Επιστροφή στο κεντρικό μενού.

Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΙΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΩΝ

τῆς κας Ζωγραφιᾶς Θ. Ἀντωνιάδου, Θεολόγου, MSc Δογματικῆς, Ὑποψηφίας Διδάκτορος Φιλοσοφίας Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Ε.Κ.Π.Α.

 

 

Ἡ ἐκρηκτικὴ πρόοδος τῶν βιοϊατρικῶν ἐπιστημῶν δημιούργησε μία σειρὰ ἠθικῶν προβλημάτων καὶ διλημμάτων, ὅπως εἶναι γιὰ παράδειγμα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὶς μεταμοσχεύσεις. Μὲ αὐτὰ ἀσχολεῖται ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς. Ὡς γνωστόν, ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς μελετάει τὴν ἠθικὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὰ διάφορα ζητήματα καὶ προβλήματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ ὁποιαδήποτε ἐπέμβαση στὸ σῶμα του, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ ἢ ὁ θάνατος. Ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς, στὸ πλαίσιο μίας Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς χώρας, ὀφείλει νὰ μὴ προσκρούει, ἀλλὰ νὰ συμπορεύεται μὲ τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ Δόγμα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀναδύεται ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ βιοηθική, ἡ ὁποία δίνει ἄμεση λύση στὶς νέες προκλήσεις καὶ στὰ νέα προβλήματα ποὺ δημιούργησε καὶ συνεχῶς δημιουργεῖ ἡ σύγχρονη ἰατρικὴ καὶ βιολογία, μὲ τὴν ὁλοένα ἀναπτυσσόμενη τεχνολογία. Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία ἀσχολεῖται συστηματικὰ μὲ τὰ διάφορα βιοϊατρικὰ καὶ βιοηθικὰ προβλήματα. Τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει πάντα μὲ βάση τὴν δογματική της διδασκαλία, ἡ ὁποία ἐμπεριέχεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ σ’ ὅλη τὴν πατερικὴ παράδοση.

Στὴν ἐποχή μας, ἡ ἐπιστημονικὴ πρόοδος παρέχει δυνατότητες καλυτέρευσης τῆς καθημερινότητας τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα στὸν τομέα τῆς ὑγείας. Οἱ βιοϊατρικὲς ἐπιστῆμες φροντίζουν γιὰ τὴν ἀποκατάσταση ἢ τὴ βελτίωση τῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου καὶ κατ’ ἐπέκταση γιὰ τὴν παράταση τῆς ζωῆς του. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι οἱ μεταμοσχεύσεις. Στὶς μέρες μας, οἱ μεταμοσχεύσεις ἀνθρωπίνων ἱστῶν καὶ ὀργάνων ἀποτελοῦν πλέον καθημερινὴ χειρουργικὴ πρακτική. Ἡ ἐφαρμογὴ τους πραγματοποιεῖται σὲ εὐρύτατο φάσμα. Ἐνῶ ταυτόχρονα ἡ τεχνική τους τελειοποιεῖται, μὲ συνεχεῖς μελέτες καὶ ἔρευνες, κατακτώντας συνεχῶς ἔδαφος μὲ ἐντυπωσιακοὺς ρυθμούς. Ἀναμφίβολα, οἱ μεταμοσχεύσεις ἀνθρωπίνων ἱστῶν καὶ ὀργάνων προβάλλονται ὡς ἰδιαίτερα ἀποτελεσματικὲς θεραπευτικὲς μέθοδοι καὶ προκαλοῦν ἐνθουσιασμὸ σὲ παγκόσμια κλίμακα.

Παράλληλα, ὅμως, οἱ μεταμοσχεύσεις συνδέονται μὲ ἕνα πλῆθος προβλημάτων, (ἰατρικῶν, θεολογικῶν, δογματικῶν, ἠθικῶν, νομικῶν κ.ἄ.), τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἅπτονται πολὺ λεπτῶν ἐννοιῶν, (ὅπως εἶναι γιὰ παράδειγμα ἡ ζωή, ὁ θάνατος, τὸ ἀνθρώπινο αὐτεξούσιο, ἡ ἐπὶ τοῦ σώματός μας ἐξουσία κ.λ.π.), θέλουν εἰδικὴ προσέγγιση μὲ βάση τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματικὴ καὶ Ἠθική. Τὰ σοβαρότερα ὅμως προβλήματα ποὺ δημιουργοῦν οἱ μεταμοσχεύσεις, ὅπως καὶ γενικότερα ὅλες οἱ ἐφαρμογὲς τῶν βιοϊατρικῶν ἐπιστημῶν, συνδέονται μὲ τὴν μηχανιστικὴ ἀνθρωπολογία ποὺ προβάλλουν. Ἀφοῦ, οἱ βιοϊατρικὲς ἐπιστῆμες παύουν νὰ θεωροῦν τὸν ἄνθρωπο ὡς ψυχοσωματικὴ ὁλότητα. Περιορίζοντας οὐσιαστικὰ τὸ ἐνδιαφέρον τους στὸ ἀνθρώπινο σῶμα, παραθεωροῦν ἐντελῶς τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, βλέποντας τὸν ἄνθρωπο μηχανιστικὰ καὶ μονοδιάστατα. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ἡ ἐφεύρεση τοῦ λεγόμενου «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου».

Οἱ βιοϊατρικὲς ἐπιστῆμες ὀφείλουν νὰ σέβονται τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καὶ ὡς ψυχοσωματικὴ ὁλότητα. Καὶ γιὰ κανένα ἀπολύτως λόγο, δὲν πρέπει νὰ θυσιάζουν μία ζωή, γιὰ νὰ διορθώσουν μία ἄλλη. Γι’ αὐτὸ εἶναι καταδικαστέος ὁποιοσδήποτε συνδυασμὸς τῶν μεταμοσχεύσεων μὲ τὸν λεγόμενο «ἐγκεφαλικὸ θάνατο», ὅπως καὶ μὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ εὐθανασίας. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ βιοϊατρικὲς ἐπιστῆμες ὀφείλουν νὰ βλέπουν τὸν ἄνθρωπο ὅπως ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματική. Δηλαδὴ ὀφείλουν νὰ βλέπουν τὸν ἄνθρωπο ὡς «κατ’εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ δημιούργημα. Διότι ὅ,τι ἀποτελεῖ μοναδικὸ εὐεργέτημα καὶ συμβολὴ στὴν παράταση τῆς ζωῆς, μπορεῖ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ πρωτοφανῆ δοκιμασία τῆς ἀνθρώπινης φύσης, σὲ σοβαρὴ ἀπειλὴ τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων καὶ σὲ καταστροφικὸ παράγοντα τοῦ σεβασμοῦ στὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, ἂν δὲν ἀποβλέπει στὸν ὅλο ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ στὸν παρόντα αἰώνα, ἀλλὰ ταυτόχρονα προσδοκᾶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴ τοῦ μέλ λοντος αἰῶνος. Ἐντούτοις ὅμως οἱ βασικοὶ ἄξονες ἐπὶ τοῦ προβληματισμοῦ τῶν μεταμοσχεύσεων ἑστιάζονται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἐκμετάλλευσης τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ δότη (γιὰ τὸ ὁποῖο ἐπινοήθηκε ἡ ἔννοια τῆς «εἰκαζόμενης συναίνεσης») καὶ ἀφ’ ἑτέρου στὴν δημιουργία ἑνὸς αὐθαίρετου κριτηρίου τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς στιγμῆς τοῦ θανάτου, (γιὰ τὸ ὁποῖο ἐπινοήθηκε ὁ «ἐγκεφαλικὸς θάνατος»).

Ὅσον ἀφορᾶ στὴν «εἰκαζόμενη συναίνεση», εἶναι μία ἀνυπόστατη ἔννοια, ἀφοῦ συναίνεση σημαίνει ρητή, ἐκφρασμένη, σαφῶς διατυπωμένη συγκατάθεση. Εἶναι ὅρος ποὺ ὑπονοεῖ τὴν ἐνεργοποίηση τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κάτι ποὺ πάντα δηλώνεται καὶ ποτὲ δὲν εἰκάζεται. Ἄρα «εἰκαζόμενη συναίνεση» δὲν ὑπάρχει! Ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἔγγραφη συναίνεση τοῦ δότη εἶναι τὸ μοναδικὸ στοιχεῖο γιὰ τὴν ἀποφυγὴ προβλημάτων, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν ὁριστικὴ κατάργηση τῆς «εἰκαζόμενης συναίνεσης». Βεβαίως στὴν περίπτωση ὅπου πρόκειται γιὰ ἀνήλικους νεκροὺς δότες, ἡ ἑκούσια προσφορὰ τῶν ὀργάνων καὶ τῶν ἱστῶν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους, δηλώνει μία πράξη ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καὶ ἄξιας ἐπαίνου. Ἀφοῦ παρόλη τὴν ὀδύνη γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ παιδιοῦ τους, θέλουν νὰ βοηθήσουν τὸν συνάνθρωπό τους, νὰ δώσουν τὰ ὄργανα τοῦ παιδιοῦ τους γιὰ τὴν ὑγεία ἄλλου παιδιοῦ ἢ ἄλλου ἐνήλικα.

Πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Θεολογία δὲν μπορεῖ νὰ δεχτεῖ τὶς μεταμοσχεύσεις ἱστῶν καὶ ὀργάνων ἀπὸ ἄνθρωπο σὲ ἄνθρωπο ἢ ἀκόμα καὶ τὴν ἁπλὴ μετάγγιση αἵματος ὡς κάποια μηχανιστικὴ διαδικασία. Μπορεῖ ὅμως νὰ τὶς δεχτεῖ ὡς πράξεις αὐτοπροσφορᾶς καὶ αὐτοθυσίας. Ὅμως, ἡ περίπτωση τῶν μεταμοσχεύσεων ἀνθρωπίνων ἱστῶν καὶ ὀργάνων ἀπὸ νεκροὺς ὀργανισμούς, συνδέεται καὶ μὲ τὸ πρόβλημα τοῦ μυστηρίου τῆς καταστάσεως στὴν ὁποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία λαμβάνονται τὰ ὄργανά του.

Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου, τίθεται ἐπίσης προβληματισμὸς καὶ γιὰ συγκεκριμένες περιπτώσεις μεταμοσχεύσεων ἀνθρωπίνων ἱστῶν καὶ ὀργάνων ἀπὸ νεκροὺς ὀργανισμούς, ὅπως εἶναι ἡ μεταμόσχευση καρδιᾶς ἢ ἐγκεφάλου. Γι’ αὐτὸ ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματικὴ τονίζει ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργεῖ διὰ μέσου ὅλων τῶν αἰσθήσεων καὶ ὅλων τῶν σωματικῶν ὀργάνων καὶ ἱστῶν καὶ δὲν διαμένει ἀλλὰ οὔτε καὶ περικλείεται σὲ ὁρισμένα μόνο σωματικὰ ὄργανα καὶ ἱστοὺς καὶ ἐννοεῖται οὔτε μόνο σὲ ὁρισμένα σωματικὰ μόρια. Δηλαδή, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐφάπτεται ὅλων τῶν σωματικῶν ἱστῶν, ὀργάνων, ἀλλὰ καὶ μορίων, καὶ ἐνεργεῖ διὰ μέσου τῶν νοητικῶν ἐνεργειῶν, σύμφωνα μὲ τὴν φύση τοῦ κάθε ὀργάνου.

Ἡ ψυχὴ λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται καὶ ἐνεργεῖ σὲ ὅλο τὸ σῶμα καὶ σὲ ὅλα τὰ ὄργανα καὶ τοὺς ἱστοὺς τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, καὶ δὲν περιέχεται μέσα σὲ ἕνα μόνο ὄργανο ἢ ἱστὸ ἢ μέρος τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ (π.χ. μόνο στὸν ἐγκέφαλο ἢ μόνο στὴν καρδιά). Ἔτσι ἡ καρδιὰ καὶ ὁ ἐγκέφαλος, δὲν ἀπολυτοποιοῦνται ὡς ἀποκλειστικὲς ἕδρες τῆς ψυχῆς (ἀφοῦ ἡ ψυχὴ δὲν ἑδρεύει, οὔτε ἐνεργεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον σὲ αὐτά). Ὁπότε, ὅλα τὰ ὄργανα καὶ οἱ ἱστοὶ μποροῦν νὰ μεταμοσχευθοῦν. Κατὰ συνέπεια, ὅταν πρόκειται γιὰ ζῶντες δότες μποροῦν νὰ μεταμοσχευθοῦν τὸ αἷμα (μὲ μετάγγιση αἵματος), τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ διπλὰ ὄργανα (π.χ. νεφρά), τμῆμα ἑνὸς ὀργάνου (π.χ. ἡ οὐρὰ τοῦ παγκρέατος, ὁ ἕνας λοβὸς τοῦ ἥπατος ἢ ὁ λοβὸς ἑνὸς πνεύμονος) ἢ τμῆμα ἑνὸς ἱστοῦ (π.χ. ὁ μυελὸς τῶν ὀστῶν), χωρὶς νὰ ὑπάρχει κανένας ἠθικὸς προβληματισμός.

Ἐνῶ ὅταν πρόκειται γιὰ νεκροὺς δότες ὅλοι οἱ ἱστοὶ καὶ ὅλα τὰ ὄργανα, (ἀκόμα καὶ ἡ καρδιὰ καὶ ὁ ἐγκέφαλος), μποροῦν νὰ μεταμοσχευθοῦν , ὅταν ἐπέλθει ὁ ὁριστικὸς σωματικὸς-φυσικὸς-βιολογικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν δηλαδὴ ἐπέλθει ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, χωρὶς νὰ τίθεται θέμα συνειδήσεως ἢ ἀλλοιώσεως τῆς πνευματικῆς ὑπόστασης τοῦ ἀνθρώπου. Διότι, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματική, ἡ πνευματικότητα τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ πνευματική του ὑπόσταση, ἐκκλησιαστικὰ θεμελιώνεται μὲ τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος καὶ δὲν ἀλλοιώνεται μὲ ὁποιαδήποτε μεταμόσχευση ἱστῶν καὶ ὀργάνων. Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ τονιστεῖ, ὅτι ὅλα τὰ ὄργανα καὶ οἱ ἱστοὶ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος δέχονται τὴν ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτὸ στὴν περίπτωση τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» μπορεῖ ἐνδεχομένως νὰ μὴ λειτουργοῦν πλήρως ὅλες οἱ λειτουργίες τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλὰ ὑπάρχει «κατὰ φύσιν» ὑπολειπόμενη λειτουργία τῶν ἄλλων ὀργάνων τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα δέχονται τὴν ἐνέργεια τῆς ψυχῆς.

Ἑπομένως, εἶναι ἀπαράδεκτο, ἠθικὰ ἄνομο, καὶ συνιστᾶ προσβολὴ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἡ διακοπὴ τῆς φαρμακευτικῆς ἀγωγῆς καὶ τῆς τεχνητῆς ὑποστήριξης στοὺς «ἐγκεφαλικὰ νεκροὺς» ἀσθενεῖς, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ ἀφαίρεση τῶν ὀργάνων τους πρὸς μεταμόσχευση δεδομένου ὅτι δὲν εἶναι ὁριστικὰ – βιολογικὰ νεκροί, ἀλλὰ βαριὰ ἀσθενεῖς. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ στέρηση τῆς ἀναγκαίας ἰατροφαρμακευτικῆς ἀγωγῆς καὶ τεχνικῆς ὑποστήριξης σὲ «ἐγκεφαλικὰ νεκροὺς» ἀσθενεῖς συνιστᾶ ἔμμεση ἢ παθητικὴ εὐθανασία! Ἄλλωστε τὴν ὥρα ποὺ χωρίζεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γίνονται πολλὰ πράγματα, πολλὰ πνευματικὰ γεγονότα (ὅπως εἶναι ἡ ἐμφάνιση Ἀγγέλων, Ἁγίων, ἀκόμη καὶ δαιμόνων κ.ἄ.) τὰ ὁποῖα ὡς τώρα ἀγνοοῦμε παντελῶς.

Σύμφωνα μὲ τὴν Δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ψυχὴ δὲν προϋπάρχει τοῦ σώματος καὶ οὔτε φυσικὰ τὸ σῶμα προϋπάρχει τῆς ψυχῆς. Καὶ τὰ δύο, (καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ), δημιουργοῦνται ταυτόχρονα ἀπὸ τὸ Θεό. Ἄρα εἶναι κατανοητὸ γιατί τὸ μυστήριο τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μᾶς εἶναι ἄγνωστο ὡς τώρα. Ὅμως τὸ πρόβλημα ἔγκειται στὴν ἀντίληψη τῶν βιοϊατρικῶν ἐπιστημῶν γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀφοῦ οὐσιαστικὰ περιορίζοντας τὸ ἐνδιαφέρον τους στὸ ἀνθρώπινο σῶμα, βλέπουν τὸν ἄνθρωπο μηχανιστικὰ καὶ μονοδιάστατα. Ἐνῶ παραθεωροῦν ἐντελῶς τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα, γιὰ τὶς βιοϊατρικὲς ἐπιστῆμες, ἡ ψυχὴ νὰ ἔχει ἁπλὴ ἐνέργεια. Ἔτσι γιὰ τὴν σύγχρονη ἰατρικὴ ἐπιστήμη ἡ νέκρωση τοῦ ἐγκεφάλου ἢ ὁ «ἐγκεφαλικὸς θάνατος» σημαίνει παύση τῆς ψυχικῆς ἐνέργειας. Ἡ παύση αὐτὴ ταυτίζεται μὲ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια τῆς συνείδησης. Ἐνῶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματικὴ καὶ Ἠθικὴ ἡ ψυχὴ εἶναι ἰδιαίτερη οὐσία καὶ ἐνέργεια. Ὡς ἐκ τούτου, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Θεολογία ἡ νέκρωση τοῦ ἐγκεφάλου ἢ ὁ «ἐγκεφαλικὸς θάνατος» σημαίνει παύση τῆς ἐνεργοποίησης τῆς ψυχικῆς ἐνέργειας, ἐπὶ τοῦ ἐγκεφάλου μόνο καὶ ὄχι ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀνθρωπίνου σώματος.

Ὅμως τὸ πρόβλημα εἶναι, ὅτι ἡ ὁριστικὴ παύση τῆς λειτουργίας τῶν ὀργάνων τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος γίνεται σταδιακά, ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση τοῦ αἰφνιδίου θανάτου. Καθὼς ἐπίσης καὶ ὅτι ἀρκετὲς φορὲς ἡ πορεία τοῦ θανάτου εἶναι ἀναστρέψιμη. Ὑπάρχουν σὲ ὅλον τὸν κόσμο πολλὲς ἐπίσημα καταγεγραμμένες περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ἐνῶ ἰατρικὰ καὶ ἀνθρώπινα ἦταν «προδιαγεγραμμένο» τὸ τέλος κάποιου ἀσθενῆ, ἐπενέβη θαυματουργικὰ ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἀσθενής θεραπεύτηκε. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμα μερικὰ ὄργανα κινοῦνται μὲ ὑποστηρικτικὲς ἐνέργειες, ὅπως συμβαίνει γιὰ παράδειγμα στὶς περιπτώσεις τῶν «ἐγκεφαλικὰ νεκρῶν» ἀσθενῶν, καὶ τότε ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργεῖ ἡ ψυχὴ μέσα στὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ἐφόσον ἐνεργεῖ στὰ ὑπόλοιπα ὑγιῆ σωματικὰ ὄργανα. Ἔτσι λοιπόν, μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Καὶ ἰδιαίτερα αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὴν κατάσταση τοῦ λεγόμενου «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου».

Καθίσταται λοιπὸν σαφές, ὅτι ἡ διαδικασία τῆς μεταμόσχευσης ἱστῶν καὶ ὀργάνων δὲν θὰ ἐπηρεάσει τὴν ψυχοσωματικὴ ὀντότητα τοῦ δότη καὶ τοῦ λήπτη στὴν παροῦσα ζωή. Ἀλλὰ οὔτε καὶ στὴν μετὰ θάνατον ζωὴ καὶ στὴν ζωὴ μετὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία σέβεται τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ ἐπικροτεῖ κάθε δυνατὴ προσπάθεια γιὰ τὴν θεραπεία καὶ τὴν παράταση τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων ποὺ πάσχουν ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀσθένεια. Δεδομένου ὅτι ἡ ζωὴ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν πνευματικὴ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως, καί οἱ βιοϊατρικὲς ἐπιστῆμες, καὶ κατὰ συνέπεια ὅλες οἱ βιοϊατρικὲς ἔρευνες, ὀφείλουν νὰ κινοῦνται ἀδιαλείπτως μέσα στοὺς κόλπους τῶν ἰατρικῶν καὶ βιοηθικῶν δεοντολογικῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἄλλωστε ἔχουν θεσπιστεῖ γιὰ νὰ προστατεύουν τὸν ἄνθρωπο ὡς προσωπικότητα.

Γι’ αὐτὸ ἰδιαίτερα ὅσον ἀφορᾶ στὴν διαπίστωση τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» πρέπει νὰ γίνεται κλινική, ἐργαστηριακή, ἰατροδικαστικὴ διαπίστωση τοῦ θανάτου. Δίδεται ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν ἰατροδικαστικὴ διαπίστωση τοῦ θανάτου, διότι ὅσον ἀφορᾶ στοὺς «ἐγκεφαλικὰ νεκροὺς» ἀσθενεῖς, κανεὶς ἰατροδικαστὴς δὲν ὑπογράφει πιστοποιητικὸ θανάτου γι’ αὐτούς, ἀφοῦ δὲν εἶναι βιολογικὰ νεκροί. Ἀλλὰ εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ὁ νόμος δίνει τὸ δικαίωμα, ἂν ὄχι τὴν ὑποχρέωση στὸν θεράποντα ἰατρὸ ἑνὸς «ἐγκεφαλικὰ νεκροῦ» ἀσθενῆ, νὰ προσυπογράφει ἀπὸ κοινοῦ μαζὶ μὲ ἕνα ἀναισθησιολόγο καὶ ἕνα νευρολόγο ἢ νευροχειροῦργο τὴν σύνταξη τοῦ σχετικοῦ πιστοποιητικοῦ θανάτου. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι κάτι ποὺ ἔρχεται ἀναμφίβολα σὲ μετωπικὴ σύγκρουση μὲ τὸν κώδικα ἰατρικῆς καὶ βιοηθικῆς δεοντολογίας. Δεδομένου ὅτι οἱ γιατροὶ πρέπει σὲ κάθε περίπτωση νὰ ἐργάζονται μὲ ταπείνωση καὶ ἔχοντας βαθύτατη αἴσθηση ὅτι ἀποτελοῦν ὄργανα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Θεολογία εἶναι θετικὴ ἀπέναντι στὶς μεταμοσχεύσεις ἀπὸ ζῶντες καὶ ἀπὸ νεκροὺς ὀργανισμούς. Ἀρκεῖ σὲ κάθε περίπτωση νὰ δοξάζεται πάντα ὁ Θεὸς καὶ νὰ ὑπάρχει ἡ ἐλεύθερη, ὁλοκληρωτικὴ καὶ ἀνιδιοτελὴς ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἄρα καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Καθίσταται λοιπὸν σαφές, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία, εἶναι θετικὴ ἀπέναντι στὴν ἐλεύθερη ἐπιθυμία, ἡ ὁποία εἶναι ἐκφραζόμενη ἔπειτα ἀπὸ προσωπικὴ καὶ ἔγγραφη συναίνεση (καὶ ὄχι ἀπὸ «εἰκαζόμενη συναίνεση»), τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ δωρίσουν τὰ ὄργανα καὶ τοὺς ἱστοὺς τοῦ σώματός τους πρὸς μεταμόσχευση, ἀλλὰ ὄχι γιὰ ἰδιοτελῆ σκοπὸ (ὅπως εἶναι π.χ. ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἐμπορικὴ συναλλαγή). Ἡ ἐπιθυμία τῆς δωρεᾶς ἱστῶν καὶ ὀργάνων πρὸς μεταμόσχευση, πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ πνεῦμα αὐτοθυσίας καὶ κυρίως ἀπὸ ὁλοκληρωτική, ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο.

Ἔτσι, λοιπόν, ἡ ἀφαίρεση ἱστῶν καὶ ὀργάνων μὲ τὴ θέληση τοῦ δότη (ἐννοεῖται ἡ ἀφαίρεση ἱστῶν καὶ ὀργάνων μὲ τὴ θέληση τοῦ δότη: α) ὅσο εἶναι ἐν ζωῇ, ἑνὸς ἀπὸ τὰ διπλὰ ὄργανα ἢ μέρος ἱστοῦ ἢ ὀργάνου εἴτε β) μετὰ θάνατον, ὅλα τὰ ὄργανα καὶ οἱ ἱστοὶ μὲ τὴν ἐκ τῶν προτέρων ἐν ζωῇ ἔγγραφη συναίνεσή του) δὲν συνιστᾶ αὐτοακρωτηριασμό του. Διότι ὁ αὐτοακρωτηριασμὸς ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καὶ καταδικάζεται ὡς ἀσέβεια πρὸς τὸν Θεό. Ἐπιπλέον, ἡ δωρεὰ ἱστῶν καὶ ὀργάνων ἀπὸ ζῶντα δότη δὲν πρέπει νὰ θέτει σὲ κίνδυνο τὴν δική του ζωή. Γιατί τότε πρόκειται γιὰ αὐτοκτονία, ἡ ὁποία ὡς ἀφαίρεση τῆς ἴδιας του τῆς ζωῆς , καταδικάζεται ἀπὸ ἄποψη Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Ἠθικῆς.

Ἔπειτα ἡ ζωὴ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, καὶ δὲν τοῦ χαρίζεται γιὰ νὰ βιώνει τὸν ἐγωκεντρισμὸ καὶ τὴν κτητικότητά του. Ἀλλὰ ὅπως ἡ ζωὴ δὲν μᾶς ἀνήκει, γιατί μᾶς τὴν χάρισε ὁ Θεός, ἔτσι καὶ τὸ σῶμα μας δὲν εἶναι ἰδιοκτησία μας. Τὸ σῶμα μας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ εἶναι μέσα μας, καὶ τὸ ὁποῖο ἔχουμε ἀπὸ τὸν Θεό. Πρέπει, λοιπόν, νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ διὰ τοῦ σώματός μας καὶ διὰ τοῦ πνεύματός μας, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν στὸν Θεό. Ὡστόσο, ἡ δωρεὰ ἱστῶν καὶ ὀργάνων πρὸς μεταμόσχευση μεταβάλλεται σὲ αὐτοθυσία, ὅταν πρόκειται μὲ αὐτὴν νὰ σωθοῦν ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἀρκεῖ νὰ γίνεται μὲ ἀγάπη καὶ ἀνιδιοτέλεια, ὁπότε ἀποτελεῖ ἔκφραση καλῆς χρήσης τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης ὁποιαδήποτε δωρεὰ ἱστῶν καὶ ὀργάνων ἐπιβάλλεται νὰ γίνεται ἔπειτα ἀπὸ τὴν συνειδητὴ συναίνεση τοῦ δότη καὶ ὄχι ἔπειτα ἀπὸ «εἰκαζόμενη συναίνεση». Διότι κάθε τί ποὺ εἰκάζει τὴν θέληση τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ παρέμβαση στὸ αὐτεξούσιο.

Πρέπει νὰ τονιστεῖ, ὅτι «…δημιουργώντας ὁ Θεὸς «κατ’ εἰκόνα» Του τὸν ἄνθρωπο θεμελίωσε τὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου πάνω σὲ μία πραγματικότητα, ἡ ὁποία παρέχει στὸ αὐτεξούσιο προϋποθέσεις ἀποφασιστικῆς σημασίας γιὰ τὴν παραπέρα τελειωτικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο ἐκεῖνο τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως ποὺ δίνει τὴν ὀντολογικὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ μπορεῖ νὰ κινεῖται πρὸς τὸ ἀγαθό, ὅταν κάνει καλὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου. Ἀπόλυτα ἐλεύθερος καὶ κυριολεκτικὰ αὐτεξούσιος εἶναι μόνον ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ὡς ὁ «Ὤν» ὑπερβαίνει καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ὑπάρξεώς του. Ἐνῶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται καταρχὴν μὲ τὸν τρόπο ὑπάρξεώς του. Ὁ ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἡ ὀντολογικὴ ἀφετηρία βρίσκεται στὸ μηδέν, ἦρθε στὸ εἶναι μὲ τὴν δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ὀντολογικὰ ἐξαρτημένος ἀπὸ τὴν αἰτία τῆς προελεύσεώς του. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν ὀντολογικὴ αὐτὴ ἐξάρτηση τοῦ εἶναι του, ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» τοῦ δημιουργοῦ του, ὡς λογικὴ καὶ αὐτεξούσια φύση. «Κατ’εἰκόνα» καὶ αὐτεξούσιο εἶναι ἄρρηκτα ἑνωμένα. Τὸ αὐτεξούσιο καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου συνδέονται ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν κτιστότητά του ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ δημιουργία του. Ἄλλωστε «ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ προσδιορίσει τὸ αὐτεξούσιο εἶναι ἡ ποιότητα τῆς ζωῆς τόσο στὸ παρὸν ὅσο καὶ μετὰ τὴν τελικὴ ἀνάσταση» (Δημήτριος Ἰ. Τσελεγγίδης, Χάρη καὶ Ἐλευθερία κατὰ τὴν Πατερικὴ Παράδοση τοῦ ΙΔ΄ αἰώνα - Συμβολὴ στὴ σωτηριολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἐκδόσεις Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη 2002, σέλ. 41, 51)». Ἔτσι, λοιπόν, ἡ δωρεὰ ἱστῶν καὶ ὀργάνων πρὸς μεταμόσχευση γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τοῦ συνανθρώπου συνδέονται ἄμεσα μὲ τὸ αὐτεξούσιο καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Δογματικὴ καὶ Ἠθικὴ προσέγγιση τῶν μεταμοσχεύσεων, προβάλλονται δύο βασικὰ κριτήρια. Τὸ ἕνα εἶναι ἡ ἀνεκτίμητη ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἄλλο ἡ χωρὶς ὅρια καὶ ὅρους ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ποὺ φθάνει μέχρι καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἐχθρό. Ἐπίσης εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ πίστη στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα, σὲ καμία ἀπολύτως περίπτωση δὲν ἐμποδίζει τὴν δωρεὰ ἱστῶν καὶ ὀργάνων πρὸς μεταμόσχευση στὴν παροῦσα ζωή. Μὲ βάση τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματικὴ διδασκαλία τονίζεται, ὅτι μὲ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τὸ ὑλικὸ καὶ φθαρτό μας σῶμα θὰ μεταστοιχειωθεῖ σὲ ἄφθαρτο καὶ θὰ προσλάβει νέα ὑφὴ ἄσχετη μὲ τὴν σημερινή του κατάσταση.

Ἄλλωστε σάρκα καὶ αἷμα δὲν μποροῦν νὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἡ φθορὰ κληρονομεῖ τὴν ἀφθαρσία. Καὶ ἀποτελεῖ μυστήριο τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν θὰ πεθάνουμε ὅλοι, ἀλλὰ ὅλοι θὰ μεταβληθοῦμε, σὲ μία στιγμή, σὲ μία ματιά, κατὰ τὴν τελευταία σάλπιγγα, διότι θὰ σαλπίσει ἡ σάλπιγγα καὶ οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν χωρὶς νὰ ὑπόκεινται πλέον σὲ φθορὰ καὶ ἐμεῖς θὰ μεταβληθοῦμε. Διότι πρέπει αὐτὸ ποὺ εἶναι φθαρτὸ νὰ ἐνδυθεῖ τὴν ἀφθαρσία καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι θνητὸ νὰ ἐνδυθεῖ τὴν ἀθανασία. Ἐπιπλέον ἀναπηρίες καὶ ἄλλες καχεξίες ποὺ παρατηροῦνται σ’ αὐτὴ τὴν ζωὴ δὲν θὰ ὑπάρχουν στὴν ἄλλη ζωὴ καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐμφανιστοῦν θαυμαστὰ ἀλλαγμένοι καὶ ἀνακαινισμένοι ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν. Καὶ βεβαίως κάποιος μπορεῖ νὰ ἔχει ἀπορία ἐπὶ τοῦ θέματος, «ἀλλὰ ἐρεῖ τις, πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται;» (Πρὸς Κορινθίους 15, 35).

Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅμως ἔχει τὴν ἀπάντηση, «ἄφρον, σὺ ὃ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται ἐὰν μὴ ἀποθάνη, καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον εἰ τύχοι σίτου ἢ τινος τῶν λοιπῶν, ὁ δὲ Θεὸς δίδωσιν αὐτῷ σῶμα καθὼς ἠθέλησε, καὶ ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων ἴδιον σῶμα. Οὐ πᾶσα σὰρξ ἡ αὐτὴ σὰρξ ἀλλὰ ἄλλη μὲν ἀνθρώπων, ἄλλη δὲ σὰρξ κτηνῶν, ἄλλη δὲ σὰρξ πτηνῶν, ἄλλη δὲ ἰχθύων. Καὶ σώματα ἐπουράνια, καὶ σώματα ἐπίγεια, ἀλλὰ ἑτέρα μὲν ἡ τῶν ἐπουρανίων δόξα, ἑτέρα δὲ ἡ τῶν ἐπιγείων. Ἄλλη δόξα ἡλίου, καὶ ἄλλη δόξα σελήνης, καὶ ἄλλη δόξα ἀστέρων, ἀστὴρ γὰρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ. Οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ, σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ, σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει, σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. Εἴ ἐστιν σῶμα ψυχικόν, ἔστιν καὶ πνευματικόν. Οὕτως καὶ γέγραπται, ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν, ὁ ἔσχατος Ἀδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν. Ἀλλ’ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικὸν ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν. Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ἐξ οὐρανοῦ. Οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοί, καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι, καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου» (Πρὸς Κορινθίους Α´ 15, 36-49).

Οἱ μεταμοσχεύσεις ἱστῶν καὶ ὀργάνων, λοιπὸν δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀσεβεῖς ἐπεμβάσεις στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ νὰ ὁλοκληρώνονται πνευματικὰ οἱ ἄνθρωποι οὕτως ὥστε καὶ ἡ ἀσθένεια, ἀλλὰ καὶ ἡ παράταση τῆς ζωῆς νὰ γίνουν προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ βαθύτερου σκοποῦ τῆς δημιουργίας τους. Βεβαίως ὁ βαθύτερος σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου τονίζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματικὴ καὶ Ἠθική. «Ὁ δὲ πιστὸς ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ, πεπληρωμένος τῆς θείας ἀγάπης καὶ ἐπιθυμῶν νὰ συναυτίση τὸ θέλημα αὐτοῦ πρὸς τὸ τοῦ Θεοῦ θέλημα, βαδίζει ἐπὶ τῶν «ἰσχνῶν» τοῦ Κυρίου καὶ καθοδηγεῖ πάσας τὰς ψυχοσωματικάς αὐτοῦ δυνάμεις πρὸς αὐτά, οὐχὶ ἁπλῶς ἵνα μιμηθῆ τὴν α´ ἢ τὴν β´ πρᾶξιν τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, ἀλλ’ ἵνα αἰσθανθῆ τὸν ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα Κύριον ὡς ζῶν πρότυπον δεικνύοντα εἰς αὐτὸν τὸ τί καὶ τὸ πῶς τῆς πράξεως εἰς τὴν συγκεκριμένην ἐνώπιον αὐτοῦ περίπτωσιν. Κατὰ ταῦτα ἡ καθ’ ὅλου προσπάθεια τοῦ χριστιανοῦ πρὸς μίμησιν τοῦ Χριστοῦ ἀποβαίνει βάδισις ὁδοῦ ἀγούσης εἰς τὸν Θεὸν» (Ξενοφῶν Παπαχαραλάμπους, Φάκελος Μαθήματος, Χριστιανικὴ Ἠθικὴ Α΄, Ἐκδόσεις τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 2002, σελ. 111).

Οἱ μεταμοσχεύσεις ἱστῶν καὶ ὀργάνων, ἀπομακρυσμένες ἀπὸ κάθε μορφὴ ἀνθρωποκτονίας (ὅπως π.χ. εὐθανασίας ἢ αὐτοκτονίας), ἀποτελοῦν ἔκφραση ἀγάπης. Ὅλες οἱ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ ἔχουν ὡς ἀρχὴ καὶ τέλος τὴν ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ μεταμοσχεύσεις ἱστῶν καὶ ὀργάνων πρέπει νὰ γίνονται μὲ γνώμονα τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Ἐξάλλου ἡ ἀγάπη εἶναι μακρόθυμη, εἶναι γεμάτη ἀπὸ εὐμένεια, ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ζηλότυπη, ἡ ἀγάπη δὲν καυχᾶται, δὲν εἶναι ὑπερήφανη, δὲν κάνει ἀσχημίες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν ἐρεθίζεται, δὲν λογαριάζει τὸ κακό, δὲν χαίρεται γιὰ τὸ κακό, ἀλλὰ συγχαίρει τὴν ἀλήθεια, ὅλα τὰ ἀνέχεται, ὅλα τὰ πιστεύει, ἐλπίζει γιὰ τὸ κάθε τί, ὑπομένει τὸ κάθε τί. Ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ παύσει νὰ ὑπάρχει. «Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀλλήλους ἀγαπᾶν, ὅ γὰρ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκεν. Τὸ γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τῷ λόγω τούτῳ ἀνακεφαλαιοῦται ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Ἡ ἀγάπη τῷ πλησίον κακὸν οὐκ ἐργάζεται, πλήρωμα οὖν νόμου ἡ ἀγάπη…» (Πρὸς Κορινθίους Α΄, η´, 10).

Τὸ ἐπίτευγμα τῶν μεταμοσχεύσεων συγκινεῖ βαθειὰ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Θεολογία, ἡ ὁποία ἀγωνίζεται γιὰ τὶς ἠθικὲς ἀξίες μὲ τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ διέπεται κάθε νέα ἐπαναστατικὴ θεραπευτικὴ μέθοδος. Κάθε νέα μέθοδος τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, ὅπως εἶναι οἱ μεταμοσχεύσεις, εἶναι εὐλογημένη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία, ἂν ἀποβλέπει στὸν ὅλο ἄνθρωπο, ποὺ ζεῖ μὲν στὸν παρόντα αἰώνα, πορεύεται ὅμως στὸν αἰώνα τὸν μέλλοντα. Ἀντίθετα, κάθε ἀνακάλυψη στὸν τομέα τῆς βιοτεχνολογίας ποὺ ἐγκλωβίζει τὸν ἄνθρωπο στὰ στεγανὰ ὅρια τῆς βιολογικῆς του ζωῆς, ὅσο καὶ ἂν διευκολύνει τὴν γήϊνη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὑποκρύπτει μία τραγικότητα σὲ βάρος τῆς ἱερότητας καὶ τῆς ἐνδογενοῦς ἀξίας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

Μὲ βάση λοιπὸν τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματικὴ καὶ Ἠθική, μέσα ἀπὸ τὴν παροῦσα μελέτη μου, διερευνήθηκε καὶ δημιουργήθηκε ἕνα Ὀρθόδοξο πλαίσιο μίας Δογματικῆς καὶ ἠθικῆς προσέγγισης τῶν μεταμοσχεύσεων, τὸ ὁποῖο φανερώνει, ὅτι οἱ μεταμοσχεύσεις καὶ ἀπὸ ζῶντες ὀργανισμοὺς καὶ ἀπὸ νεκροὺς ὀργανισμοὺς (στοὺς ὁποίους ἔχει ἐπέλθει σωματικὸς θάνατος, δηλαδὴ ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα), ὅταν προέρχονται ἀπὸ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη (εἴτε ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἔγγραφη, ρητὴ καὶ σαφῆ συναίνεση τοῦ δότη εἴτε ὄχι) κατανοοῦνται ὡς μία πράξη ἀγάπης, θυσίας καὶ ἀγαθοεργίας γιὰ χάρη τοῦ συνανθρώπου. Ἀντίθετα οἱ μεταμοσχεύσεις: α) ἀπὸ πτωματικοὺς δότες μὲ πάλλουσα καρδιὰ, ὅπως εἶναι οἱ «ἐγκεφαλικὰ νεκροὶ» ἀσθενεῖς (οἱ ὁποῖοι ἰατρικὰ καὶ θεολογικὰ δὲν εἶναι νεκροί, δὲν εἶναι πτώματα, ἀλλὰ εἶναι βαριὰ ἀσθενεῖς ζῶντες ὀργανισμοὶ καὶ ὡς τέτοιοι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζονται) καὶ β) σὲ συνδυασμὸ μὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ εὐθανασίας, θεωροῦνται ὡς μία πράξη ἀνεπίτρεπτη, βλάσφημη, γι’ αὐτὸ καὶ σὲ καμία ἀπολύτως περίπτωση δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζονται.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία τονίζει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικὴ ἑνότητα, εἶναι σῶμα καὶ ψυχὴ καὶ ἔτσι θὰ παραμείνει μετὰ τὴν ἀνάστασή του στὴν αἰωνιότητα. Ἡ διαδικασία τῆς μεταμόσχευσης ἱστῶν καὶ ὀργάνων, δὲν θὰ ἐπηρεάσει τὴν ψυχοσωματικὴ ὀντότητα τοῦ δότη καὶ τοῦ λήπτη στὴν παροῦσα ζωή, στὴν μετὰ θάνατον ζωὴ καὶ στὴν ζωὴ μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία μὲ βάση τὴν Δογματική της διδασκαλία, σέβεται τὴν ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων ποὺ γιὰ διάφορους λόγους δὲν θέλουν νὰ γίνουν δότες ὀργάνων καὶ ἱστῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων ποὺ θέλουν νὰ γίνουν δότες ὀργάνων καὶ ἱστῶν, ὅπως καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ἀσθενῶν νὰ λάβουν μόσχευμα γιὰ νὰ ἰαθοῦν καὶ νὰ παρατείνουν τὸν χρόνο τῆς βιολογικῆς τους ζωῆς μὲ τὴν προϋπόθεση νὰ δοξάζεται πάντα ὁ Θεὸς καὶ νὰ ὑπάρχει ἡ ὁλοκληρωτικὴ καὶ ἀνιδιοτελὴς ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἄρα πρὸς τὸν συνάνθρωπο.

Ἀναμφισβήτητα, τὸ τελικὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὴν παροῦσα λιτὴ ἀλλὰ ταυτόχρονα ἐμπεριστατωμένη ἀνὰ χεῖρας μελέτη μου εἶναι, ὅτι οἱ μεταμοσχεύσεις πρέπει νὰ γίνονται μὲ τὸν δέοντα σεβασμὸ πρὸς τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο, κινούμενες πάντα μέσα στὰ πλαίσια τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Δογματικῆς καὶ Ἠθικῆς. Διότι τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ Δόγμα καὶ τὸ ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποτελοῦν τὸ μόνο σταθερὸ θεμέλιο γιὰ μία αὐθεντικὴ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Δογματικὴ καὶ ἠθικὴ προσέγγιση τῶν μεταμοσχεύσεων, ἀλλὰ καὶ γιὰ μία Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ βιοηθική.

 

 

 


 

(Πηγή: «Ορθόδοξος Τύπος», φύλ. 1982-1893.)

 

 

 


 

 

Για να επικοινωνήσετε μαζί μας, κάντε αριστερό κλικ με το ποντίκι σας εδώ.

Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας

Επιστροφή στο κεντρικό μενού.