Επιστροφή στο κεντρικό μενού.

Μεταμοσχεύσεις ανθρωπίνων οργάνων και «εγκεφαλικός θάνατος».

του K.Γ.Kαρακατσάνη (Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής, Ιατρική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Ελλάς)

 

 

Εισαγωγή

Το θέμα της «δωρεάς» οργάνων από «εγκεφαλικώς νεκρούς» δότες είναι θέμα εξαιρετικά σοβαρό και για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι με το θέμα αυτό είναι απαραίτητο ν' ασχοληθεί Πανορθόδοξος Σύνοδος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Για το ίδιο όμως θέμα διατυπώθηκαν ήδη προσφάτως θέσεις και έγι¬ναν τοποθετήσεις τόσον από μεμονωμένους μελετη¬τές όσον και από συλλογικά όργανα. Επειδή μερικές από τις θέσεις αυτές δεν φαίνεται να θεμελιώνονται επαρκώς στην Παράδοση της Εκκλησίας μας, καταθέ¬τουμε ορισμένες απόψεις για ενδεχόμενη κρίση από πνευματικούς Πατέρες και θεολόγους.

Οι μεταμοσχεύσεις ανθρωπίνων ιστών και οργάνων δίνουν σήμερα την δυνατότητα της έμπρακτης συμμε¬τοχής στα προβλήματα των εμπερίστατων συνανθρώ¬πων μας. Φαίνεται όμως ότι η δωρεά οργάνου κατα¬ξιώνεται μόνον όταν αποκλειστικό κίνητρο της πράξης αυτής είναι η «καθαρή αγάπη», όπως συνήθιζε να λέ¬ει ο Μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης. Μό¬νο στην περίπτωση αυτή βιώνεται, με την προσωπική θυσία και το αντίστοιχο τίμημα, η αδελφική φιλαλληλία με την οποία καταργείται ο ατομισμός και εξυψώνεται η κοινωνία σε κοινωνία αγάπης.

Άλλωστε η εφαρμογή των προτροπών του Αγίου Αποστόλου Παύλου «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6, 2) και «ει πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη» (Α' Κορινθ. 12, 26) προϋποθέτει την ύπαρξη αυ¬τής της «καθαρής αγάπης».

 

Μεταμοσχεύσεις από υγιείς δωρητές εν ζωή

Με τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν φαίνε¬ται ότι αποδεκτή δωρεά οργάνου από την Εκκλησία μας θεωρείται μόνον η δωρεά από υγιείς δωρητές εν ζωή. Και στην περίπτωση όμως αυτή η απόφαση για την δωρεά οργάνου θα πρέπει να λαμβάνεται μετά από ενδελεχή έλεγχο και ιδανικώς μετά σύμφωνη γνώ¬μη διακριτικού πνευματικού Πατρός, ο οποίος θα είναι σε θέση να εκτιμήσει, εάν ο υποψήφιος δωρητής έχει τις πνευματικές προϋποθέσεις να υποστεί τις βραχυ¬πρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτής της δωρεάς.

Ο Χριστιανός προβαίνει στην δωρεά οργάνου με ένθεη συστολή πρώτον διότι γνωρίζει ότι το σώμα του δεν του ανήκει (Α' Κορινθ. ΣΤ, 19-20) και δεύτε¬ρον διότι εμπιστεύεται την συνέχουσα και «βάθει σο¬φίας φιλανθρώπως πάντα» οικονομούσα θεία Πρό¬νοια —και την «κηδεμονίαν και φιλοτιμίαν του Δεσπότου»— για όλη την κτίση και ιδιαίτερα για τον υπ' Αυ¬τού πλασθέντα άνθρωπο. Οι επιφυλάξεις του τελικώς νικώνται από την καινή εντολή της υπέρ του πλησίον αγάπης αλλά και τότε δωρίζει με την βαθειά επίγνωση ότι διαχειρίζεται κτήμα του Θεού.

 

Μεταμοσχεύσεις από «εγκεφαλικώς νεκρούς» δότες

Όσον αφορά στις μεταμοσχεύσεις ανθρωπίνων ορ¬γάνων από «ΕΝ» δότες, η διατυπωθείσα άποψη ότι το ηθικόν πρόβλημα των μεταμοσχεύσεων «μετατίθεται από τον σχολαστικόν προσδιορισμόν του εγκεφαλικού θανάτου εις τον σεβασμόν και την ελευθέραν έκφρασιν του αυτεξουσίου» δεν φαίνεται να ευσταθεί.

Το ερώτημα εάν ο αποκαλούμενος «εγκεφαλικός θάνατος» ταυτίζεται με το θάνατο του ανθρώπου δεν αποτελεί «σχολαστικόν προσδιορισμόν» και επουσιώ¬δη λεπτομέρεια, αλλά καίριο ερώτημα εις τον όλο προβληματισμό που έχει σχέση με την μεταμόσχευση οργάνων από τους αποκαλούμενους «εγκεφαλικώς νεκρούς» δότες. Από την απάντηση του ερωτήματος αυτού θ' αξιολογηθεί θεολογικώς, φιλοσοφικώς και κοινωνικώς το θεμιτόν ή όχι της λήψης οργάνων από τους ασθενείς αυτούς.

Εάν, δηλαδή, ο «Εθ» ταυτίζεται με το θάνατο του ανθρώπου, τότε, από πλευράς του δότου, τίθεται μό¬νον το θεολογικό ερώτημα, εάν έχει ο άνθρωπος την εξουσία της διάθεσης των οργάνων του μετά θάνατο και εάν η πράξη αυτή είναι αξιοσύστατη.

Εάν όμως ο «Εθ» δεν ταυτίζεται με το θάνατο του ανθρώπου, τότε η προεκπεφρασμένη «δωρεά» των οργάνων του «εγκεφαλικώς νεκρού» θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ιδιότυπης μορφής εκούσιος τερματισμός της ζωής ενδεχομένως σε συνδυασμό με ευθανασία. Στην τελευταία περίπτωση είναι ασφαλώς απαραίτη¬τος ο θεολογικός, φιλοσοφικός και κοινωνικός έλεγχος του προβλήματος.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, σε αρκετούς «ΕΝ» ασθε¬νείς υπάρχουν υπολειπόμενες λειτουργίες του εγκε¬φάλου (νευρο-ορμονική λειτουργία, θερμορρύθμιση, σταθερή αιμοδυναμική κατάσταση, παραγωγή ηλε¬κτρικών δυναμικών). Αναφέρθηκε επίσης ότι, επειδή φαίνεται να είναι κατηργημένη η εγρήγορση, δεν υ¬πάρχει «πρόσβαση» και επομένως δεν είναι δυνατόν να γίνει εκτίμηση του περιεχομένου της συνείδησης.

Επομένως η διατυπωθείσα άποψη ότι «ο εγκεφαλι¬κός θάνατος αποτελεί γεγονός οριστικής και ανεπιστρέπτου καταστροφής του εγκεφάλου και κατάστασιν πλήρους απωλείας αισθήσεων και συνειδήσεως» δεν ευσταθεί.

Κατά συνέπεια μπορεί να λεχθεί ότι το «κοινωνικό κατασκεύασμα» του «εγκεφαλικού θανάτου», αυτή «η επιφανειακή και εύθραυστη συμφωνία», στηρίζε¬ται σε μη ακριβείς παραδοχές και στην υπόθεση ότι υπάρχει πλήρης απώλεια της συνείδησης.

Μετά τη θεώρηση των δεδομένων αυτών, ότι δη¬λαδή δεν ταυτίζεται ο «ΕΘ» με το θάνατο του ανθρώ¬που, το πρόβλημα της «δωρεάς» οργάνων από «ΕΝ» ασθενείς τίθεται ως εξής:

α) Επιτρέπεται στον «ΕΝ» ασθενή να τερματίσει ε¬κουσίως την ζωή του «δωρίζοντας» τα όργανά του;

β) Μήπως συγχέονται τα όρια της «δωρεάς» αυτής με την πρακτική της «ευθανασίας»;

γ) Υπάρχει «στοιχείο προσφοράς και αυτοθυσίας» στην περίπτωση αυτή;

δ) Είναι αξιοσύστατη αυτή η πράξη;

 

Ποιος αποφασίζει για την ώρα του θανάτου του ανθρώπου;

Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, όπως ανα¬γράφεται στη νεκρώσιμη ακολουθία, «της συμφυΐας ο φυσικώτατος δεσμός θείω βουλήματι αποτέμνεται», δηλαδή «ο πολύ φυσικός σύνδεσμος της φυσικής συ¬νάφειας (ψυχής-σώματος) αποχωρίζεται με θεϊκή θέ¬ληση» και «Κύριος θανατοί και ζωογονεί, κατάγει εις άδου και ανάγει» (Α' Βασιλειών, β, 6), δηλαδή «ο Κύ¬ριος θανατώνει και παρέχει (και διατηρεί) τη ζωή, κα¬τεβάζει (τον άνθρωπο) στον άδη και επαναφέρει στη ζωή».

Η ίδια σαφέστατη θέση, η οποία απηχεί και υπενθυ¬μίζει τη διδασκαλία των μεγάλων Καππαδοκών Πατέ¬ρων, διατυπώνεται και στα ακόλουθα αποσπάσματα ευ¬χών της Εκκλησίας μας: «Σον γαρ ως αληθώς και μέγα όντως μυστήριον, Δέσποτα των απάντων και ποιητά, ή τε πρόσκαιρος λύσις των σων κτισμάτων και η μετά ταύτα συνάφεια και ανάπαυσις η εις αιώνας», δηλαδή «Ιδικό Σου (είναι) αληθώς και μεγάλο πράγματι μυστή¬ριο, Δέσποτα και δημιουργέ των απάντων και η πρό¬σκαιρη διάλυση των δημιουργημάτων σου και η μετά από αυτά συνένωση (της ψυχής με το αφθαρτισθέν σώμα) και αιώνια ανάπαυση», όπως και ότι «ο χρόνους μετρών τοις ζώσι, και καιρούς θανάτου ιστών,...», ότι δη¬λαδή «ο Κύριος (είναι αυτός), ο οποίος καθορίζει τα όρια της ζωής και την ώρα του θανάτου στους ανθρώπους».

Με τη «δωρεά» των οργάνων του ο άνθρωπος προαποφασίζει ότι εις αόριστο και άγνωστο χρόνο θα «δωρίσει» τα όργανά του, όταν βρεθεί στην κατάστα¬ση του «ΕΝ» υποκαθιστώντας έτσι το Θείο θέλημα του τερματισμού της επί της γης ζωής του με το δικό του ανθρώπινο θέλημα.

Πώς όμως γνωρίζει ο άνθρωπος σε ποια κατάστα¬ση πνευματική θα ευρίσκεται, όταν θα καταστεί «ΕΝ»; Και εάν εκείνη την ώρα βρίσκεται σε πτωτική κατά¬σταση; Δεν θα ήθελε να έχει καιρό να ανανήψει;

 

Υπάρχει αυτοθυσία όταν δίνονται όργανα από «ΕΝ» δότες;

Το υποστηριζόμενο ότι «υπάρχει στοιχείο αυτοθυ¬σίας» στην περίπτωση της «δωρεάς» από «ΕΝ» δότες φαίνεται ότι δεν ευσταθεί. Διότι «στοιχείο αυτοθυ¬σίας» υπάρχει, όταν θυσιάζει κανείς τον εαυτό του σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και για συγκεκριμένο λό¬γο π.χ. αναλαμβάνοντας κάποιος μια άκρως επικίνδυ¬νη αποστολή σε καιρό πολέμου.

Όταν ένας υποψήφιος δότης οργάνων γνωρίζει το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας του συνανθρώπου του και για διάφορους λόγους αδιαφορεί —και αφήνει δια¬θήκη για «δωρεά» των οργάνων του, όταν θα ευρί¬σκεται στην κατάσταση του «ΕΝ»— μπορεί να υπο¬στηρίζει ότι υπάρχει στοιχείο αυτοθυσίας; Μήπως το συμβόλαιο «δωρεάς» σε αυτή την περίπτωση υποκρύ¬πτει ολιγοπιστία; Διότι, τώρα που χρειάζεται ο συνάνθρωπος όργανο, δεν δωρίζει τίποτε. Όταν θα οδεύει προς το θάνατο, τότε θα δωρήσει με προϋπάρχον συμβόλαιο. Είναι δυνατόν αυτή η «στάση ζωής» να ευ¬λογηθεί από την Εκκλησία; Αποδοχή αυτής της άποψης θα επέφερε σύγχυση στην αξιολόγηση της δωρεάς, θα ευτέλιζε την έννοια της θυσίας και της αυτοθυσίας και θα εκκένωνε το κήρυγμα του «σταυρικού βιώματος» της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Διότι η ολιγοπιστία και η ραστώνη θα εξισωνόταν με την επώδυνη θυσία.

 

Η αποδοχή «δωρεάς» από «ΕΝ» ασθενείς συνιστά έμμεση προώθηση της «ευθανασίας»;

Υιοθέτηση της άποψης, ότι η «δωρεά» οργάνων από «ΕΝ» ασθενείς αποτελεί πράξη αυτοθυσίας, θα έχει ενδεχομένως και άλλη έμμεση επίπτωση: την αποδοχή και προώθηση της εκούσιας ευθανασίας με το πρόσχημα της «δωρεάς» οργάνων. Ποίος είναι δυ¬νατόν να διαβεβαιώσει ότι το αληθινό κίνητρο της «δωρεάς» οργάνων από «ΕΝ» ασθενείς δεν θα είναι η ταχύτερη απαλλαγή από τις ταλαιπωρίες και τα δεινά που συνοδεύουν όσους νοσηλεύονται στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και όχι η πολύ αμφίβολη διάθε¬ση βοήθειας των συνανθρώπων; Διότι εάν υπήρχε πραγματική διάθεση θυσίας, αυτή θα είχε εκδηλωθεί ενόσω ο άνθρωπος ήταν υγιής.

Είναι πεπεισμένοι όσοι χαρακτηρίζουν θυσία την «δωρεά» οργάνων από «ΕΝ» ασθενείς ότι μπορούν να αναλάβουν την μεγάλη ευθύνη της έμμεσης προώθησης της εκούσιας «ευθανασίας» στον Ορ¬θόδοξο Ελλαδικό χώρο; Περαιτέρω, πώς είναι δυ¬νατόν ν' αναγκασθεί ο ιατρός να γίνει φυσικός αυτουργός στη διακοπή της ζωής ενός ανθρώπου, έστω και εάν ο τελευταίος είχε συντάξει τέτοια δια¬θήκη «δωρεάς»;

 

Διάθεση οργάνων μετά τον βιολογικό θάνατο

Σήμερα φαίνεται ότι υπάρχουν οι δυνατότητες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, της χρησιμοποίησης ορισμένων οργάνων ή ιστών μετά την αμετάκλητη διακοπή της καρδιακής λειτουργίας (σωματικός θάνα¬τος). Και στην περίπτωση αυτή, της μετά το θάνατο «δωρεάς» οργάνων η αξιολόγηση είναι παρόμοια με εκείνη των «ΕΝ». Είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή από την Εκκλησία, ως θυσία, μία τέτοια προσφορά και να χαρακτηρισθεί ως αξιοσύστατη πράξη; Ίσως θα ήταν δυνατόν να γίνει «κατ' οικονομίαν» δεκτή για μόνο το λόγο ότι θα απαλυνθεί ο πόνος του συνανθρώπου μας για τον οποίον η παράταση ζωής ίσως αποτελέσει αιτία βαθειάς ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, αλλά και ευκαιρία για βαθύτερη βίωση της μετανοίας.

Πολλοί προσκομίζουν ως επιχείρημα ότι είναι θεάρεστη πράξη η μεταμόσχευση οργάνων από νεκρούς, το φερόμενο, ως τελεσθέν από τους Αγίους Αναργύ¬ρους Κοσμά και Δαμιανό, θαύμα της μεταμόσχευσης κνήμης, ληφθείσης από νεκρό, σε πόδα πάσχοντος. Ο γράφων ερεύνησε κατά δύναμη και δεν ανεύρε το θαύμα αυτό σε Ορθόδοξο Συναξαριστή ούτε και σε βιβλιοθήκες ορισμένων Ιερών Μονών του Αγίου Όρους. Ορισμένοι μάλιστα πίνακες, που ιστορούν το γεγονός αυτό και είναι δημοσιευμένοι σε ξενόγλωσσα βιβλία, είναι Δυτικής προέλευσης και τεχνοτροπίας!

Ο Μέγας Βασίλειος σχολιάζοντας τη μετά θάνατο δωρεά χρημάτων, στην ομιλία του «προς τους πλουτούντας» (κεφ. 8, στιχ. 24 και εξής) γράφει: «...ότε ουκέτι έση εν ανθρώποις, τότε γεννήση φιλάνθρω¬πος... Πολλή σοι χάρις της φιλοτιμίας, ότι εν τω μνήματι κείμενος και εις γην διαλυθείς, αδρός γέγονας ταις δαπάναις και μεγαλόψυχος....ου τοίνυν ουδέ με¬τά την ζωήν εστιν ευσεβείν δηλονότι.... ως ο λόγος έδειξε πονηρά η βουλή....ει γάρ ης αθάνατος, ουκ αν εμνήσθης των εντολών....μη πλανάσθε· Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλαδή «όταν δε θα βρίσκεσαι μεταξύ των ανθρώπων, τότε θα γίνεις φιλάνθρωπος... σου οφείλεται μεγάλη ευγνωμοσύνη για την (επιδειχθείσα) φιλοτιμία, καθόσον ενώ βρίσκεσαι στον τάφο και έχεις διαλυθεί στη γη, έγινες γενναιόδωρος και μεγαλόψυ¬χος...δεν είναι λοιπόν δυνατόν να ασκεί την ευσέβεια κάποιος μετά θάνατον... όπως ο λόγος απέδειξε είναι πονηρή η πρόθεση...διότι εάν ήσουν αθάνατος, δεν θα ενθυμόσουν τις εντολές...μη πλανάσθε· ο Θεός δεν περιπαίζεται».

Ο Μέγας Βασίλειος όχι μόνο δεν αποδέχεται την μετά θάνατο δωρεά χρημάτων, αλλά αντιθέτως χα¬ρακτηρίζει αυτήν «πονηράν βουλήν» και ίσως απιστία όταν γράφει «ει γαρ ης αθάνατος, ουκ αν εμνήσθης των εντολών».

Εάν λοιπόν ο Άγιος Πατέρας έτσι αξιολογεί τη μετά θάνατο δωρεά χρημάτων, πώς ήθελε χαρακτηρίσει τη μετά θάνατο «δωρεάν» του σώματός μας, το οποίο ουδόλως μας ανήκει; Κατά συνέπεια η μετά θάνατο «δωρεά» οργάνων δε φαίνεται να είναι συμβατή με το «σταυρικό βίωμα» της αυταπάρνησης και της αγάπης και με την Παράδοση της Εκκλησίας μας.

Άλλο βασικό σημείο προβληματισμού, το οποίο έχει σχέση με τη «δωρεά» οργάνων τόσον από «ΕΝ» δότες όσο και από δότες μετά την επέλευση του (σωματι¬κού) θανάτου, είναι ο ακριβής χρονικός προσδιορισμός της στιγμής του θανάτου. Για πολλούς ερευνητές του θέματος, ο θάνατος είναι μία προοδευτική διαδικασία νέκρωσης των διαφόρων ιστών και οργάνων του αν¬θρωπίνου σώματος, η οποία επισυμβαίνει σε διαφο¬ρετικές χρονικές στιγμές (κυτταρικός θάνατος). Άλλοι ερευνητές θεωρούν τη στιγμή του θανάτου ως στιγμιαίο γεγονός.

Για να γίνει αντιληπτή η περαιτέρω δυσχέρεια του θέματος, επισημαίνεται ότι πολλοί ειδήμονες θεω¬ρούν σήμερα ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος και αδιαμ¬φισβήτητος ορισμός του θανάτου. Θεωρούν ότι ο θάνατος είναι μάλλον μία επιλογή, η οποία πρέπει να γίνει με βάση τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή κοι¬νωνικές πεποιθήσεις του κάθε ενός, όπως υποστηρί¬ζουν οι καθηγητές Truog και Beecher.

Η Εκκλησία πιστεύει ότι ο θάνατος είναι ένα στιγ¬μιαίο γεγονός, το οποίο συμπίπτει χρονικώς με την λύση «της συμφυΐας του φυσικώτατου δεσμού» ψυχής και σώματος, η οποία γίνεται «θείω βουλήματι». Επομένως ο ακριβής προσδιορισμός της χρονικής στιγμής της λύσης της συμφυΐας της ψυχής και του σώματος αποτελεί γεγονός καίριας σημασίας για την αξιολόγηση της δωρεάς των οργάνων. Το θέμα αυτό αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Εκ¬κλησίας. Η απάντηση ασφαλώς ενυπάρχει στην Ανθρωπολογία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας και η Εκκλησία δύναται ν' αρθρώσει λόγο επί του θέ¬ματος αυτού.

 

Εισαγωγικά για τη σχέση ψυχής – σώματος κατά την Ορθόδοξη Χριστιανική Ανθρωπολογία

Η Ανθρωπολογία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκ¬κλησίας, στηριζόμενη στην θεολογία του ανθρωπίνου προσώπου, όπως αυτή εκφράζεται σε έργα των Αγίων Γρηγορίου Νύσσης, Μαξίμου του Ομολογητού, Ιωάννου του Δαμασκηνού, Γρηγορίου του Παλαμά και Νικoδήμου του Αγιορείτου, διδάσκει ότι η ψυχή του ανθρώπου διακρίνεται στην ουσία και στις ενέργειές της.

Η ουσία της ψυχής δεν εδράζεται στον εγκέφαλο αλλά «διήκει δι' όλου του σώματος», «όχι ως ευρι¬σκόμενη σε τόπο ούτε ως περιεχόμενη στο σώμα, αλλ' ως συνέχουσα και περιέχουσα» και ζωοποιούσα αυτό. Οι ενέργειες της ψυχής, εκχεόμενες από την ουσία της ψυχής, εκφράζονται και γίνονται αντιληπτές με τις λειτουργίες κάθε σωματικού οργάνου, το οποίο έχει την κατάλληλη ανατομική δομή και λειτουργική ικανότητα για την επιτέλεση των συγκεκριμένων λει¬τουργιών. Ειδικώτερα, σε ό,τι αφορά στον εγκέφαλο, «η ψυχική ουσία εκπέμπει την ψυχική ενέργεια (λογισμούς, συναισθήματα) προς το σώμα, το οποίο μέ¬σω της σωματικής ενέργειας, τη «μεταφράζει» σε ενσυνείδητη εγκεφαλική σκέψη».

Κριτικής σημασίας για το συζητούμενο θέμα είναι το γεγονός ότι η ύπαρξη ζωής στο ανθρώπινο σώμα προϋποθέτει την ύπαρξη της ζωοποιούσης τούτο λογικής ψυχής. Η ύπαρξη ζωής στο σώμα του πρωτο¬πλάστου κατέστη εφικτή μετά την χορήγηση υπό του Δημιουργού της λογικής ψυχής. Κατά την διδασκαλία επίσης της Εκκλησίας, η λογική ψυχή δίνεται «εξ άκρας συλλήψεως» και είναι αυτή ακριβώς, η οποία ζωοποιεί το ανθρώπινο σώμα από την καταβολή του. Η ίδια προϋπόθεση, η επιφορά του «πνεύματος ζωής», εζωοποίησε τα νεκρά, συναρμολογηθέντα εκ των γυμνών οστέων, ανθρώπινα σώματα, όπως αναφέρεται στο όραμα του Αγίου Προφήτου Ιεζεκιήλ (ΛΖ, 1-14).

Στην περίπτωση των «εγκεφαλικώς νεκρών» ασθε¬νών υπάρχει βαριά βλάβη του εγκεφάλου, η οποία έχει ως συνέπεια την λειτουργική ανεπάρκεια του ορ¬γάνου αυτού και την αδυναμία πρόσληψης ερεθισμά¬των από το περιβάλλον και εμφανούς επικοινωνίας με αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ενέργειες της ψυχής, οι οποίες εκφράζονται και «μεταφράζονται» δια του εγκεφάλου, δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν δια του εγκεφάλου και να καταστούν εμφανείς.

«Όταν το νευρικό σύστημα δεν λειτουργεί, δεν είναι δυνατόν να αντιληφθούμε τις σκέψεις ή τα συ¬ναισθήματα της ψυχής....Η μη συνείδηση όμως κάποι¬ας σκέψεως δεν αποκλείει την οντολογική ύπαρξή της σε έναν άλλο χώρο της ψυχής, ανεξάρτητα από το γεγονός της αδυναμίας εκφράσεώς της». Η βαριά επίσης βλάβη του εγκεφάλου καταργεί μεν τον προ¬φορικό λόγο, όχι όμως τον «ενδιάθετο», «διανοητικό» ή «έμφυτο» λόγο ή την ύπαρξη σκέψεων υπό μορ¬φή άδηλων λόγων στην ψυχή του ανθρώπου.

Από τα θεμελιώδη αυτά δεδομένα συνάγεται ότι ακόμη και εάν ήταν εφικτό να αποδειχθεί προθανατίως η ύπαρξη ανεπανόρθωτης καταστροφής του εγκεφάλου, εφόσον το υπόλοιπο σώμα λειτουργεί, αυ¬τό δεν θα εσήμαινε ότι έχει λυθεί η «συμφυΐα σώμα¬τος - ψυχής», για τον λόγο ότι η ουσία της λογικής ψυχής δεν εδράζεται στον εγκέφαλο ούτε περιέχεται υπ’ αυτού.

Επομένως είναι μετέωρη και άνευ επιχειρημάτων η άποψη ότι στην κατάσταση του «εγκεφαλικού θα¬νάτου» η ψυχή έχει αποχωρισθεί από το σώμα.

Είναι πρόδηλο ότι είναι επιβεβλημένη η επανεξέτα¬ση των θέσεων που διατυπώθηκαν από συλλογικά όρ¬γανα, εξαιτίας της σοβαρότητας και των πολλαπλών συνεπειών (θεολογικών, φιλοσοφικών, ποιμαντικών και κοινωνικών) του θέματος της σχέσεως των μετα¬μοσχεύσεων οργάνων με τον «εγκεφαλικό θάνατο» και την «ευθανασία». Άλλως η ευθύνη για ό,τι επακο¬λουθήσει δεν θα βαρύνει μόνον όσους στο προσεχές μέλλον νομοθετήσουν σχετικώς. Στα τεθέντα θεολογι¬κά θέματα η Εκκλησία έχει και τώρα τις προϋποθέσεις αλλά και την ευθύνη ν' αρθρώσει θεοφώτιστο λόγο.

 


 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο αυτό συνοδεύεται από σχετική επιστημονική βιβλιογραφία και περιλαμβάνει παραπομπές, τις οποίες μπορεί να δει κανείς στις σελίδες 116-136 του βιβλίου.

(Πηγή: Από το βιβλίο : «Εγκεφαλικός Θάνατος» - Ταυτίζεται με το θάνατο του ανθρώπου; Εκδόσεις University Studio Press, β΄έκδοση, 2001.)

 

 

 


 

 

Για να επικοινωνήσετε μαζί μας, κάντε αριστερό κλικ με το ποντίκι σας εδώ.

Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας

Επιστροφή στο κεντρικό μενού.