυται. Οὐκ ἐπὶ τούτῳ δὲ

και όταν μετανοούμε, μας συγχωρεί. Και εμείς βέβαια

ἡμεῖς ἁμαρτάνομεν, ἀλλ᾿ ὅτι οὕτως ἀποβαίνει τὸ πρᾶγμα,

δεν αμαρτάνουμε σκόπιμα, αλλά διότι έτσι συμβαίνουν τα πράγματα·

ὥσπερ, ἐὰν κάθηταί τις ἐργαζόμενος, φίλος δέ τις ἐπιστῇ, φησίν,

όπως ακριβώς, αν αναπαύεται κανείς από την εργασία του, και έλθει κάποιος

ὅτι, ἵνα μηδὲ σήμερον ἐργάσωμαι, παρεγένετο ὁ φίλος.

φίλος του, λέει ότι ήλθε φίλος και δεν θα εργασθώ σήμερα.

῾Ο μὲν οὖν φίλος οὐχ, ἵνα μὴ ἐργάσηται, παρεγένετο,

Ο φίλος βέβαια δεν ήλθε, για να μην εργασθεί, αλλά έτσι συνέπεσε·

οὕτω δὲ ἀπέβη· ἀσχολούμενος γὰρ περὶ τὴν τοῦ φίλου ὑποδοχὴν

και επειδή ασχολείται με τη φιλοξενία του φίλου, δεν εργάζεται.

οὐκ ἐργάζεται. Λέγεται δὲ ταῦτα ἐκβατικά, ὅτι οὕτως ἀποβαίνουσι

Και αυτά λέγονται σύμφωνα με το αποτέλεσμα, διότι έτσι τα πράγματα

τὰ πράγματα. Οὐ θέλει δὲ ὁ Θεὸς μόνος εἶναι δίκαιος,

καταλήγουν. Ο Θεός όμως δεν επιθυμεί να είναι ο μόνος δίκαιος,

ἀλλὰ πάντας ὁμοιοῦσθαι αὐτῷ κατὰ δύναμιν.   

αλλά όλοι, κατά δύναμη, να του ομοιάσουν.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 93. ῞Οτι οὐ δύο ἀρχαί

Ότι δεν υπάρχουν δύο αρχές.

 

 

῞Οτι οὐ δύο ἀρχαί, μία ἀγαθὴ καὶ μία πονηρά, ἐντεῦθεν εἰσόμεθα·

Θα μάθουμε από το εξής, ότι δεν υπάρχουν δύο αρχές, μία αγαθή και μία

ἐναντία γὰρ ἀλλήλοις τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ πονηρὸν καὶ ἀλλήλων

πονηρή: διότι το αγαθό και το πονηρό είναι αντίθετα μεταξύ τους, και το ένα

φθαρτικὰ καὶ ἐν ἀλλήλοις ἢ σὺν ἀλλήλοις οὐχ ὑφιστάμενα. ᾿Εν μέρει

καταστρέφει το άλλο, και δεν υπάρχουν το ένα μέσα στο άλλο ούτε

τοίνυν τούτων ἕκαστον ἔσται τοῦ παντός. Καὶ πρῶτον μὲν

συνυπάρχουν. Γι αυτό το καθένα απ αυτά θα υπάρχει σ ενα μόνο μέρος

περιγραφήσονται οὐχ ὑπὸ τοῦ παντὸς μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ μέρους

από το όλο. Και πρώτα βέβαια το καθένα απ αυτά θα οριστεί όχι μόνον

τοῦ παντὸς τούτων ἕκαστον. 

από το όλο, αλλά από το ένα μέρος του όλου.

 

῎Επειτα τίς ὁ τὴν χώραν ἑκάστῳ ἀποτεμόμενος; Οὐ γὰρ ἀλλήλοις

Έπειτα, ποιός είναι αυτός που καθορίζει την περιοχή του καθενός; Διότι δεν

συνενεχθῆναι καὶ συμβιβασθῆναι φήσουσιν, ἐπεὶ οὐ κακὸν τὸ κακὸν

θα πουν ότι συγκρούσθηκαν μεταξύ τους και συμφιλιώθηκαν, επειδή το κακό

εἰρήνην ἄγον πρὸς τὸ ἀγαθόν τε συμβιβαζόμενον, οὐδ᾿ ἀγαθὸν

παύει να είναι κακό, όταν ειρηνεύει και συμφιλιώνεται με το αγαθό· και το

τὸ ἀγαθὸν πρὸς τὸ κακὸν φιλικῶς διακείμενον. Εἰ δὲ ἕτερος ὁ τούτων

αγαθό παύει να είναι αγαθό, αν συμφιλιώνεται με το κακό. Αν όμως αυτός

ἑκάστῳ τὴν οἰκείαν ἀφώρισε διατριβήν, ἐκεῖνος μᾶλλον ἔσται Θεός.

που καθόρισε για τον καθένα απ αυτά την περιοχή του είναι άλλος, εκείνος

μάλλον είναι ο Θεός.

 

᾿Ανάγκη δὲ καὶ δυοῖν θάτερον ἢ ἅπτεσθαι καὶ φθείρειν ἀλλήλους

Είναι υποχρεωτικό να συμβαίνει το ένα από τα δύο: ή να σχετίζονται και

ἢ εἶναί τι μέσον, ἐν ᾧ οὐδὲ τὸ ἀγαθὸν οὐδὲ τὸ κακὸν ἔσται,

να καταστρέφει το ένα το άλλο ή να υπάρχει κάτι ενδιάμεσο στο οποίο δεν

ὥσπερ τι διάφραγμα διεῖργον ἐξ ἀλλήλων ἀμφότερα.

θα υπάρχει ούτε αγαθό ούτε το κακό, όπως ακριβώς κάποιο διάφραγμα που

Καὶ οὐκέτι δύο, ἀλλὰ τρεῖς ἀρχαὶ ἔσονται. 

διαχωρίζει και τα δύο μεταξύ τους. Και έτσι δεν θα υπάρχουν δύο

αλλά τρεις αρχές.

 

᾿Ανάγκη δὲ καὶ τούτων τὸ ἕτερον ἢ εἰρηνεύειν, ὅπερ τὸ κακὸν

Είναι ακόμη ανάγκη και το ένα απ αυτά ή να ειρηνεύει, πράγμα το οποίο δεν

οὐ δύναται τὸ γὰρ εἰρηνεῦον οὐ κακόν, ἢ μάχεσθαι,

μπορεί να το κάνει το κακό διότι αυτό που ειρηνεύει δεν είναι κακό ή να

ὅπερ τὸ ἀγαθὸν οὐ δύναται τὸ γὰρ μαχόμενον οὐ τελέως ἀγαθόν,

πολεμά, πράγμα που το αγαθό δεν μπορεί να το κάνει διότι αυτό που πολεμά

ἢ τὸ μὲν κακὸν μάχεσθαι, τὸ δὲ ἀγαθὸν μὴ ἀντιμάχεσθαι,

δεν είναι τελείως αγαθό· ή το μεν κακό να πολεμά και το αγαθό να μην

ἀλλ᾿ ὑπὸ τοῦ κακοῦ φθείρεσθαι, ἢ ἀεί λυπεῖσθαι καὶ κακοῦσθαι,

ανταποδίδει τον πόλεμο, αλλά να καταστρέφεται από το κακό ή διαρκώς να

ὅπερ οὐ τοῦ ἀγαθοῦ γνώρισμα. Μία τοίνυν ἀρχὴ ἀγαθὴ

λυπάται και να κακοπαθεί, πράγμα που δεν είναι γνώρισμα του αγαθού. Διότι

πάσης κακίας ἀπηλλαγμένη. 

μία αρχή του αγαθού υπάρχει, η οποία είναι ελεύθερη από κάθε κακία.

 

᾿Αλλ᾿ εἰ τοῦτο, φασί, πόθεν τὸ κακόν; ᾿Αμήχανον γὰρ ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ

Αλλά, ρωτούν, αν συμβαίνει αυτό, από που προέρχεται το κακό; Διότι είναι

τὸ κακὸν ἔχειν τὴν γένεσιν. Φαμὲν οὖν, ὅτι τὸ κακὸν οὐδὲν ἕτερόν

αδύνατο να δημιουργηθεί το κακό από το αγαθό. Λέμε, λοιπόν, ότι το κακό

ἐστιν εἰ μὴ τοῦ ἀγαθοῦ στέρησις καὶ ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν

δεν τίποτε άλλο παρά στέρηση του αγαθού και παρεκτροπή από τη φυσική

εἰς τὸ παρὰ φύσιν παρατροπή· οὐδὲν γὰρ κακὸν κατὰ φύσιν.

κατάσταση στην παρά φύση· διότι κανένα κακό δεν αποτελεί φυσική

Πάντα γάρ, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός, καλὰ λίαν, καθὸ γέγονεν.

κατάσταση. Όλα, δηλαδή, όσα ο Θεός δημιούργησε είναι πολύ καλά,

Οὕτω τοίνυν μένοντα, καθὼς ἔκτισται, "καλὰ λίαν εἰσίν",

σύμφωνα με το δημιουργικό τους σκοπό. Αν, λοιπόν, παραμένουν έτσι,

ἑκουσίως δὲ ἀνεκφοιτῶντα ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν καὶ εἰς τὸ παρὰ φύσιν

όπως δημιουργήθηκαν, είναι πολύ καλά· αν όμως απομακρυνθούν με τη

ἐρχόμενα, ἐν τῷ κακῷ γίνονται.  

θέλησή τους από τη φυσική κατάσταση και έλθουν στο παρά φύση,

καταλήγουν στο κακό.

 

Κατὰ φύσιν μὲν οὖν πάντα δοῦλα καὶ ὑπήκοα τοῦ Δημιουργοῦ.

Στην κατά φύση βέβαια κατάσταση όλα είναι υπόδουλα και υπάκουα

῞Οταν οὖν ἑκουσίως τι τῶν κτισμάτων ἀφηνιάσῃ καὶ παρήκοον

στο Δημιουργό. Όταν, λοιπόν, με τη θέλησή του κάποιο δημιούργημα

τοῦ ποιήσαντος αὐτὸ γένηται, ἐν ἑαυτῷ συνεστήσατο τὴν κακίαν·

επαναστατήσει και παρακούσει στο δημιουργό του, σχηματίζει μέσα του

κακία γὰρ οὐκ οὐσία τίς ἐστιν, οὐδὲ οὐσίας ἰδίωμα, ἀλλὰ συμβεβηκὸς,

την κακία· η κακία, δηλαδή, δεν είναι κάποια ουσία, ούτε χαρακτηριστικό

ἤτοι ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἑκούσιος παρατροπή,

κάποιας υπάρξεως, αλλά είναι κάποιο συμβάν, δηλαδή θεληματική εκτροπή

ὅπερ ἐστὶν ἡ ἁμαρτία.  

από τη φυσική στην παρά φύση κατάσταση, πράγμα που είναι η αμαρτία.

 

Πόθεν οὖν ἡ ἁμαρτία; Τῆς αὐτεξουσίου γνώμης τοῦ Διαβόλου

Από πού, λοιπόν, προήλθε η αμαρτία; Είναι εφεύρημα της αυτεξούσιας

εὕρημα. Κακὸς οὖν ὁ Διάβολος; Καθὸ μὲν γέγονεν, οὐ κακός,

γνώμης του Διαβόλου. Είναι, δηλαδή, ο Διάβολος κακός; Σύμφωνα με τη

ἀλλ᾿ ἀγαθός· ἄγγελος γὰρ λαμπρὸς καὶ φωτεινὸς

δημιουργία του δεν είναι κακός αλλά καλός· διότι ο Δημιουργός τον έπλασε

ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἔκτισται, αὐτεξούσιος ὡς λογικός, ἑκουσίως τε

λαμπρό και φωτεινό άγγελο, αυτεξούσιο ως λογικό ον· με τη θέλησή του

τῆς κατὰ φύσιν ἀρετῆς ἀπεφοίτησε καὶ ἐν τῷ ζόφῳ τῆς κακίας

όμως εγκατάλειψε τη φυσική αρετή και έπεσε στο σκοτάδι της κακίας, 

γέγονε, Θεοῦ μακρυνθεὶς τοῦ μόνου ἀγαθοῦ καὶ φωτοποιοῦ·

με την απομάκρυνσή του από το μόνο αγαθό και φωτοποιό Θεό.

ἐξ αὐτοῦ γὰρ πᾶν ἀγαθὸν ἀγαθύνεται, καὶ καθόσον ἐξ αὐτοῦ

Διότι απ Αυτόν προέρχεται κάθε αγαθό, και ανάλογα όποιος με την απόφασή

μακρύνεται γνώμῃ (οὐ γὰρ τόπῳ), ἐν τῷ κακῷ γέγονεν.

του (και όχι τοπικά) απομακρύνεται απ Αυτόν, πέφτει στο κακό.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 94. Τίνος ἕνεκεν προγινώσκων ὁ Θεὸς τοὺς ἁμαρτάνειν

Για ποιό λόγο, αν και ο Θεός γνώριζε εκ των προτέρων ότι αυτοί επρόκειτο

καὶ μὴ μετανοεῖν μέλλοντας ἔκτισεν. 

να αμαρτήσουν και να μη μετανοήσουν, τους δημιούργησε.

 

 

῾Ο Θεὸς δι᾿ ἀγαθότητα ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παράγει

Ο Θεός από καλωσύνη δημιουργεί τα όντα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη

τὰ γινόμενα καὶ τῶν ἐσομένων προγνώστης ἐστίν. Εἰ μὲν οὖν

και προγνωρίζει αυτά που θα συμβούν. Αν, βέβαια, δεν επρόκειτο

μὴ ἔμελλον ἔσεσθαι, οὐδ᾿ ἂν κακοὶ ἔμελλον ἔσεσθαι,

να υπάρχουν, ούτε κακοί επρόκειτο να γίνουν και ούτε θα είχε γίνει

οὐδ᾿ ἂν προεγινώσκοντο. Τῶν γὰρ ὄντων αἱ γνώσεις,

η πρόβλεψη της δημιουργίας τους. Διότι οι γνώσεις αφορούν σε ό,τι υπάρχει

καὶ τῶν πάντως ἐσομένων αἱ προγνώσεις· πρῶτον γὰρ τὸ εἶναι,

και οι προγνώσεις σε ό,τι θα υπάρξει· προηγείται, δηλαδή, η ύπαρξη,

καὶ τότε τὸ καλὸν ἢ κακὸν εἶναι. Εἰ δὲ μέλλοντας ἔσεσθαι

και ακολουθεί η καλή ή κακή ύπαρξη. Εάν όμως (τα όντα) επρόκειτο

διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα τὸ κακοὺς ἐξ οἰκείας προαιρέσεως

να δημιουργηθούν από την αγαθότητα του Θεού αλλά κατόπιν θα γίνονταν

μέλλειν ἔσεσθαι ἐκώλυσεν αὐτοὺς γενέσθαι, τὸ κακὸν ἐνίκα ἂν

κακοί εξαιτίας της δικής τους θελήσεως, και γι αυτό το λόγο ο Θεός

τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα.  Ποιεῖ τοιγαροῦν ὁ Θεὸς ἀγαθὰ ἅπαντα,

αρνούνταν να τα δημιουργήσει, τότε το κακό θα νικούσε την αγαθότητα

ἃ ποιεῖ· ἕκαστος δὲ ἐξ οἰκείας προαιρέσεως καλός τε καὶ κακὸς

του Θεού. Ο Θεός, όμως, πλάθει αγαθά όλα τα όντα που δημιουργεί·

γίνεται.

και καθένας με τη δική του θέληση γίνεται καλός ή κακός.

 

Εἰ καὶ τοίνυν ἔφη ὁ Κύριος· "Συνέφερε τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ,

Μολονότι είπε ο Κύριος, συνέφερε σ εκείνον τον άνθρωπο

εἰ οὐκ ἐγεννήθη", οὐ τὴν οἰκείαν κτίσιν κακίζων ἔλεγεν,

να μη γεννιόταν, το έλεγε όχι επικρίνοντας το δημιούργημά του,

ἀλλὰ τὴν ἐξ οἰκείας προαιρέσεως καὶ ῥαθυμίας ἐπιγενομένην

αλλά επέκρινε την κακία που προστέθηκε στο πλάσμα του, εξαιτίας της

τῷ κτίσματι αὐτοῦ κακίαν. ῾Η γὰρ τῆς οἰκείας γνώμης ῥαθυμία

θελήσεως και ραθυμίας του. Διότι η ραθυμία της γνώμης του πλάσματος

ἄχρηστον αὐτῷ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ εὐεργεσίαν ἐποίησεν,

αχρήστευσε την ευεργεσία του Δημιουργού, όπως ακριβώς συμβαίνει

ὥσπερ ἄν, εἴ τις πλοῦτον καὶ ἀρχὴν παρὰ βασιλέως ἐγχειρισθεὶς

με κάποιον που, ενώ ο βασιλιάς του έδωσε πλούτο και εξουσία, αυτός

τυραννήσει τὸν εὐεργέτην, ὃν ἀξίως χειρωσάμενος τιμωρήσεται,

φέρεται αχάριστα στον ευεργέτη· (ο βασιλιάς) αυτόν θα τον δέσει και θα τον

εἰ μέχρι τέλους τῇ τυραννίδι κατίδοι τοῦτον ἐναπομένοντα.

τιμωρήσει, αν τον δει μέχρι τέλος να παραμένει στην εξουσία του τυράννου.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 95. Περὶ νόμου Θεοῦ καὶ νόμου ἁμαρτίας

Σχετικά με το νόμο του Θεού και το νόμο της αμαρτίας.

 

 

᾿Αγαθὸν τὸ θεῖον καὶ ὑπεράγαθον, καὶ τὸ τούτου θέλημα·

Το θείο είναι αγαθό και υπεράγαθο, και το θέλημά του επίσης·

τοῦτο γὰρ ἀγαθόν, ὅπερ ὁ Θεὸς βούλεται. Νόμος δέ ἐστιν ἡ τοῦτο

διότι αγαθό είναι όποιο θέλει ο Θεός. Και η εντολή που το διδάσκει αποτελεί

διδάσκουσα ἐντολή, ἵν᾿ ἐν αὐτῷ μένοντες ἐν φωτὶ ὦμεν.

νόμο, ώστε, τηρώντας το θέλημά του, μένουμε μέσα στο φως.

῟Ης ἐντολῆς ἡ παράβασις ἁμαρτία ἐστίν. Αὕτη δὲ

Και η παράβαση αυτής της εντολής είναι αμαρτία. Αυτή (η αμαρτία)

διὰ τῆς τοῦ Διαβόλου προσβολῆς καὶ τῆς ἡμετέρας ἀβιάστου

συνίσταται από την επίθεση του Διαβόλου και από τη δική μας

καὶ ἑκουσίου παραδοχῆς συνίσταται· λέγεται δὲ καὶ αὕτη νόμος. 

αβίαστη και θεληματική αποδοχή· και αυτή μάλιστα ονομάζεται νόμος.

 

᾿Επιβαίνων οὖν ὁ τοῦ Θεοῦ νόμος τῷ νῷ ἡμῶν ἐφέλκεται

Ο νόμος του Θεού, λοιπόν, κυριαρχώντας πάνω στο νου μας, τον ελκύει

πρὸς ἑαυτὸν καὶ νύττει τὴν ἡμετέραν συνείδησιν. Λέγεται δὲ

προς τον εαυτό του και παροτρύνει τη συνείδησή μας. Και η συνείδησή μας

καὶ ἡ ἡμετέρα συνείδησις νόμος τοῦ νοὸς ἡμῶν. Καὶ ἡ προσβολὴ δὲ

μάλιστα λέγεται νόμος του νου μας. Και η επίθεση του πονηρού πάλι,

τοῦ πονηροῦ, τουτέστιν ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας, ἐπιβαίνων

δηλαδή ο νόμος της αμαρτίας, κυριαρχεί

τοῖς μέλεσι τῆς σαρκὸς ἡμῶν δι᾿ αὐτῆς ἡμῖν προσβάλλει. ῞Απαξ γὰρ

πάνω στα μέλη της σάρκας μας και μέσω αυτής μας επιτίθεται.

παραβάντες ἑκουσίως τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσβολὴν

Διότι, αν παραβούμε μια φορά το νόμο του Θεού και συγκατατεθούμε

τοῦ πονηροῦ παραδεξάμενοι ἐδώκαμεν αὐτῇ εἴσοδον,

στην επίθεση του πονηρού, ανοίξαμε το δρόμο στην αμαρτία και της

πραθέντες ὑφ᾿ ἑαυτῶν τῇ ἁμαρτίᾳ. ῞Οθεν ἑτοίμως ἄγεται τὸ σῶμα

πουλήσαμε δούλο τον εαυτό μας. Γι αυτό, το σώμα μας με προθυμία

ἡμῶν πρὸς αὐτήν. Λέγεται οὖν καὶ ἡ ἐναποκειμένη τῷ σώματι ἡμῶν

οδηγείται προς αυτήν. Ακόμη η μυρουδιά και η αίσθηση της αμαρτίας

ὀσμὴ καὶ αἴσθησις τῆς ἁμαρτίας, ἤτοι ἐπιθυμία καὶ ἡδονὴ

που υπάρχει στο σώμα μας, δηλαδή η επιθυμία και η ηδονή του σώματος,

τοῦ σώματος, νόμος ἐν τοῖς μέλεσι τῆς σαρκὸς ἡμῶν. 

ονομάζεται νόμος που υπάρχει στα μέλη της σάρκας μας.

 

῾Ο μὲν οὖν νόμος τοῦ νοός μου, ἤτοι ἡ συνείδησις, συνήδεται

Ο νόμος, λοιπόν, του νου, δηλαδή η συνείδηση, ευχαριστείται

τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τῇ ἐντολῇ καὶ ταύτην θέλει. ῾Ο δὲ νόμος

με το νόμο του Θεού, δηλαδή με την εντολή, και αυτήν θέλει. Ο νόμος όμως

τῆς ἁμαρτίας, ἤτοι ἡ προσβολὴ, διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐν τοῖς μέλεσιν,

της αμαρτίας, δηλαδή η επίθεση (του διαβόλου), με το νόμο που κυριαρχεί

ἤτοι τῆς τοῦ σώματος ἐπιθυμίας καὶ ῥοπῆς καὶ κινήσεως

στα μέλη (του σώματος), δηλαδή με την επιθυμία, τη ροπή και τη κίνηση του

καὶ τοῦ ἀλόγου μέρους τῆς ψυχῆς, ἀντιστρατεύεται τῷ νόμῳ

του σώματος και του αλόγου μέρους της ψυχής, πολεμά το νόμο

τοῦ νοός μου, τουτέστι τῇ συνειδήσει, καὶ αἰχμαλωτίζει με

του νου μου εννοώ τη συνείδηση και με αιχμαλωτίζει·

καὶ θέλοντα τὸν τοῦ Θεοῦ νόμον καὶ ἀγαπῶντα καὶ μὴ θέλοντα

και ενώ θέλω και αγαπώ το νόμο του Θεού και δεν θέλω

τὴν ἁμαρτίαν κατὰ ἀνάκρασιν διὰ τε τοῦ λείου τῆς ἡδονῆς

την αμαρτία, σύμφωνα με την εξέταση, με τη γλυκύτητα της ηδονής

καὶ τῆς τοῦ σώματος ἐπιθυμίας καὶ τοῦ ἀλόγου μέρους τῆς ψυχῆς,

και την επιθυμία του σώματος και του αλόγου μέρους της ψυχής,

ὡς ἔφην, πλανᾷ καὶ πείθει δουλεῦσαι τῇ ἁμαρτίᾳ· ἀλλ᾿ "ὁ Θεὸς

όπως είπα, με αποπλανά και με πείθει να διαπράξω την αμαρτία. Ο Θεός,

τὸ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει ὁ νόμος διὰ τῆς σαρκός,

όμως, την αδυναμία του νόμου, επειδή ο νόμος εξαιτίας της σάρκας ήταν

πέμψας τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας"

ασθενής, αποστέλλοντας τον Υιό του σε ομοίωμα της αμαρτωλής σάρκας

σάρκα μὲν γὰρ ἀνέλαβεν, ἁμαρτίαν δὲ οὐδαμῶς, "κατέκρινε

πήρε δηλαδή τη σάρκα, όχι όμως την αμαρτία καταδίκασε την αμαρτία

τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί, ἵνα τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ

στη σάρκα, για να εκπληρωθεί η δίκαιη απαίτηση του νόμου σ αυτούς

ἐν τοῖς μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ Πνεῦμα.

που δεν βαδίζουν σύμφωνα με τη σάρκα αλλά σύμφωνα με το Πνεύμα.

Τὸ γὰρ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῶν"

Διότι το Πνεύμα μας βοηθάει στην αδυναμία μας

καὶ παρέχει δύναμιν τῷ νόμῳ τοῦ νοὸς ἡμῶν κατὰ τοῦ νόμου

και δίνει τη δύναμη στο νόμο του νου μας να στραφεί εναντίον του νόμου

τοῦ ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν. Τὸ γὰρ "τί προσευξώμεθα, καθὸ δεῖ,

των μελών της σάρκας μας. Διότι το χωρίο δεν ξέρουμε τί να

οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν

προσευχηθούμε, όπως πρέπει, αλλά αυτό το Πνεύμα μεσιτεύει για χάρη μας

στεναγμοῖς ἀλαλήτοις", τουτέστι διδάσκει ἡμᾶς, τί προσευξόμεθα.

με στεναγμούς αλάλητους, μας διδάσκει, τί θα προσευχηθούμε.

῞Ωστε ἀδύνατον, εἰ μὴ δι᾿ ὑπομονῆς καὶ προσευχῆς,

Επομένως είναι αδύνατο να εκτελέσουμε τις εντολές του Κυρίου,

τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου κατεργάσασθαι.   

παρά μόνον με υπομονή και προσευχή.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 96. Κατὰ ᾿Ιουδαίων περὶ τοῦ Σαββάτου.

Εναντίον των Ιουδαίων, σχετικά με το Σάββατο.

 

 

Σάββατον ἡ ἑβδόμη ἡμέρα κέκληται, δηλοῖ δὲ τὴν κατάπαυσιν·

Η έβδομη ημέρα έχει ονομασθεί Σάββατο και φανερώνει την ξεκούραση·

ἐν αὐτῇ γὰρ "κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ",

διότι αυτή την ημέρα ο Θεός αναπαύθηκε από τα έργα του,

ὥς φησιν ἡ Γραφή.  Διὸ καὶ μέχρις ἑπτὰ ὁ τῶν ἡμερῶν ἀριθμὸς

όπως λέει η Αγία Γραφή. Γι αυτό ο αριθμός (των ημερών) προχωρεί μέχρι

προβαίνων πάλιν ἀνακυκλοῦται καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἄρχεται.

το επτά, επανέρχεται και αρχίζει πάλι από την πρώτη ημέρα.

Οὗτος ὁ ἀριθμὸς τίμιος παρὰ ᾿Ιουδαίοις τοῦ Θεοῦ προστάξαντος

Ο αριθμός αυτός είναι σεβαστός στους Ιουδαίους, επειδή ο Θεός πρόσταξε

τιμᾶσθαι αὐτὸν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ καὶ μετὰ βαρυτάτων

να τον σέβονται όχι με χαλαρότητα, αλλά και με πολύ αυστηρές τιμωρίες

τῶν ἐπὶ τῇ παραβάσει ἐπιτιμίων. Οὐχ ἁπλῶς δὲ τοῦτο προσέταξεν,

σε περίπτωση παραβάσεως. Και δεν το διέταξε αυτό χωρίς λόγο,

ἀλλὰ διά τινας μυστικῶς τοῖς πνευματικοῖς τε καὶ διορατικοῖς

αλλά για κάποιους λόγους που γίνονται αντιληπτοί με μυστικό τρόπο

κατανοουμένας αἰτίας. 

από τους προχωρημένους πνευματικά και τους διορατικούς.

 

῾Ως ἐμὲ γοῦν γνῶναι τὸν ἀμαθῆ, ἵν᾿ ἐκ τῶν κατωτέρων

Όπως, λοιπόν, εγώ ο αμαθής γνωρίζω για να αρχίσω από τα κατώτερα

καὶ παχυτέρων ἄρξωμαι· Εἰδὼς ὁ Θεὸς τὸ παχύ τε καὶ φιλόσαρκον

και χονδροειδή, επειδή ο Θεός γνώριζε την αναισθησία, τη φιλοσαρκία

καὶ πρὸς τὴν ὕλην ὅλως ἐπιρρεπὲς τοῦ ᾿Ισραηλίτου λαοῦ,

και τη ροπή του Ισραηλιτικού λαού προς την ύλη, και συγχρόνως

ἅμα δὲ καὶ τὸ ἀδιάκριτον· πρῶτον μέν, "ἵνα ὁ δοῦλος

την αδιακρισία του, γι αυτό πρώτα (καθιερώνει την ανάπαυση της εβδόμης

καὶ τὸ ὑποζύγιον ἀναπαύσηται", ὡς γέγραπται· ἐπειδὴ ἀνὴρ

ημέρας) για ν αναπαύονται οι δούλοι και τα μεταφορικά ζώα, όπως λέει

"δίκαιος οἰκτείρει ψυχὰς κτηνῶν αὐτοῦ", ἅμα δὲ ἵνα καὶ σχολὴν

η Γραφή, επειδή ο δίκαιος άνθρωπος λυπάται τα ζώα του·

ἄγοντες ἐκ τοῦ περὶ τὴν ὕλην περισπασμοῦ πρὸς Θεὸν συνάγωνται

και παράλληλα, για να διακόπτουν την απασχόλησή τους με τα υλικά και να

"ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς" καὶ μελέτῃ

συγκεντρώνονται να υμνήσουν το Θεό με ψαλμούς, ύμνους

τῶν θείων Γραφῶν ἅπασαν τὴν ἑβδόμην ἀναλίσκοντες

και πνευματικά άσματα· με τη μελέτη των θείων Γραφών να περνούν όλη

καὶ ἐν τῷ Θεῷ καταπαύοντες.

την έβδομη ημέρα και ν αναπαύονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

 

῞Οτε μὲν γὰρ οὐκ ἦν νόμος, οὐ Γραφὴ θεόπνευστος,

Όταν, δηλαδή, δεν υπήρχε νόμος, δεν υπήρχε ούτε θεόπνευστη Γραφή

οὐδὲ τὸ Σάββατον Θεῷ ἀφιέρωτο. ῞Οτε δὲ ἡ θεόπνευστος Γραφὴ

ούτε το Σάββατο ήταν αφιερωμένο στο Θεό. Όταν όμως η θεόπνευστη Γραφή

διὰ Μωσέως ἐδόθη, ἀφιερώθη τῷ Θεῷ τὸ Σάββατον,

δόθηκε με το Μωϋσή, τότε και το Σάββατο αφιερώθηκε στο Θεό,

ὡς ἂν περὶ τὴν ταύτης μελέτην ἐν αὐτῷ ἀδολεσχήσωσιν

για να εντρυφούν στη μελέτη της κατά τη διάρκειά του (του Σαββάτου)

οἱ μὴ πάντα τὸν βίον τῷ Θεῷ ἀφιεροῦντες, οἱ μὴ πόθῳ τῷ Δεσπότῃ

όσοι δεν αφιερώνουν όλη τους τη ζωή στο Θεό και όσοι δεν υπηρετούν

ὡς Πατρὶ δουλεύοντες, ἀλλ᾿ ὡς δοῦλοι ἀγνώμονες, κἂν μικρὸν

με πόθο το Θεό ως Πατέρα· αλλά, σαν αχάριστοι δούλοι, κι όταν ακόμη

καὶ ἐλάχιστον μέρος τῆς ἑαυτῶν ζωῆς τῷ Θεῷ ἀποτέμωνται,

αφιερώνουν ένα μικρό και ελάχιστο μέρος της ζωής τους στο Θεό,

καὶ τοῦτο φόβῳ τῶν ἐπὶ τῇ παραβάσει εὐθυνῶν καὶ ἐπιτιμήσεων·

το αφιερώνουν από φόβο για τις ευθύνες της παραβάσεως και τις τιμωρίες.

 

"δικαίῳ γὰρ νόμος οὐ κεῖται", ἀλλ᾿ ἀδίκοις.

Βέβαια, δεν υφίσταται νόμος για τον δίκαιο, αλλά για τους αδίκους.

᾿Επεὶ πρῶτος Μωσῆς τεσσαράκοντα ἡμερῶν καὶ αὖθις ἑτέρων

Όταν πρώτος ο Μωϋσής έμεινε κοντά στο Θεό σαράντα ημέρες

τεσσαράκοντα νηστείᾳ προσεδρεύσας τῷ Θεῷ, πάντως

και πάλι άλλες σαράντα ημέρες έμεινε νηστεύοντας, οπωσδήποτε νήστευε

καὶ τοῖς Σάββασι διὰ τῆς νηστείας ἐκάκου ἑαυτὸν, τοῦ νόμου

και τα Σάββατα και ταλαιπωρούσε τον εαυτό του, παρόλο που ο νόμος

μὴ κακοῦν ἑαυτοὺς ἐν τῇ τοῦ Σαββάτου ἡμέρᾳ προστάσσοντος.

πρόσταζε να μην ταλαιπωρούν τον εαυτό τους την ημέρα του Σαββάτου.

Εἰ δὲ φαῖεν, ὅτι πρὸ τοῦ νόμου τοῦτο, τί φήσουσι περὶ τοῦ Θεσβίτου

Αν όμως ισχυρισθούν ότι αυτό γινόταν πριν από το νόμο, τι θα πουν

῾Ηλιοῦ τεσσαράκοντα ἡμερῶν ὁδὸν ἀνύσαντος ἐν βρώσει μιᾷ;

για το Θεσβίτη Ηλία, ο οποίος διήνυσε δρόμο σαράντα ημερών μ ένα γεύμα;

Οὗτος γὰρ οὐ μόνον διὰ τῆς νηστείας, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὁδοιπορίας

Αυτός, δηλαδή, ταλαιπώρησε τον εαυτό του και κατάργησε την αργία

ἐν τοῖς Σάββασι τῶν τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἑαυτὸν κακώσας

του Σαββάτου όχι μόνον με τη νηστεία, αλλά και με σαρανταήμερη πορεία

ἔλυσε τὸ Σάββατον· καὶ οὐκ ὠργίσθη τούτῳ ὁ τὸν νόμον δεδωκώς,

και τις ημέρες του Σαββάτου· και ο Θεός, που έδωσε το νόμο, δεν θύμωσε

ἀλλὰ καὶ ὡς ἀρετῆς ἔπαθλον ἐν Χωρὴβ ἑαυτὸν ἐνεφάνισε.

μαζί του, αλλά για να επιβραβεύσει την αρετή του, του εμφανίσθηκε

στο (όρος) Χωρήβ.

 

Τί δὲ περὶ Δανιὴλ φήσουσιν; Οὐχὶ τρεῖς ἑβδομάδας διετέλεσεν ἄσιτος;

Και τί θα πουν για τον Δανιήλ; Δεν πέρασε τρεις εβδομάδες χωρίς φαγητό;

Τί δὲ πᾶς ᾿Ισραήλ; Οὐ περιτέμνει τὸ παιδίον ἐν Σαββάτῳ, εἰ τύχοι,

Και τί κάνει ο Ισραηλιτικός λαός; Αν συμβεί ένα αγόρι να ογδοήσει

ὀκταήμερον; Οὐχὶ δὲ καὶ τὴν μεγάλην νηστείαν, ἣν νενομοθέτηνται,

το Σάββατο, δεν του κάνει περιτομή; Και πάλι, δεν τηρούν τη μεγάλη νηστεία,

εἰ ἐν Σαββάτῳ καταντήσοι, νηστεύουσι; Οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ἱερεῖς

που την θέσπισε ο νόμος, και την ημέρα του Σαββάτου, αν τυχόν συμπέσει;

καὶ οἱ Λευῖται ἐν τοῖς τῆς σκηνῆς ἔργοις βεβηλοῦσι τὸ Σάββατον

Αλλά και οι ιερείς και οι Λευΐτες δεν καταργούν το Σάββατο με την υπηρεσία

καὶ ἀναίτιοί εἰσιν; ᾿Αλλὰ καὶ κτῆνος, ἂν εἰς βόθρον ἐμπέσοι

στη Σκηνή, και κανένας δεν τους κατηγορεί; Ακόμη και το ζώο, αν την ημέρα

ἐν Σαββάτῳ, ὁ μὲν ἀνασπάσας ἀναίτιος, ὁ δὲ παριδὼν κατάκριτος.

του Σαββάτου πέσει στο βόθρο, αυτός που το ανασύρει είναι αθώος, ενώ

Τί δὲ πᾶς ᾿Ισραήλ; Οὐχὶ ἑπτὰ ἡμέρας τὴν τοῦ Θεοῦ κιβωτὸν

αυτός που το παραμελεί είναι ένοχος; Τί έκανε όλος ο λαός του Ισραήλ;

περιφέροντες τὰ ῾Ιεριχούντια τείχη περιῄεσαν, ἐν αἷς πάντως ἦν

Δεν περιέφερε την Κιβωτό του Θεού γύρω από τα τείχη της Ιεριχούς

καὶ τὸ σάββατον; 

επτά ημέρες, μέσα στις οποίες ήταν οπωσδήποτε και το Σάββατο;

 

῾Ως οὖν ἔφην, σχολῆς ἕνεκα τῆς πρὸς Θεόν, ἵνα κἂν σμικροτάτην

Όπως είπα, λοιπόν, η τήρηση του Σαββάτου καθιερώθηκε γι αυτούς

ἀπόμοιραν αὐτῷ ἀπονέμωσι καὶ ἀναπαύσωνται ὅ τε δοῦλος

οι οποίοι είναι νήπιοι πνευματικά και δεν μπορούν να καταλάβουν

καὶ τὸ ὑποζύγιον, ἡ τοῦ Σαββάτου τήρησις ἐπινενόητο τοῖς νηπίοις

περισσότερο από τα σωματικά και το γράμμα (του νόμου)· έγινε για

ἔτι καὶ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου δεδουλωμένοις, τοῖς σαρκικοῖς

ν αναπαύονται και να λατρεύουν το Θεό, να του αφεριώνουν λίγο καιρό,

καὶ μηδὲν ὑπὲρ τὸ σῶμα καὶ τὸ γράμμα ἐννοῆσαι δυναμένοις.

και να ξεκουράζονται και ο δούλος και το μεταφορικό ζώο.

"῞Οτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς

Όταν όμως ήλθε ο κατάλληλος καιρός, ο Θεός έστειλε στον κόσμο

τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ, γενόμενον ἐκ γυναικὸς ἄνθρωπον,

τον μονογενή του Υιό, που έγινε άνθρωπος από γυναίκα,

γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ,

σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, για να λυτρώσει τους υποκείμενους

ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν".

στο νόμο, και έτσι όλοι να γίνουμε παιδιά του.

 

῞Οσοι γὰρ ἐλάβομεν αὐτόν, ἔδωκεν ἡμῖν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ

Και όσοι τον δεχθήκαμε, μας έδωσε το δικαίωμα, εφόσον πιστεύουμε

γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς αὐτόν. ῞Ωστε οὐκέτι ἐσμὲν δοῦλοι

σ αυτόν, να γίνουμε παιδιά του Θεού. Επομένως, δεν είμαστε πλέον δούλοι

ἀλλ᾿ υἱοί, οὐκέτι ὑπὸ νόμον ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν· οὐκέτι μερικῶς τῷ Κυρίῳ

αλλά υιοί· δεν είμαστε στην εξουσία του νόμου, αλλά της χάριτος.

δουλεύοντες ἐκ φόβου, ἀλλὰ πάντα τὸν τῆς ζωῆς χρόνον αὐτῷ

Δεν υπηρετούμε τον Κύριο, κατά ένα μέρος της ζωής μας, από φόβο, αλλά

ἀνατιθέναι ὀφείλοντες καὶ ἀεὶ τὸν δοῦλον, τὸν θυμὸν λέγω

οφείλουμε να του εμπιστευόμαστε όλη μας τη ζωή και πάντοτε σταματάμε

καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καταπαύοντες καὶ τῷ Θεῷ

το δούλο, εννοώ το θυμό και την επιθυμία, να διαπράττει την αμαρτία και

σχολάζειν ἐπιτρέποντες· τὴν μὲν ἐπιθυμίαν ἅπασαν ἀεὶ πρὸς Θεὸν

τον κάνουμε να υπηρετεί το Θεό. Υψώνουμε συνεχώς όλη μας την επιθυμία

ἀνατείνοντες, τὸν δὲ θυμὸν κατὰ τῶν τοῦ Θεοῦ δυσμενῶν

προς το Θεό και οπλίζουμε το θυμό μας εναντίον των εχθρών του Θεού.

καθοπλίζοντες· καὶ τὸ ὑποζύγιον, ἤτοι τὸ σῶμα, ὁμοίως

Παρόμοια και το υποζύγιό μας, το σώμα δηλαδή, το ελευθερώνουμε

τῆς μὲν δουλείας τῆς ἁμαρτίας ἀναπαύοντες, ταῖς δὲ θείαις ἐντολαῖς

από το δουλικό φορτίο της αμαρτίας και το παρακινούμε να εκτελεί

ἐξυπηρετεῖσθαι προτρέποντες.  

με προθυμία τις θείες εντολές.

 

Ταῦτα ὁ πνευματικὸς ἡμῖν ἐντέλλεται τοῦ Κυρίου νόμος,

Αυτά μας παραγγέλλει ο πνευματικός νόμος του Κυρίου

καὶ οἱ τοῦτον φυλάσσοντες ὑπέρτεροι τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου

και όσοι τον τηρούν έχουν γίνει ανώτεροι από το νόμο του Μωϋσή·

γεγόνασιν· ἐλθόντος γὰρ τοῦ τελείου τὸ ἐκ μέρους κατήργηται,

διότι, όταν έλθει το τέλειο, το μερικό καταργείται,

καὶ τοῦ καλύμματος τοῦ νόμου, ἤτοι τοῦ καταπετάσματος,

και όταν με τη Σταύρωση του Σωτήρα σχίσθηκε το κάλυμμα του νόμου,

διὰ τῆς τοῦ Σωτῆρος διαρραγέντος σταυρώσεως καὶ τοῦ Πνεύματος

το καταπέτασμα δηλαδή, και το Άγιο Πνεύμα έλαμψε με πύρινες γλώσσες,

πυρίναις γλώσσαις ἐκλάμψαντος τὸ γράμμα κατήργηται,

τότε καταργήθηκε το γράμμα του νόμου, τα σωματικά έργα

τὰ σωματικὰ πέπαυται καὶ ὁ τῆς δουλείας νόμος πεπλήρωται

σταμάτησαν, ο νόμος της δουλείας εκπλήρωσε την αποστολή του

καὶ νόμος ἐλευθερίας ἡμῖν δεδώρηται. Καὶ ἑορτάζομεν τὴν τελείαν

και μας δόθηκε ο νόμος της ελευθερίας. Εορτάζουμε πλέον την τέλεια

τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως κατάπαυσιν, φημὶ δὴ τὴν τῆς ἀναστάσεως

ανάπαυση της ανθρωπίνης φύσεως, εννοώ την εορτή της αναστάσεως,

ἡμέραν, ἐν ᾗ ἡμᾶς ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς, ὁ τῆς ζωῆς ἀρχηγὸς καὶ Σωτήρ,

κατά την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο αρχηγός της ζωής

εἰς τὴν ἐπηγγελμένην τοῖς πνευματικῶς τῷ Θεῷ λατρεύουσι

και Σωτήρας, μας έδωσε την κληρονομία που είχε υποσχεθεί σ αυτούς

κληρουχίαν εἰσήγαγεν, εἰς ἣν αὐτὸς πρόδρομος ἡμῶν εἰσῆλθεν,

που λατρεύουν πνευματικά το Θεό· σ αυτήν Αυτός πρώτος εισήλθε

ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν καὶ ἀνοιγέντων αὐτῷ τῶν οὐρανίων πυλῶν

για λογαριασμό μας, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς και άνοιξε Αυτός

ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς κεκάθικε σωματικῶς,

τις πύλες του ουρανού και κάθησε με το σώμα του στα δεξιά του Πατέρα του·

ἔνθα καὶ οἱ τὸν πνευματικὸν τηροῦντες νόμον εἰσελεύσονται. 

εκεί θα εισέλθουν και όσοι τηρούν τον πνευματικό νόμο.

 

῾Ημῖν τοίνυν τοῖς τῷ πνεύματι στοιχοῦσι καὶ οὐ τῷ γράμματι

Όλη, λοιπόν, η απόθεση των σαρκικών έργων, η πνευματική λατρεία

πᾶσα ἡ τῶν σαρκικῶν ἐστιν ἀπόθεσις καὶ ἡ πνευματικὴ λατρεία

και η ένωση με το Θεό είναι για μας που βαδίζουμε σύμφωνα με το Πνεύμα

καὶ πρὸς Θεὸν συνάφεια. Περιτομὴ μὲν γάρ ἐστιν ἡ τῆς σωματικῆς

και όχι με το γραπτό νόμο. Διότι περιτομή είναι η αποβολή της σωματικής

ἡδονῆς καὶ τῶν περιττῶν καὶ οὐκ ἀναγκαίων ἀπόθεσις· ἀκροβυστία

ηδονής, των περιττών και των αχρήστων· ενώ ακρυβυστία δεν είναι τίποτε

γὰρ οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν εἰ μὴ δέρμα, ἡδονικοῦ μορίου περίττωμα.

άλλο παρά δέρμα, περίττωμα του γεννητικού μορίου της ηδονής. Μάλιστα,

Πᾶσα δὲ ἡδονὴ μὴ ἐκ Θεοῦ καὶ ἐν Θεῷ γινομένη περίττωμα ἡδονῆς

κάθε ηδονή που δεν προέρχεται από το Θεό και δεν γίνεται σύμφωνα με

ἐστιν· ἧς τύπος ἡ ἀκροβυστία. Σάββατον δὲ ἡ ἐκ τῆς ἁμαρτίας

το Θεό, είναι περίττωμα της ηδονής· η ακροβυστία αποτελεί τον τύπο της·

κατάπαυσις. ῞Ωστε ἀμφότερα ἓν τυγχάνουσι καὶ οὕτως ἀμφότερα

ενώ το Σάββατο (συμβολίζει) την κατάπαυση από την αμαρτία. Επομένως,

ἅμα ὑπὸ τῶν πνευματικῶν τελούμενα, οὐδὲ τὴν τυχοῦσαν

και τα δύο είναι ένα, και έτσι, όταν πνευματικοί άνθρωποι εκτελούν

παρανομίαν ἐργάζονται. 

και τα δύο, δεν κάνουν την παραμικρή παράβαση.

 

῎Ετι δὲ ἰστέον, ὅτι ὁ ἑπτὰ ἀριθμὸς πάντα τὸν παρόντα χρόνον δηλοῖ,

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι ο αριθμός επτά φανερώνει όλο το χρόνο

ὥς φησιν ὁ σοφώτατος Σολομῶν· "Δοῦναι μερίδα τοῖς ἑπτὰ καί γε

της παρούσης ζωής, όπως λέει ο σοφότατος Σολομών: Να δώσεις μερίδα

τοῖς ὀκτώ". Καὶ ὁ θεηγόρος Δαυὶδ περὶ τῆς ὀγδόης ψάλλων

στους επτά και τους οκτώ. Και ο θεηγόρος Δαβίδ, ψάλλοντας την όγδοη

περὶ τῆς μελλούσης μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν καταστάσεως

ημέρα, έψαλλε για τη μελλοντική κατάσταση μετά την ανάσταση των νεκρών.

ἔψαλλε. Τὴν ἑβδόμην οὖν ἡμέραν ἀργίαν ἄγειν ἐκ τῶν σωματικῶν,

Ο νόμος, λοιπόν, δίνοντας εντολή την έβδομη ημέρα ν αναπαύονται

τοῖς δὲ πνευματικοῖς ἐνασχολεῖσθαι προστάσσων ὁ νόμος μυστικῶς

από τα σωματικά έργα και ν ασχολούνται με τα πνευματικά, φανέρωσε

πάντα τὸν χρόνον τῷ ἀληθινῷ ᾿Ισραὴλ καὶ νοῦν ὁρῶντα Θεὸν

με μυστικό τρόπο ότι πρέπει καθ όλο το χρόνο ο αληθινός Ισραηλίτης,

ἔχοντι ὑπέφηνε, τῷ Θεῷ ἑαυτὸν προσάγειν καὶ ὑπεράνω

που έχει νου και βλέπει το Θεό, να οδηγεί τον εαυτό του στο Θεό

τῶν σωματικῶν γίνεσθαι.

και να ξεπερνά τα σωματικά έργα.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 97. Περὶ παρθενίας  

Για την Παρθενία.

 

 

Κακίζουσιν οἱ σαρκικοὶ τὴν παρθενίαν, καὶ εἰς μαρτυρίαν

Οι σαρκικοί άνθρωποι συκοφαντούν την παρθενία και, όντας φιλήδονοι,

προβάλλονται οἱ φιλήδονοι τὸ "ἐπικατάρατος πᾶς, ὃς οὐκ ἐγείρει

επικαλούνται ως απόδειξη το (χωρίο) καταραμένος να είναι όποιος δεν

σπέρμα ἐν τῷ ᾿Ισραήλ". ῾Ημεῖς δέ φαμεν τῷ ἐκ Παρθένου σαρκωθέντι

αφήνει απογόνους στον Ισραήλ. Εμείς όμως, παίρνοντας θάρρος από το Θεό

Θεῷ Λόγῳ θαρρήσαντες, ὡς ἡ παρθενία ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς

Λόγο που γεννήθηκε από Παρθένο, ισχυριζόμαστε ότι η παρθενία εξαρχής

ἐφυτεύθη τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων· ἐκ παρθένου γὰρ γῆς ὁ ἄνθρωπος

δόθηκε από το Θεό στη φύση των ανθρώπων. Πράγματι, ο άνθρωπος

πεπλαστούργηται, ἐκ μόνου ᾿Αδὰμ ἡ Εὔα ἔκτισται, ἐν παραδείσῳ

πλάσθηκε από την παρθένο γη, η Εύα δημιουργήθηκε από τον Αδάμ μόνο και

παρθενία ἐπολιτεύετο. Φησὶ γοῦν ἡ θεία Γραφή, ὅτι "γυμνοὶ ἦσαν,

η παρθενία βασίλευε στον παράδεισο. Λέει μάλιστα η Αγία Γραφή, ότι

ὅ τε ᾿Αδὰμ καὶ ἡ Εὔα, καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο". ῾Ηνίκα δὲ παρέβησαν,

ο Αδάμ και η Εύα, παρόλο που ήταν γυμνοί, δεν ντρέπονταν. Όταν όμως

"ἔγνωσαν, ὅτι γυμνοὶ ἦσαν", καὶ αἰσχυνθέντες ἔρραψαν ἑαυτοῖς

έκαναν την παρακοή, τότε ένιωσαν ότι ήταν γυμνοί και από ντροπή

περιζώματα. Καὶ μετὰ τὴν παράβασιν, ὅτε ἤκουσε "ὅτι γῆ εἶ

έρραψαν ρούχα για τον εαυτό τους. Και μετά την παράβαση, όταν ο Αδάμ

καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ", ὅτε διὰ τῆς παραβάσεως θάνατος

άκουσε ότι από τη γη προήλθες και στη γη θα καταλήξεις και εξαιτίας

εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε, τότε "ἔγνω ᾿Αδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ,

της παραβάσεως εισήλθε ο θάνατος στη ζωή μας, τότε ήλθε σε επαφή με τη

καὶ συνέλαβε καὶ ἐγέννησεν". ῞Ωστε διὰ τὸ μὴ ἐκτριβῆναι

γυναίκα του Εύα, και αυτή συνέλαβε και γέννησε. Επομένως, ο γάμος

καὶ ἀναλωθῆναι τὸ γένος ὑπὸ τοῦ θανάτου ὁ γάμος ἐπινενόηται,

επινοήθηκε για να μη χαθεί και εξαφανισθεί από το θάνατο το ανθρώπινο

ὡς ἂν διὰ τῆς παιδοποιίας τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων διασῴζηται. 

γένος, για να μπορέσει να διασωθεί με τη γέννηση των παιδιών.

 

᾿Αλλ᾿ ἐροῦσι τυχόν· Τί οὖν τὸ "ἄρρεν καὶ θῆλυ" βούλεται

Αλλά ίσως μας αντείπουν: Τότε, τί χρειάζεται (η διάκριση) σε αρσενικό και

καὶ τὸ "αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε"; Πρὸς ὃ λέξομεν,

θηλυκό (φύλο) και το (χωρίο που λέει) αυξηθείτε κι πολλαπλασιασθείτε;

ὅτι τὸ μὲν "αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε" οὐ πάντως

Θ απαντήσουμε σ αυτά ότι το μεν αυξηθείτε κι πολλαπλασιασθείτε

τὸν διὰ γαμικῆς συναφείας πληθυσμὸν δηλοῖ. ᾿Εδύνατο γὰρ ὁ Θεὸς

δεν σημαίνει οπωσδήποτε τον πολλαπλασιασμό με την ένωση του γάμου.

καὶ ἑτέρῳ τρόπῳ τὸ γένος πληθῦναι, εἰ τὴν ἐντολὴν μέχρι τέλους

Διότι μπορούσε ο Θεός και με άλλο τρόπο να πολλαπλασιάσει το ανθρώπινο

ἐτήρησαν ἀπαραχάρακτον. ᾿Αλλ᾿ εἰδὼς ὁ Θεὸς τῇ προγνώσει αὐτοῦ,

γένος, εάν αυτό τηρούσε απαράβατη την εντολή ώς το τέλος. Αλλά, επειδή

"ὁ πάντα εἰδὼς πρὶν γενέσεως αὐτῶν", ὡς μέλλουσιν ἐν παραβάσει

ο προγνώστης ο Θεός, που γνωρίζει τα πάντα, πριν ακόμη δημιουργηθούν,

γίνεσθαι καὶ θανάτῳ κατακρίνεσθαι, προλαβὼν ἐποίησε τὸ ἄρρεν

γνώριζε ότι πρόκειται να κάνουν την παράβαση και να τιμωρηθούν

καὶ θῆλυ καὶ αὐξάνεσθαι καὶ πληθύνεσθαι προσέταξεν. ῾Οδῷ τοίνυν

με θάνατο, πρόλαβε και έκανε αρσενικό και θηλυκό και έδωσε την εντολή

κατέλθωμεν καὶ ἴδωμεν τὰ τῆς παρθενίας αὐχήματα·

της αυξήσεως και του πολλαπλασιασμού. Ας επιστρέψουμε, όμως, στο θέμα

ταὐτὸν δὲ καὶ ἁγνείας εἰπεῖν.  

για να εξετάσουμε τα κατορθώματα της παρθενίας· είναι το ίδιο να μιλήσουμε

και για την αγνότητα.

 

Νῶε εἰς τὴν κιβωτὸν εἰσελθεῖν προστασσόμενος καὶ κόσμου σπέρμα

Όταν ο Νώε πήρε την εντολή να εισέλθει στην κιβωτό και ανέλαβε να σώσει

φυλάττειν ἐγχειριζόμενος οὕτω προστάττεται· "Εἴσελθε σύ", φησί,

τη φύτρα των ανθρώπων, προστάχθηκε τα εξής: Μπες μέσα (στην κιβωτό)

"καὶ οἱ υἱοί σου καὶ ἡ γυνή σου καὶ αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν σου".

εσύ, οι γιοί σου, η γυναίκα σου και οι γυναίκες των γιών σου.

Διεῖλεν αὐτοὺς ἐκ τῶν γυναικῶν, ὡς ἂν μετὰ τῆς ἁγνείας τὸ πέλαγος

(Ο Θεός) τους ξεχώρισε από τις γυναίκες, για να γλυτώσουν με την αγνότητα

καὶ τὸ παγκόσμιον ἐκεῖνο ναυάγιον διαδράσαιεν. Μετὰ μέντοι

τη φουρτούνα και το παγκόσμιο εκείνο ναυάγιο. Μετά όμως από την παύση

τὴν τοῦ κατακλυσμοῦ κατάπαυσιν· "῎Εξελθε σύ", φησί,

του κατακλυσμού του είπε (ο Θεός): Βγες έξω (από την κιβωτό)

"καὶ ἡ γυνή σου καὶ οἱ υἱοί σου καὶ αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν σου".

εσύ, οι γιοί σου, η γυναίκα σου και οι γυναίκες των γιών σου.

᾿Ιδοὺ πάλιν διὰ τὸν πληθυσμὸν ὁ γάμος συγκεχώρηται.

Και να, πάλι επιτρέπει το γάμο για τον πολλαπλασιασμό.

 

Εἶτα ῾Ηλίας, ὁ πυρίπνους ἁμαρτηλάτης καὶ οὐρανοφοίτης,

Έπειτα ο Ηλίας, ο πυρφόρος και ουρανοδρόμος αρματηλάτης,

οὐκ ἀγαμίαν ἠσπάζετο καὶ τῷ ὑπὲρ ἀνθρώπους ἐμαρτυρήθη

δεν προτίμησε την αγαμία και δεν απόκτησε την καλή μαρτυρία με την

μετεωρίσματι;  Τίς οὐρανοὺς ἔκλεισε; Τίς νεκροὺς ἤγειρε;

υπεράνθρωπη αρετή του; Ποιός έκλεισε τους ουρανούς; Ποιός ανέστησε

Τίς ᾿Ιορδάνην ἔτεμεν; Οὐχ ὁ παρθένος ῾Ηλίας; ᾿Ελισσαῖος δέ,

νεκρούς; Ποιός διαίρεσε τον Ιορδάνη; Δεν ήταν ο παρθένος Ηλίας; Αλλά και

ὁ τούτου φοιτητής, οὐ τὴν ἴσην ἀρετὴν ἐπιδειξάμενος ἐν διπλασίῳ

ο μαθητής του Ελισσαίος δεν επέδειξε την ίδια αρετή και, όταν το ζήτησε,

τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος αἰτήσας ἐκληρονόμησε;

δεν πήρε ως κληρονομιά διπλάσια (από τον Ηλία) τη χάρη του Πνεύματος;

Τί δὲ οἱ τρεῖς παῖδες; Οὐ παρθενίαν ἀσκήσαντες πυρὸς κρείττους

Και τί έγινε με τους τρεις παίδες; Με την άσκηση της παρθενίας δεν φάνηκαν

γεγόνασι διὰ τῆς παρθενίας τῶν σωμάτων ἀναλώτων τῷ πυρὶ

πιο ανθεκτικοί από τη φωτιά, επειδή τα παρθενικά τους σώματα έγιναν

γεγονότων;  Οὐ Δανιήλ, οὗ τῷ σώματι παρθενίᾳ στομωθέντι

άκαυστα; Δεν ήταν πάλι ο Δανιήλ, που η παρθενία του σώματος εμπόδισε

θηρῶν ὀδόντες ἐμπαρεῖναι οὐκ ἴσχυσαν; Οὐ μέλλων

τα δόντια των θηρίων να να μπηχθούν σ αυτό; Δεν ήταν ο Θεός, που για να

τοῖς ᾿Ισραηλίταις ὁ Θεὸς ὀπτάνεσθαι ἁγνίζειν τὸ σῶμα προσέταττεν;

εμφανισθεί στους Ισραηλίτες απαιτούσε να αγνίσουν το σώμα τους;

Οὐχὶ οἱ ἱερεῖς ἑαυτοὺς ἁγνίζοντες οὕτω τῶν ἀδύτων ἐπέβαινον

Δεν ήταν οι ιερείς που καθάριζαν τον εαυτό τους, για να εισέλθουν στα άδυτα

καὶ τὰς θυσίας προσῆγον; Οὐχ ὁ νόμος μεγάλην εὐχὴν

(του Ναού) και να προσφέρουν τις θυσίες; Δεν ήταν ο νόμος που διακήρυξε

τὴν ἁγνείαν ἀνηγόρευσε;  

την αγνότητα ως μεγάλη ευλογία;

 

Χρὴ τοιγαροῦν ἐπὶ τὸ πνευματικώτερον λαμβάνειν τὸ νομικὸν

Πρέπει, λοιπόν, την εντολή του νόμου να τη θεωρούμε με πνευματικό νόημα.

πρόσταγμα. ῎Εστι γὰρ σπέρμα πνευματικὸν δι᾿ ἀγάπης καὶ φόβου

Υπάρχει, δηλαδή, πνευματικό σπέρμα που με αγάπη και φόβο Θεού

Θεοῦ συλλαμβανόμενον ἐν τῇ ψυχικῇ γαστρὶ ὠδινούσῃ καὶ τικτούσῃ

συλλαμβάνεται μέσα στην κοιλιά της ψυχής, και η οποία κοιλοπονεί και γεννά

πνεῦμα σωτηρίας. Οὕτω δὲ ἐκληπτέον καὶ τὸ "μακάριος, ὃς ἔχει

πνεύμα σωτηρίας. Έτσι πρέπει να εννοήσουμε και το (χωρίο) ευτυχισμένος

σπέρμα ἐν Σιὼν καὶ οἰκείους ἐν ῾Ιερουσαλήμ". Τί γάρ, κἂν πόρνος ᾖ,

όποιος έχει παιδιά στη Σιών και συγγενείς στην Ιερουσαλήμ. Τί εννοεί,

κἂν μέθυσος καὶ εἰδωλολάτρης, μακάριός ἐστιν, εἰ μόνον ἔχει σπέρμα

δηλαδή; Ακόμη κι αν είναι πόρνος ή μέθυσος ή ειδωλολάτρης, είναι ευτυχής,

ἐν Σιὼν καὶ οἰκείους ἐν ῾Ιερουσαλήμ; Οὐδεὶς εὖ φρονῶν τοῦτο ἐρεῖ.  

εφόσον έχει παιδιά στη Σιών και συγγενείς στην Ιερουσαλήμ; Κανένας

συνετός άνθρωπος δεν θα ισχυριστεί κάτι τέτοιο.

   


 

 
||
 
19η σελίδα
 

Για να επικοινωνήσετε μαζί μας, κάντε αριστερό κλικ με το ποντίκι σας εδώ.

 

Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας

 

Επιστροφή στο κεντρικό μενού.